στη Σιβιτανίδειο..μιά φορά

Χθές ήταν μία δύσκολη αλλά όμορφη μέρα Ακολούθησα τα βήματα της νύφης μου που είχε μία δουλειά στη Καλλιθέα..τι στην ευχή λέω..τόσες φορές μου είχε πεί να έρθω μαζί για βόλτα..θα πάω. Να περπατήσω και λίγο.

Στη Καλλιθέα μένανε οι γονείς μου απο τότε που δεν ήταν δήμος αλλά ανήκε στην Αθήνα. Απο τότε που είχε όμορφα σπιτάκια με λαχανόκηπους. Απο τότε που ο δρόμος μπροστά στο σπίτι ήταν χωματόδρομος και ανήκε σε εμάς, τα παιδιά. Οταν παντρεύτηκα μείναμε λίγο με τους γονείς μου, αλλά ο Β δεν τα πήγε ποτέ καλά με τον μπαμπά μου (τσακωνόντουσαν κυρίως για το αυτοκίνητο – ο μπαμπάς δεν του το έδινε) έτσι όταν κάπως πήγαν καλύτερα τα οικονομικά μας μετακομίσαμε σε άλλη γειτονιά.. κοντά στη Σιβιτανίδειο. Είχε γίνει καυγάς τρικούβερτος στο σπίτι, ο πατέρας μου κάκκισε τον Β ότι πήρε τη κόρη του  και την έβαλε σε σπίτι δίπλα στις γραμμές του τραίνου (τότε εκεί μένανε συνήθως γυναίκες ελευθερίων ηθών ή  οι πολύ φτωχοί ) είχαν ανταλλάξει βαριές κουβέντες. 

Πήραμε τη οδό Σιβιτανίδου απο τη Συγγρού, μέχρι κάτω τέρμα, στρίψαμε αριστερά και μετά πάλι δεξιά σε ένα δρόμο..και πώς έτυχε και παρκάραμε στη οδό Θεσσαλονίκης μπροστά απο το παλιό μου σπίτι..που είναι ακόμη εκεί. Δεν έγινε πολυκατοικία, ρίξανε 2 ορόφους, αλλά το ισόγειο που μέναμε παρουσιάστηκε μπροστά στα μάτια μου και με άφησε κατάπληκτη. Ποτέ δεν είχε τύχει να βρεθώ στη περιοχή αυτή. Ποτέ δεν είχα μιλήσει στη νύφη μου για αυτή τη περίοδο της ζωής μου. Εκεί βρήκε πάρκινγκ, εκεί πάρκαρε..γιατί είχε μιά δουλειά εκεί κοντά.

Κάναμε τη δουλειά μας, σε ένα δημόσιο ταμείο εκεί κοντά και σε μία τράπεζα. Οσο καθόμουνα σκεφτόμουνα τις παλιές στιγμές. Νέα νοικοκυρά χωρίς ακόμη δουλειά στρωμένη, έραβα φασόν. Και έψαχνα να βρώ κάτι μόνιμο. Είχα φιλενάδα τη σπιτονοικοκυρά,  μας νοίκιαζε το μπροστινό ισόγειο και εκείνη έμενε με τον άνδρα της (ναυτικός) σε 2 κάμαρες πίσω. Απο το Ικόνιο ήταν η Τζένη, μοδίστρα και εκείνη πέταγε στο κέντημα. Δεν φτάνανε τα λεφτά και δεν ήθελε να χάσει το σπίτι «είναι για τα παιδιά» έλεγε. Τρία παιδάκια είχε που τρέχανε παντού. Πίσω είχε κότες και κουνέλια..ο κήπος με κοτετσόσυρμα για να προστατεύει. Πολλές γάτες. Πιανόμασταν αγκαζέ και πηγαίναμε βόλτα στη Σιβιτανίδειο λίγο πιο κάτω. Στεκόμασταν στη γέφυρα και βλέπαμε τα ξύλινα τραίνα του ΕΗΣ (ηλεκτρικού) να περνάνε απο κάτω. Μετα σεργιανουσαμε το χώρο γύρω απο το σχολείο αυτό, πώς τα είχε φέρει η ζωή, μιά φορά είχα μπεί και μέσα. Ο αδελφός μου παρακολουθούσε εκεί μαθήματα μηχανικών.

Αυτό με τον αδελφό μου, πικρή ιστορία. Ηταν κόπανος στο σχολείο, με κλωτσιές απο τον μπαμπά μου πήρε το απολυτήριό του αφού έμεινε στην ίδια τάξη 3 φορές. Ηθελε ο μπαμπάς να τον κάνει μηχανικό, να τον στείλει στο Πολυτεχνείο, ενώ εκείνος ήθελε να γίνει ζιγκολό. Ηταν όμορφος είχε πάρει τα ανοιχτά χρώματα της μάνας, τα γαλανά της μάτια που ζάλιζαν τον θηλυκόκοσμο. Απο τα 12 του χρόνια τον κυνηγούσαν μεγαλύτερές του και αυτός κορδωνόταν. Που μυαλό για βιβλία!  Κάθε που κόλλαγε αφροδίσια, τον πήγαινε η μάνα στο γιατρό γιατί ο πατέρας μου έλεγε ότι αυτές οι μολύνσεις μόνο με βρεγμένη σανίδα θεραπεύονται! Φυσικά δεν πήγε πολυτεχνείο, και κατέληξε στη Σιβιτανίδειο να παρακολουθήσει μία σχολή για μηχανικούς. Τελείωσε τη σχολή στα 5 χρόνια (με ξύλο πάντα) και μετά είχε τη φαεινή ιδέα ο πατέρας μου να πτωχεύσει. Τον έστειλε στη Γερμανία (του έκανε γερμανικά απο τα 10 του χρόνια με γερμανίδα δασκάλα) για μεταπτυχιακά. Εκεί διαπιστώθηκε ότι δεν ήξερε γερμανικά, γρί.  Τη γερμανίδα την είχε γκόμενα και είχε μάθει τα βασικά που μαθαίνουν συνήθως με μία μέθοδο Λιγκουαφόν οι όποιοι τουρίστες.  Στη Γερμανία έκατσε 15 χρόνια για να πάρει ένα πτυχίο σαν αυτό που παίρνουν τώρα απο το Πολυτεχνείο. Γύρισε θριαμβευτής με το πτυχίο, μία σύζυγο και ένα παιδί. Ο πατέρας μου τον πέταξε έξω. Τη σύζυγό του (ελληνίδα κόρη μεταναστών) τη σιχάθηκε απο την αρχή γιατί κάπνιζε και κουνούσε πέρα-δώθε τους γοφούς της..τη θεώρησε που.. . Τα χρόνια όμως που ο αδελφός μου πήγαινε στη Σιβιτανίδειο, έφερνε σε εμάς τις γκομενίτσες του και τις κουτούπωνε στο σαλονάκι μας. Γιατί στο σπίτι του πατέρα του, αυτά δεν περνάγανε.

Πώς περνάνε τα χρόνια. Το σπιτάκι εκεί. Είπα να μπώ μέσα. Ντράπηκα. Θα με λέγανε ξεμωραμένη. Η Τζένη πέθανε, η καλή μου φίλη. Οταν βρήκα δουλειά στην Αντωνοπούλου, τη πήρα μαζί μου. Μετά έφυγα απο εκεί και πήγα αλλού η Τζένη έμεινε μέχρι το θάνατο της Αντωνοπούλου, παρόλλο που θα μπορούσε να βγεί στη σύνταξη νωρίτερα. Ηταν σκληρός ο χώρος της δουλειάς της. Αλλά τον αγαπούσε. Εδινε χαρά στα κοριτάκια που ντυνόντουσαν νυφούλες, όλες οι ελπίδες και οι έρωτες ξέχυλα μέσα στα τούλια της χαράς. Αξιζε.

Σήμερα δεν βγήκα έξω. Αναπολούσα. Τάγραψα και γυρνάω σελίδα. Το αύριο κάτι θα φέρει.

Advertisements

5 thoughts on “στη Σιβιτανίδειο..μιά φορά

  1. …Σαν ασπρομαυρο καλοκαιρινο σινεμα…
    στη δικη μου γειτονια,πλατεια Εξαρχειων,τοτε που δεν υπηρχαν ναρκωτικα και φασαριες(απιστευτο???).
    …τοτε που τα καλοκαιρινα βραδυα παιζαμε γυρω απο το αγαλμα και σταματουσαμε μονο για ενα σουβλακι στα γρηγορα,ενω οι γονεις σιγοκουβεντιαζαν πινωντας την μπυριτσα τους…
    Μαμα γερναω.

    • Καλησπέρα Σωτήρη. Δεν ήταν δυνατόν να πλησιάσω τη Σιβιτανίδειο..τι θα έλεγα στη νύφη μου..ξέρεις εδώ ήταν που…και που..την έχω ταράξει με τις ιστορίες μου, μυθιστόρημα άνετα γράφει αν θέλει.. άσε που δεν έχω πιά φωτογραφική μηχανή, την έδωσα στον εγγονό μου. Ισως κάποια άλλη φορά, αν με φέρει ο δρόμος, αν το πώ στον Β να πάμε να τη δούμε ξανά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s