Περισυλλογή

Λέει ο ΓΑΠ ότι θα κάνει εκλογές. Ακουσα ότι πάει για εκλογές. Εσκασε-τον σκάσανε. Θέλει να φύγει-θέλει να αποφύγει. Η μεταγενέστερη ιστορία άραγε θα τον περιλάβει με χλευασμό ή με ευσέβεια; Τώρα εδώ υπάρχει το απόλυτο απύθμενο ανακάτεμα, όπου ο καθένας μόνο το πουγκί του παρακολουθεί. Οι φιλόσοφοι και οι παπάδες λένε «απεταξάμην τον υλικό πλούτο» έχοντας καβάτζα τα γεμάτα παγκάρια, έχοντας καβάτζα αρκετά λεφτά για να ζούν άνετα ώστε να σκέφτονται. Με άδειο στομάχι δεν κατεβάζεις ιδέες.
Φοβούνται τα παιδιά μου. Μήπως χάσουν τη δουλειά τους, μήπως μπατίρει το κράτος και εξανεμισθούν οι οικονομίες τους. Ο φόβος σφίγγει και μετά αρρωσταίνουν. Οι γιατροί προσπαθούν να μπαλώσουν τα αποτελέσματα ενός απατηλού μέλλοντος. Θα μπορούσες να περιμένεις, πρώτα να μπατίρεις και μετά ν’ αρρωστήσεις, γιέ μου. Το κακό είναι ότι δεν ξέρω κανέναν που καταχράστηκε τα τσουβάλια με λεφτά που πέσανε στην Ελλάδα τα τελευταία 30 χρόνια. Ξέρω όμως ότι το πεζοδρόμιο μπροστά στο σπίτι είναι σπασμένο. Επειδή όλοι ανεβάζουν επάνω τα αυτοκίνητά τους. Κανείς δεν νοιάζεται. Αμα δε παραπονεθείς, έρχονται και βάζουν κολωνάκια απο το Δήμο, ώστε να αποτρέπονται οι οδηγοί. Θα πάνε πάρα κάτω..να καβαλήσουν το επόμενο πεζοδρόμιο. Κι αν πείς κάτι «δύο λεφτά να πάω..για καφε, περίπτερο, χψβ». Αραγε μόνο εμείς σαν λαός καταστρέφουμε για να εξυπηρετηθούμε;

Υποτίθεται ότι εμπιστεύομαι. Κανένα δεν εμπιστεύομαι. Γιατί να εμπιστεύομαι; Η εμπιστοσύνη κερδίζεται αλλά δεν είναι και αιώνια. Χάνεται άμα ο άλλος αποδειχθεί μπερμπάντης. Οχι δεν αναφέρομαι στο κοκό. Αυτό δεν είναι θέμα εμπιστοσύνης αλλά νοοτροπίας. Μ’ αρέσει που ο σύντροφός μου περνάει καλά και χωρίς εμένα. Αρέσει στο σύντροφό μου που περνάω καλά και χωρίς τη παρέα του. Δεν διηγούμαι, δε μου λέει. Δε ρωτάω, δε ψάχνει. Κυττάμε να περνάμε καλά όταν είμαστε μαζί. Πρέσβευα. Πίστευα ότι είναι σωστό. Μου λέγανε όλοι τα αντίθετα. Το πρόβλημα είναι, το πρόβλημα ήταν οτι δεν ζηλεύω. Δεν είναι ιδιοκτησία μου ο Β, δεν του ανήκω. Οταν λέω εμπιστοσύνη εννοώ εμπιστοσύνη στον άλλον άνθρωπο, στις λέξεις, στα αισθήματα και στις πράξεις. Δε μπορείς απο τη μιά, να υπόσχεσαι και απο την άλλη να μου πετάς μπανανόφλουδα. Και μετά να μου πείς ότι δεν τη πέταξες. Οχι ρε φίλε. Μιά, δύο, τη τρίτη θα το καταλάβω. Μετά θα σε παρακολουθώ βήμα-βήμα όταν θα ετοιμάζεις την επόμενη γλιστερή φλούδα για μένα. Μετά είναι θέμα ανθρώπου. Είτε θα στη σουτάρω να τη πατήσεις και να σπάσεις τα δικά σου μούτρα, είτε θα τη κλωτσήσω στο πλάι, είτε θα σε βρίσω. Δεν αγνοώ τις φλούδες, αλλά και δεν τις πατάω. Στο λέω. Για να ξέρεις που βρίσκεσαι. Για να ξέρεις ότι τη κατάλληλη στιγμή θα σου τη φέρω. Εκεί που δεν το περιμένεις, θα σε κάνω με τα κρεμμυδακια. Και δεν θα βγάλεις κιχ. Τόχω αυτό. Απο παιδί. Λένε να λυπάμε και να συγχωρώ αυτούς που μου πέταξαν τη φλούδα για να σπάσω τα μούτρα μου. Τους συγχωρώ, αφού τους μπατσίσω. Γιατί δεν ωφελεί η συγνώμη αν δεν έχουν γευτεί το ξεμπρόστιασμα. Σπάζει κόκκαλα. Ε μετά τον συγχωρνάς και τον στέλνεις στο διάολο.

Γενικά δεν απαντάω στα σχόλια που με ρωτούν «αν πέθανα». Για σένα που πετάς αστοχίες, πέθανα. Μη ξανατολμήσεις να εύχεσαι αυτά που δεν θέλεις να σου κάνουν.

Advertisements

Θέματα εμπιστοσύνης

Εγινε προχθές πατιρντί στο σπίτι. Τσακώθηκε άσχημα ο εγγονός μου(14) με τη μάνα του, ήρθανε στα χέρια. Τον χτύπησε εκείνη γιατί της έβγαλε γλώσσα  και εκείνος την έσπρωξε με βία, άνοιξε τη πόρτα και έφυγε..Τους άκουσα πρός το τέλος, όταν οι τσιρίδες της Α, διαπέρασαν το τοίχο της κρεβατοκάμαρής μας. Πετάχτηκε ο Β έξω  όπως ήταν με τις πυτζάμες, πήγε σπίτι τους, βρήκε την εξωπορτα τέντα, το παιδί άφαντο και τη νύφη μου να κλαίει.

Θα πώ την ιστορία ανάποδα για να βγάλετε και εσείς νόημα. Στη μικρή μου νύφη (τη λέω Α)  αρέσει η πάστρα και η τακτοποίηση. Στα παιδιά της και στον άνδρα της και γιό μου Μάρκο, αρέσει η ακαταστασία και η τσαπατσουλιά. Να μπαίνει λέει ο Μάρκος στο σπίτι του, να πετάει τσάντες, ρούχα, παπούτσια, κλειδιά όπου νάναι..και μετά να απαιτεί απο τη γυναίκα του να τα μαζέψει. Να μπαίνει ο εγγονός στο σπίτι, όπου περνάει να αφήνει πίσω του ουρά τα πεταμένα και τη βρωμιά. Η κόρη το ίδιο, ρούχα παντού, μαζί με φτιασίδια, βιβλία, τετράδια, απίστευτη βρωμιά στο μπάνιο, ούτε το καζανάκι δεν τραβάνε.  Τι σόϊ μάνα ήμουνα εγώ που τον άφησα έτσι και δεν τον μάλωνα, ρωτάτε ελεύθερα. Πολλές φορές αναρωτήθηκα και εγώ. Αλλά δεν φαινόταν το πράγμα να είναι τόσο άσχημο τοτε που τα παιδιά μου Πέτρος, Μάρκος ήταν μικρά. Χθές βεβαια έμαθα οτι ο Πέτρος συμμάζευε τον μικρό του αδελφό για να μη βλέπω τις βρωμιές και τον μαλώνω. Αργά ή γρήγορα οι κουράδες επιπλέουν μαζί με τους φελλούς.

Απ’οτι κατάλαβα η Α, ως υπεύθυνη της καθαριότητας στο σπίτι της, πέρα απο τη παραδουλεύτρα 2 φορές την εβδομάδα, μαζεύει και τακτοποιεί και εκείνη το αχούρι. Ομως δεν μαζεύει μόνο – αυτό το λένε τα παιδιά – ψάχνει κιόλας τα πράγματά τους. Ψάχνει τα γραφτά τους, τις σάκες, τις τσάντες, τα κινητά τους, τους υπολογιστές τους και γενικά ψαχουλεύει. Μετά το ψαχούλεμα τακτοποιεί το δωμάτιο όπως εκείνη νομίζει και πάει στο επόμενο. Προχθές, την ώρα που σκαλιζε τα προσωπικά πράγματα του γιού της, μπήκε αυτός μέσα ξάφνου (είχε παρει άδεια να φύγει νωρίτερα απο το σχολείο) και την έπιασε στα πράσσα. Αυτή δεν το χειρίστηκε καλά, να του πεί ότι καθαρίζει ή οτι χάλασε ο υπολογιστής της και γι’ αυτό έκατσε στο δικό του..κάτι να πεί για να ηρεμήσει το έξαλλο παιδί. Του είπε στα μούτρα ότι τον υποψιάζεται για 1000 πράγματα  και ότι τα σούρτα φέρτα του θα τη στείλουν στο τρελλάδικο, ότι θα καταλήξει στον υπόνομο, αλήτης, φονιάς, κακούργος κλπ βλακείες ο μικρός οργίστηκε και της είπε διάφορες βρισιές μεταξύ των οποίων  – όπως μου είπαν – ότι είναι άρρωστη με τη καθαριότητα, ότι ο άνδρας της καλώς τη κερατώνει. Εκείνη τον μπάτσισε και εκείνος την έσπρωξε, έπεσε η Α στο πάτωμα και λιποθύμησε. Ο μικρός ψύχραιμος άρπαξε ένα σακίδιο, το γέμισε με πράγματα δικά του, πήρε τη κιθάρα του, άνοιξε τη πόρτα και έφυγε.

Το επεισόδιο το πήραμε είδηση όταν συνήλθε η Α. Τη βοηθήσαμε, είχε χτυπήσει λίγο στο κεφάλι, γδάρθηκε. Μας είπε την ιστορία όπως εκείνη τη θυμόταν και μετά συνειδητοποιήσαμε ότι χάθηκε το παιδί. Μας ζώσανε τα φίδια. Αρχίσαμε να τηλεφωνούμε στους φίλους του, στα σπίτια που συνήθιζε να πηγαίνει, πήγε ο μπαμπάς του στο σινεμά που συχνάζει ο μικρός, ψάξαμε, ρωτήσαμε, βγήκαν στους δρόμους όλοι. Αφαντος. Φωνάξαμε και ένα γιατρό, έκανε μία ηρεμιστική ένεση στην Α γιατί ήταν σε έξαλλη κατάσταση ότι σκότωσε το παιδί της, οτι θέλει  να πεθάνει..

Το παιδί βρέθηκε αργά το βράδυ. Να πως έχει η ιστορία. Φεύγοντας αυτός πήγε έξω. Ομως έβρεχε καρεκλοπόδαρα. Γύρισε λοιπόν πίσω και πήγε στο σπίτι του θείου του, του Πέτρου. Ο Πέτρος ήταν στο γραφείο, η γυναίκα του όμως η Μ ήταν εκεί. Της είπε ότι μόλις γύρισε απο το σχολείο και θέλει να διαβάσει μουσική εκεί ανενόχλητος γιατί στο σπίτι έχει η μαμά του τη παραδουλεύτρα και δεν μπορεί να συγκεντρωθεί. Η Μ βέβαια τον έμπασε μέσα, τον στέγνωσε και μετά τον άφησε ήσυχο, μέχρι την ώρα που γύρισε ο Πέτρος, φάγανε ό,τι είχε ετοιμάσει, τον πήγανε μετά στο Ωδείο και κατά τις 9.30 το βράδυ γυρίσανε. Απλά και ωραία.  Κανείς δεν σκέφτηκε ότι το παιδί βρήκε καταφύγιο στους θείους του. Ολοι νομίσαμε ότι έφυγε μακριά και μας άφησε.Την ώρα που επέστρεφαν είδαν το Μάρκο καταμουσκεμένο στο κατώφλι να κλαίει και το μυστήριο λύθηκε. Ο μικρός ζήτησε συγνώμη απο τη μαμά του και απο όλους που τους τρόμαξε. Η Α, ζήτησε συγνώμη απο το γιό της που επενέβει στα προσωπικά του και που τον χτύπησε.

Πάλι καλά που βρήκε καταφύγιο μέσα στην οικογένεια,  λέω. Με τρομάζουν όμως κάποια πράγματα.

Κατ’ αρχήν η μάνα του. Που όταν θυμώνει χτυπάει. Ετσι βγάζει το άχτι της πάνω στο πιο αδύνατο. Που και εκείνος έχει μάθει το κουμπί της, τη φυγή.  Τιποτα δεν κερδήθηκε σε αυτή την αψιμαχία. Δεν έμαθε η μαμά να δείχνει εμπιστοσύνη στο γιό της. Αντίθετα ψάχνοντας και ανακατεύοντας τα πράγματά του τον κάνει να θέλει να κρύβει. Ο μικρός στη βια απαντάει με βία. Αυτό που έμαθε είναι να βρίσκει το κουμπί του μεγάλου και να το στρίβει, προς όφελός του. Ευτυχώς που αισθάνεται το σπίτι των θείων του σαν καταφύγιο. Δοξάζω το θεό γι’ αυτό.

 

Σκασιαρχείο

Σήμερα έκανα σκασιαρχείο απο τις υποσχέσεις μου. Πάτησα όλους τους κανόνες. Με μεγάλη χαρά και λίγο παδιάστικο πνεύμα τη κοπάνησα για βόλτα παρόλλο το δριμύ κρύο. Σα να έκανα κοπάνα απο το μάθημα, επειδή ούτε διάβασα, ούτε έλυσα τις ασκήσεις, ούτε βιαστικά τις αντέγραψα απο το αλλουνού τετράδιο, ώστε να δεί ο δάσκαλος οτι τουλάχιστον κάτι μελέτησα. Τη κοπάνησα ωστε να μη δώσω την ευκαιρία της κουλούρας, καλύτερα η απουσία. Βέβαια δεν πάω πιά στο σχολείο, έδωσα υπόσχεση στο καρδιολόγο να μη βγαίνω έξω όταν οι καιρικές συνθήκες βλάπτουν τη καρδιά μου. Οι νοτιάδες, ο καύσωνας, η βροχή το κρύο μπορούν να επιδεινώσουν τις βαλβίδες μου που με τόσους κόπους ανανέωσα.
Σαν τυπική Ελληνίδα που θα αντισταθεί ακόμη και σε κανόνες που την ωφελούν, βγήκα έξω στο παγωμένο αγιάζι σήμερα..πήγαμε με το Β σε μία λαϊκή αγορά μακριά απο το σπίτι μας. Και για 2 τουλάχιστον ώρες περιδιαβαίναμε στο ύπαιθρο. Οχι για να αγοράσουμε λαχανικά και φρούτα, έχω απ ολα – ψωνίζει η νύφη μου απο το Σκλαβενίτη που είναι δίπλα – αλλά για να δούμε τα εποχιακά καλούδια. Να μυρίσω το χώμα απο τις πατάτες Νάξου (αχ! το νησί μου) να πάρω μεγάλα μανιτάρια και άγρια χόρτα, μυρώνια, σέσκουλα χόρτα που δεν βρίσκεις στα σουπερ μάρκετ. Και λουλούδια. Μου παίρνουν όλα όσα χρειάζομαι τα παιδια και η νύφη μου, ποτέ όμως άνθη. Δεν έχει άραγες η καρδιά τους χώρο για κάτι που προσφέρει μόνο ομορφιά και όχι χρήση; Zητάω, κάθε φορά ένα ματσάκι εποχιακά και κάθε φορά μου λένε είτε δεν είχε είτε ξέχασα! Πηραμε λοιπόν κυκλάμινα..σε πολλά γλαστράκια. Το λουλούδι του χειμώνα και ζουμπούλια. Να γεμίσω μυρωδιές δροσάτες.

Γυρίσαμε κατά τις 3.00 για να φάμε. Ολοι ήταν θυμωμένοι μαζί μας, το κήρυγμα τσίκλα mentos στο στόμα τους. Τ’ ακούω και δεν μιλάω. Θα έρθεις στα χρόνια μου και θα δείς. Θα σου κηρύττουν τα παιδιά σου. Τρώω ένα πακετάκι τσίπς. Με αλάτι που απαγορεύεται. Βρε δε με παρατάς, θα το φάω κι ότι γίνει.
Επιβάλλεται το σκασιαρχείο απο τους όποιους κανόνες. Πότε-πότε. Ωστε οι κανόνες να έχουνε και αξία