Ασθενής

Είναι το άτομο που πάσχει απο κάτι, ο ασθενής. Αν καταλαβαίνει πάνω-κάτω τι τρέχει, καλεί το κατάλληλο γιατρό, δηλαδή τον παθολόγο του και απ’ εκεί πάμε και στους ειδικούς. Καλά τα λές. Ναί πολύ καλά. Τόσο καλά που δεν καταλαβαίνω γιατί οι άλλοι δεν τα βλέπουν έτσι.

Νωρίς το απόγευμα ακούστηκαν ουρλιαχτά στη πολυκατοικία, μία γυναίκα φώναζε και μία άλλη ούρλιαζε. «Ψυχραιμία» μου λέει ο Β, κανένας οικογενειακός καυγάς θα είναι πάλι, ν’ ακούσουμε πρώτα και μετά αν είναι επεμβαίνουμε..ως διαχειριστές χμ χμ! Οι φωνές συνεχίζονταν, βγήκαν και άλλοι στο διάδρομο και είπαμε να πάρουμε τη πολυκατοικία σαν το ψάρι απο το κεφάλι , απο τους πάνω ορόφους πρός τα κάτω. Στους 2 ορόφους πάνω απο εμάς δεν ακουγόταν τίποτα το ανθρώπινο μόνο οι σκύλοι γαύγιζαν. Ο γιός ο Μάρκος που μένει δίπλα και η Α, η γυναίκα του έλειπαν. Πάμε λοιπόν έναν όροφο κάτω και βλέπουμε την αδελφή μου με μπικουτί να μιλάει με την γειτόνισσα απέναντι..άρα ούτε και εκεί ήταν ο καυγάς..που συνεχιζόταν με ορμή, τα ουρλιαχτά είχαν γίνει τσιρίδες. Οροφο-όροφο κατεβαίναμε και παίρναμε και τους άλλους μαζί μας, έτσι όταν φθάσαμε χαμηλά είμασταν λαός. Το θέαμα που αντικρύσαμε μας άφησε άναυδους.

Τσακώθηκε η ανηψιά με τη θεία. Η μία μένει με την οικογένειά της στο διαμέρισμα δεξιά, η άλλη χήρα μένει με τις γάτες της αριστερά. Με αυτή τη χήρα έχουμε προηγούμενα απο άλλες χρονιές, δεν με χωνεύει γιατί κλέβω στη μπιρίμπα και στη πόκα και μου κάνει καψόνια. Ας γίνει καλή κι ας κλέβει και εκείνη, α μα πια! Κάναμε κάποιους μήνες παρέα, απο τότε που μετακόμισε στη πολυκατοικία εδώ γιατί όταν ζούσε ο άνδρας της δεν μας έμπαζε στο σπίτι της, μας θεωρούσε παρακατιανούς «ο καραβανάς με τη μοδίστρα», ενώ εκείνη που ούτε το Δημοτικό δεν τελείωσε ήτανε Κερία. Οταν όμως έμεινε μόνη της, άνοιξε και στους παρακατιανούς το σπίτι της, και πιάσαμε με την αδελφή μου και την άλλη μου νύφη να παίζουμε χαρτιά μαζί της..όμως έγινε το σώσε γιατί όλες κλέβαμε και έτσι παίζουμε τόσα χρόνια, και ήρθε η μεγάλη ηθικολόγος και μας έβαλε πόστο. Και τι κατάλαβε, χάλασε το καρέ, εμείς συνεχίσαμε να παίζουμε οι 3 μας και εκείνη έμεινε μπουκάλα σπίτι της. Η ανηψιά της είναι η δεύτερη νύφη μου η Μ που με έχει βοηθήσει πολύ τα περασμένα χρόνια.   Τα ουρλιαχτά λοιπόν που ακουγόντουσαν ήταν τα δικά τους.

Η χήρα δεν ακούει γιατί είναι κουφή και ενώ έχει ακουστικά δεν τα φοράει γιατί λέει τη ζαλίζουν. Για να σε ακούσει πρέπει να φωνάζεις, άμα φωνάζεις δεν σε ακούει μόνο η κουφή, όλοι σε ακούμε. Της μίλαγε δυνατά λοιπόν η ανηψιά της να καλέσει γιατρό και η χήρα αντιδρούσε ουρλιάζοντας, γιατί όντας κουφή θεωρεί ότι άπαξ και εκείνη κουφάθηκε όλοι μας κουφαθήκαμε επίσης  και έπρεπε να ουρλιάζει για να ακούγεται περισσότερο απο την ανηψιά. Το θέμα που μαλώνανε, γελοίο. Παραπονέθηκε η χήρα για πυρετό, κρυάδες στην ανηψιά και η δεύτερη πρότεινε να φωνάξουν ένα γιατρό, το γιατρό που κουράρει τη θεία της. Τι πιο απλό! Αμ ! Δε!. Η χήρα τηλεφώνησε στο γιατρό της, της έκλεισε ραντεβού να έρθει στο σπίτι να τη δεί το απόγευμα. Αντί να κάτσει στο κρεββάτι, αφού είπε ότι ήταν άρρωστη, ντύθηκε, στολίστηκε, έφτιαξε και το μαλλί κράνος και στήθηκε. Πάει μέσα η ανηψιά ανήσυχη να δεί πώς είναι η θεία και τη βλέπει μοντέλλο να βάφει τα νύχια της.  Βρε της λέει, τρε λλάθηκες; Εχω πεθάνει απο αγωνία για σένα, ήρθα άρον-άρον απο τη δουλειά και τι βλέπω παρά την κατά φαντασίαν ασθενή ; Και γίνεται ένας καυγάς, ένα γλέντι τρικούβερτο, ακουγόντουσαν μέχρι τη ταράτσα. Γιατί η χήρα θεία ήθελε να της γράψει ο γιατρός αντιβιοτικά να τα έχει μήπως της χρειαστούν, όμως τέτοιες συνταγές δεν γράφουν πιά παρά μόνον ηλεκτρονικά και αύριο Παρασκευή δεν κάνει ιατρείο αυτός. Και οταν το συνειδητοποίησε τον πήρε τηλέφωνο και ακύρωσε το ραντεβού, χωρίς να ενημερώσει την ανηψιά της που γύρισε απο το γραφείο της τρομαγμένη..για να τη βρεί θυμωμένη να γκρινιάζει για τα νέα συστήματα που είναι εναντίον των ασθενών.

Μπήκε στη μέση ο Β, κατευόδωσε τη θεία που έκλαιγε ότι κανείς δεν την καταλαβαίνει..αυτή που έχει γεράσει, που είναι αααρρρρρωωωωωστηηηη και τα ηλεκτρονικά είναι εχθροί της, που η ανηψιά της είναι πολύ πεζή, που τούτο, που κείνο..μπάμ! μας έκλεισε στη μούρη τη πόρτα. Μετά ηρέμησε τη νύφη μου που ήταν θυμωμένη, μπαϊλντισμένη με τις δικολαβίες της θείας της, βαρέθηκε πιά να παίζουνε το Πέτρο με το λύκο.

Και μετά αφού ενημερώθηκε όλη η πολυκατοικία για τα γεγονότα, κάποια είπε ότι έχασαν και το χ σημαντικό σίριαλ..αλλά δεν πειράζει είχαμε άλλο λάιβ εδώ.

Πώς μπλέκουν μερικοί άνθρωποι και ενώ την ίδια γλώσσα μιλούν δεν καταλαβαίνουν τίποτα;

Γενική συνέλευση

Ο καλός διαχειριστής τις συνελεύσεις τις κάνει σπίτι του. Οχι στην είσοδο της πολυκατοικίας, στα όρθια να τους μαζέψει για να μη του μαγαρίζουν το σπίτι. Δεν μπορεί απο τη μιά να έχεις την απαίτηση να σε υπολογίζουν οι ένοικοι και οι ιδιοκτήτες και απο την άλλη να μη θές να τους μπάσεις μέσα. «Μα Λένα μου, τη σουρούκ και τη μουρούκ θα φέρεις μέσα στο σαλόνι σου, να κυττάει  το σπίτι σου, να σου κάνει κουτσομπολιά ;»  μου λέει η φιλενάδα μου.  Δε μιλάω, τι να την πώ, κουτή. Αστο, άλλη φορά θα καταπιαστώ μαζί της. Ο παλιός διαχειριστής, μας μαζευε στην είσοδο. Δύο-τρείς ώρες στα όρθια μας γκρίνιαζε, μας τα έψελνε (ήταν και παπάς) σε όλα λέγαμε ναί, βαριόμασταν να στεκόμαστε. Απο τότε που γίναμε εμείς διαχειριστές, οι συνελεύσεις γινόντουσαν στο σπίτι. Να πάρουν όλοι τα ποδάρια τους να έρθουν, να βουλιάξουν στις πολυθρόνες, να φάνε γλυκάκι και να έχουν το χρόνο να σκεφτούν, να μιλήσουν, ν’ ακούσουν, να διαφωνήσουν και να πλακωθούν. Το τελευταίο δεν το γλυτώνεις ποτέ. Ολο και κάποιος θα τις φάει. Είτε θα τονε βρίσουν, είτε θα τον κατραπακώσουν.

Τη Παρασκευή είχαμε γενική συνέλευση, όπου παρέδωσε ο παλιός διαχειριστής (με μεγάλη του χαρά) και ανέλαβαν πάλι ο Β (με μεγάλη του χαρά) και εγώ. Ο παλιός, που είναι και παπάς, αφού μας παρέδωσε το καταστατικό και το ταμείο, φρόντισε να μας ενημερώσει, παρουσία όλων, για τα βάσανα που τράβηξε για 2 χρόνια. Μαρτύρησε, όπως μας είπε, με τις λάμπες και τα ηλεκτρικά γιατί όλο χρειαζόταν να τρέχει να τα αλλάζει, δεν υπήρχε κανείς να τον βοηθήσει άμα κόλλαγε η γκαραζόπορτα, ή καιγόντουσαν όλα μαζί τα φωτάκια του χριστουγεννιάτικου δένδρου.  Διαολείσθηκε με τους πιτσιρικάδες της πολυκατοικίας που δεν σέβονται τη κοινή ησυχία αλλά χτυπάνε τα κλαπατσίμπαλά τους μέρα νύχτα, μαθαίνοντας λέει σολφέζ! Κατακεραύνωσε τους ιδιοκτήτες ζώων  που τ’ αμολάνε να αποπατούν όπου νάναι χωρίς να τα μαζεύουν μετά, και πώς τυχαίνει κάθε φορά αυτός να τα πατάει!, «πώς δεν έσπασα κανένα πόδι τη τελευταία φορά που γλίστρισα»!!. (Επειδή πάτησες ηλίθιε το ράσο, όχι τα σκ..) ακούστηκε αυτό..Αγρίεψε με τους λογείς μεταφορείς που φέρνουν εμπορεύματα με το ασανσέρ και το γδέρνουν, ξύνουν, βρωμίζουν, αντίστοιχα με τις κερίες νοικοκυρές ή βοηθούς αυτών που κατεβάζουν τις σακούλες των σκουπιδιών που στάζουν ώστε να βρωμάει ολη η πολυκατοικία..και μία «γλώσσα παπούτσι έχουν για μένα που τους έκανα παρατήρηση και μου είπαν αμα δεν σ’ αρεσουν άρπα το φλόκο και πάστρεψέ τα. Ούτε το ράσο μου δεν σεβάστηκαν» !  Κόντεψε ο πάπαρδος να παραδώσει το πνεύμα του, αντ’ αυτού παρέδωσε τη διαχείριση. Φεύγοντας απο το σπίτι μου είπε θριαμβευτικά «τέρμα να με πιλατεύουν οι Πόντιοι και το πουταναριό – ας δοκιμάσετε εσείς μαζί τους», άστοχο, γιατί οι Πόντιοι δλδ όλοι οι άνδρες και οι που..δλδ όλες οι γυναίκες του όρμησαν και του έσκισαν το ράσο. Ουρλιάζοντας ροβόλησε απο τις σκάλες πρός το διαμέρισμά του, με τις έξαλλες μαινάδες απο πίσω του και χώθηκε στο διαμέρισμά του άρον-άρον. Φτηνά τη γλυτωσε, έπρεπε να του κατέβαζαν το βρακί να μάθει άλλη φορά να μουτζώνει τη τύχη του.. Ευτυχώς για εκείνον που το έσκασε, γιατί μετά κάναμε έλεγχο στα ταμείο και στο καταστατικό και τα πράγματα δεν ήταν καθόλου καλά.

Το ταμείον της πολυκατοικίας είναι μείον. Δυστυχώς για τον πάπαρδο κατ’ αρχήν και για εμάς μετά. Γιατί λεφτά υπήρχαν, μόνο που τώρα γεμίζουν άλλες τσέπες.

Είμαι ακόμη εδώ

και σκέφτομαι. Τα πάντα και για τα πάντα. Αναρωτιέμαι για πολλά. Αλλά και για τα λίγα. Ο γιός μου δεν θα πάει στο Ντουμπάι, δεν τους άρεσε τελικά, δεν του έστειλαν σύμβαση, δεν τα βρήκαν. Στενοχωριέμαι που πάλι δεν θα έχει δουλειά, παρόλλο που προσπάθησε. Ομως πρός τι οι χαρές και τα πανηγύρια πρίν προσληφθεί; Μέχρι τη περιπτερού είχαν φθάσει τα νέα για το Ντουμπάϊ, που είναι 3 τετράγωνα μακριά. Τώρα που δεν θα πάει, απογοήτευση για όλους, τους άλλους. Και εμείς οι δυό στενοχωρηθήκαμε που θα μας έφευγε γιατί μας στηρίζει πολύ και τα παιδιά του στενοχωρέθηκαν γιατί δεν θέλανε να φύγουν απο τη χώρα, μόνο η Α πέταγε απο τη χαρά της «να φύγω μακριά να ησυχάσω απο το καθημερινό ποδήλατο», υπονοώντας μάλλον ότι εδώ της έχουμε κάνει τη ζωή αφόρητη. Να πρόσεχε να μη μου έμπαινε στο σπιτικό μου σώγαμπρη τότε. Ούτε να μου έκανε δουλειές σφουγγαρίζοντας και ψαχουλεύοντας τα συρτάρια μου «για να με καλοπιάσει». Παλιά μας είχε φάει τ’αυτιά για το χωριό της, πόσο εκείνο της άρεσε ενώ η Αθήνα είναι γεμάτη βλάχους, πόσο εκείνο είναι το τέλειο, το καλύτερο, το πλουσιώτερο..οπότε της λέω μιά φορά σ’ ενα τραπέζι έξω, «ας έμενες λοιπόν εκεί και να μην ερχόσουν Αθήνα να πάρεις το παιδί μου, να παντρευόσουνα κανένα συχωριανό σου, να μας άφηνες στην ησυχία μας»και έγινε το σώσε σε εκείνο το γεύμα, γιατί οι μισοί ξεράθηκαν στα γέλια και οι άλλοι μισοί στα κλάμματα. Και μετά με είπανε σκατόγρια.
Δεν θα φύγει λοιπόν ο κανακάρης για μόνιμα, μόνο 5 μέρες πήγε για τη συνέντευξη και για βόλτες και μαζί με την απόρριψη μας έφερε απο ένα ράσο που φοράνε οι γυναίκες εκεί, μία «αμπάγια». Μόνο για ντόμινο της Αποκριές κάνει, τη φτιάχνω τώρα, της περνάω φραμπαλάδες, λέω φέτος να ντυθώ Κοκκινοσκουφίτσα της χαράς και της καλοπέρασης και το Β θα τον ντύσω Λύκο της κρίσης..Μας έχουν καλέσει απο τώρα κάτι φίλοι για πάρτυ ενηλίκων με θέμα, «πώς να ξεφύγεται απο τη κρίση», ελπίζω ο λύκος να αργήσει να με πιάσει ή να παρασυρθεί και να κυνηγησει άλλες, γέρασα και μυαλό δεν έβαλα. Εφερε και στο μπαμπά του μία γκελεμπία και χουρμάδες. Πρώτη φορά βλέπω τέτοιους χουρμάδες, είναι σε ολόκληρο κλαδί επάνω, απαλοί και μαλακιοί. Τους φάγαμε αυτούς.
Το πρόβλημα παραμένει. Ο γιός μου δεν έχει δουλειά, έχει όμως ανάγκες. Τρώμε όλοι μαζί, κάτι είναι κι αυτό. Ψάχνει να κάνει κάτι. Κάτι που να έχει σχέση με το αντικείμενό του, τίποτ’ άλλο. Αραγε έχει τη πολυτέλεια να διαλέγει; Ο χρόνος θα δείξει.
Ανέλαβα διαχειρίστρια ξανά. Χάρηκα γιατί μ’ αρέσει η απασχόληση με τα κοινά. Το πρώτο πράγμα που έκανα είναι να πάω επάνω και να απαγορεύσω στο τσογλάνι του 6ου να κατεβάζει το σκύλο στο κήπο για να λερώσει και να τα αφήνει τα κακά εκεί. Θα φάει 3 προειδοποιήσεις, μετά θα έρθει το μπουγέλο – το έχουμε ξανακάνει, αυτός δεν το ξέρει, θα το μάθει που θα μας πάει. Κανείς δε θα του πεί τίποτα..περιμένουν όλοι το μπουγέλο.Αλλαξα και τις συχνότητες στα τηλεκοντρόλ του γκαράζ, μετά απο γενική συνέλευση εννοείται. Ετσι ώστε οι 3 κακοπληρωτές αν θέλουν να μπορούν να βγάζουν τα αυτοκίνητά τους απο τα υπόγεια θα χρειαστεί να εξοφλήσουν τα χρέη τους και να λάβουν το νέο τηλεκοντρόλ. Με βρίσανε, φωνάξανε ότι είναι παράνομο, ότι θα μου φέρουν την Αστυνομία, το Στρατό, την Αεροπορία, το μπόγια, να φέρουν ότι θέλουν, μαζί με τα λεφτά που χρωστάνε, τα παλιόσκυλα, οι τζαμπατζήδες.
Είμαι ακόμη εδώ. Αφουγκράζομαι τις μπαρουφολογίες των πολιτικών μας και την αδιαλαξία του λαού. Κατεβασμένα μούτρα, έλλειψη ενδιαφέροντος, γκρίνια για τα λεφτά που δεν έχουν. Δεν προχωράτε έτσι, χρειάζεται να βγάλετε το βρακί σας και να το φορέσετε αλλιώς.