Τομ Τζόουνς

Εγινα λάτρης και οπαδός του Τόμ Τζόουνς εξαιτίας των παιδιών μου και των πάρτυ που πηγαίναμε. Ολες οι μαμάδες χορεύαμε με τη Ντιλάϊλα κυρίως αλλά και γιατί με τράβαγε ο Τζόουνς, τότε παλιά στα 70ς. Τα παιδιά ξεβιδωνόντουσαν στο ένα δωμάτιο και εμείς μετά το φαγητό και τα ποτά, σκοτωνόμασταν στο άλλο. Γνώμες υπήρχαν πολλές σχετικά με τον εν λόγω τραγουδιστή, ότι είναι λαϊκού υποστρώματος, λαϊκούρα τον έλεγαν οι Αγγλοι, σαχλό τον έλεγαν οι ροκάδες, εμένα μου άρεσε, τον εύρισκα σέξι. Ανδροπρεπή αλλά φανταχτερό με εκείνα τα φρου-φρού πουκάμισα με τους φραμπαλάδες μπροστά, ό,τι πιο έντονο το φορούσε, μαζί με αλυσίδες, σταυρούς, μπιχλιμπίδια δημιουργώντας για την εποχή του, τύπο. Μου άρεσε και σαν άνδρας, ήταν γεροδεμένος, καλλίφωνος, νέος όπως και όλες εμείς άλλωστε. Αλλο όμως ν’ ακούς το ίνδαλμά σου απο κασέτες ή το ραδιόφωνο και άλλο να το βλέπεις μπροστά σου σε φεστιβάλ, ζωντανό.

Είχα πάει Λονδίνο, στα μέσα του ’70 για δουλειά και φροντίσαμε να βγάλουμε εισιτήρια για μία παράσταση με τον Τομ Τζόουνς. Φυσικά δεν καθόμασταν, στα όρθια είμασταν 4 ώρες, όπου μου έμεινε αξέχαστη η όλη παράσταση. Στην σκηνή ήταν ακόμη πιο σέξι, έβγαινε απο μέσα του ο χορός, το μπρίο, το στυλάκι του με έκανε να δακρύζω και να τρελλαίνομαι. Ολες οι κοπέλλες και οι γυναίκες γύρω, ξεφωνίζαμε..λέγανε κάποιοι δημοσιογράφοι ότι του πετούσε το κοινό τις κυλότες και τα σουτιέν τους, εγώ δεν είδα τίποτα τέτοιο, μόνο παραλήρημα. Απο τις ωραιότερες εμπειρίες που είχα ποτέ μου.

Και πώς μου ήρθε η ανάμνηση; Στη Σαντορίνη είχαμε πάει χθές σε ένα μπαράκι όπου έπαιζε παλιά τραγούδια και ακούσαμε αυτό http://www.youtube.com/watch?v=eMO_cjV6P48&feature=fvwrel, είχαμε πιεί και λίγο παραπάνω, ο Β έκανε μία μικρή μίμηση Τομ Τζόουνς γιατί παλιά τραγούδαγε καλά και τον μιμείτο ακόμη καλύτερα, του μοιάζει κιόλας που είναι και οι δυό σαν αρκουδίτσες, το τζούκ μπόξ μόνο έλλειπε και η μόδα με τα παντελόνια καμπάνες που φοράγαμε. Και έτσι όμως απολαύσαμε..παρελθόν.

Advertisements

Το πένθος μέσα μας

Με κάλεσε ο Β στη Σαντορίνη. Είχε πάει με κάτι φίλους να παρηγορήσει ένα βαφτισιμιό που χήρεψε πρόσφατα. Πήγανε 3 φίλοι μετά τις εκλογές να τον δούν, ελπίζοντας να τον παρασύρουν σε ξεφαντώματα, αλλά είδαν έναν διαλυμένο-στενοχωρημένο άνθρωπο που υποφέρει. Φυσικό ήταν, έχασε τη γυναίκα του μπάμ και κάτω. Καθόταν στη τηλεόραση και έγειρε το κεφάλι της, νόμισαν ότι κοιμόταν. Μόνο που δεν ξυπνούσε, δεν ξύπνησε ποτέ. Κοιμήθηκε στα 62 της για πάντα. Ο βαφτισιμιός απαρηγόρητος, τη λάτρευε παρά τη διαφορά ηλικίας, εκείνη ήταν μεγαλύτερη. Είχαν και 4 παιδιά, απαρηγόρητα και εκείνα. Κλαίγανε όλοι και ο Β δεν ήξερε τι να κάνει, πόσο να παρηγορήσει – έτσι με κάλεσε και πήγα. Προτού αναχωρήσω έψησα μία μεγάλη πάστα φλώρα που δεν θέλει ψυγείο, να τους γλυκάνω. Οσο γίνεται δηλαδή.

Βρήκα μία πονεμένη οικογένεια, οπως ήταν αναμενώμενο, χάσανε τη μάνα. Απώλεια τεράστια για μία ελληνική οικογένεια, είτε δεμένη, είτε όχι. Επεσε ο βαφτισιμιός επάνω μου – ας τον πούμε Δ – «ευτυχώς που ήρθες νονά». Ηρθα για να μείνω λίγες μέρες, είπα έτσι για να μη θεωρήσουν οτι είναι κάτι μόνιμο. Οι λίγες μέρες όμως δίνουν μία σταθερότητα, το βαρος μοιράζεται, ο πόνος όχι, αλλά καταμερίζονται οι ευθύνες. Μπορεί ο βαφτισιμιός να κλάψει όσο τραβάει η καρδιά του χωρίς να σκέφτεται ποιός θα μαγειρέψει, ποιός θα φυλάξει το εγγόνι, ποιός θα ασχοληθεί με τα καθημερινά.

Ακόμη εδώ είμαι και μάλλον θα μείνω όλο τον Ιούλιο και βλέπουμε. Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να μιλήσω με τα παιδιά του Δ, 3 κόρες, οι 2 παντρεμένες, 1 γιό φοιτητή. Μιλήσαμε για τη μάνα τους, για εκείνα, το δρόμο μπροστά τους. Τα παιδιά ζούν Αθήνα-Θεσσαλονίκη, το αντρόγυνο έμενε Σαντορίνη, ο Δ είναι καθηγητής σε Γυμνάσιο-Λύκειο, η γυναίκα του είχε κτήματα, ασχολείτο με τα αμπέλια της. Είπαμε το χρονικό διάστημα που θα μείνω, κάτι να κάνω και εγώ, μπήκα στη κουζίνα, ας μαγειρέψω. Μετά έστειλα τους άντρες για ψώνια με μία μεγάλη λίστα με λαχανικά, ψάρια, κρέας, ζυμαρικά. Με τρόπο είπα στον Β, να μη βιαστούν να γυρίσουν..ας πάνε για μπάνιο πρώτα..ας πούμε. Να βγεί έξω απο το σπίτι ο Δ, ν’ αλλάξει παραστάσεις. Με τα κορίτσια καθαρίσαμε και φτιάξαμε ένα ωραίο μπριάμι με ζεστό ψωμί και κρέμα καραμελέ. Μαγειρεύοντας, οι καρδιές ανοίξανε αλλά όχι και τα δάκρυα. Μελετήσαμε τη νεκρή με κέφι το οποίο έπεσε μέσα στις συνταγές και τα φαγητά γίνανε όμορφα. Εφυγε απο κοντά μας η Νίνα (έτσι την έλεγαν) και πέταξε η ψυχούλα της αλλού. Με τις κόρες της τη μελετήσαμε σε διάφορες φάσεις της ζωής της, στις γλύκες, στις φάρσες, στα γέλια και στα παρατράγουδα. Αφήσαμε έξω τις πίκρες γιατί όταν μαγειρεύεις χρειάζονται θετικές σκέψεις ειδάλλως τα φαγητά γίνονται άνοστα.
Οταν ήρθαν οι άντρες, βρήκαν ένα ωραίο τραπέζι με φαγί, ψωμί ζεστό, κρασί Σαντορινιό, χαμογελαστές τις γυναίκες του σπιτιού. Φάγαμε και ήπιαμε. Σαν μία αγαπημένη οικογένεια. Ο θάνατος χωρίζει, ο θάνατος ενώνει.

Θα μείνουμε όλο τον Ιούλιο στη Σαντορίνη. Οι κόρες έφυγαν χθές, έμεινε ο φοιτητής που έτσι κι αλλιώς με τους γονείς έμενε, όταν δεν σπούδαζε. Βρήκα και το κομπιούτερ του Δ, όταν όλοι λείπουν γράφω. Βέβαια για να μπώ και να βρώ το λογαριασμό μου έκανα πολλά τηλέφωνα πρός τη Μ (τη νύφη μου), τα κατάφερα όμως. Ελπίζω να τα καταφέρω να απαλύνω το πόνο του Δ μας, όσο μπορώ. Μετά, η ζωή συνεχίζεται. Οταν είναι έτοιμος. Οποτε.

Καλό μήνα