Πατερούλης

Διάβασα ένα άρθρο για αφιερώσεις σε βιβλία, της Αννα-Σίλιας με έμφαση σε εκείνο το ένα βιβλίο που της έδωσε ο πατέρας της μετά το θάνατό του, που της το άφησε σαν διαθήκη του, το άρθρο όλο εδώ. Με κέντρισε αυτό το άρθρο γιατί μου θύμισε το δικό μου πατέρα, που δεν έμοιαζε με τον δικό της αλλά που επηρέασε τις σχέσεις μου με τους ανθρώπους.
Παλιές φωτογραφίες του μπαμπά μου έχω, όλες στημένες μπροστά στο φωτογράφο, καμμία αυθόρμητη. Και στις στημένες φαντάζει άγριος και φιλύποπτος πρός το διαβολικό μηχάνημα με τη κουκούλα μπροστά του, με το δεξί του χέρι σφιγμένο γροθιά για να υπερασπισθεί τη καθήμενη γυναίκα του δίπλα. Η οποία γυναίκα είναι συνοφρυωμένη, έτοιμη να το βάλει στα πόδια. Αφού λέγανε στις οικογενειακές ιστορίες, ότι άμα ήταν να τους βγάλουν φωτογραφία, με το ζόρι τους έπειθαν, τη δε μάνα μου την έσερναν κατά κάποιο τρόπο γι’ αυτό έβγαινε στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες με παρεξηγημένο ύφος.
Ο πατέρας μου ήταν κοινωνικός, ευχάριστος, χωρατατζής, λίγο αυστηρός με τ’αδέλφια μου , λογικός με εμένα, φόβητρο για τον άνδρα μου, συντροφικός με τη μάνα μου, πολύ γυναικάς με τις γυναίκες, μάγκας με τους άνδρες, καλός με τα παιδιά. Ηταν πολύ εργατικός παρόλη την αναπηρία του (επι Β. Παγκοσμίου Πολέμου), δούλευε ταξιτζής, έφευγε το πρωϊ και γύριζε καμμιά φορά και την άλλη μέρα αν είχε καλή κούρσα. Η μάνα μου ήταν ράφτρα, στην αρχή δούλευε σε υφαντήριο και αργότερα στο σπίτι, έπαιρνε φασόν απο βιοτεχνίες και κάλυπτε τα έξοδα των παιδιών και συντελούσε στο εισόδημα της οικογένειας. Η καταγωγή της μάνας μου ήταν απο τη Σμύρνη της Μικράς Ασίας, κοριτσάκι είχε μπεί στα καράβια με τους γονείς της, αλλά χωρίς τον αδελφό της που χάθηκε. Και ο πατέρας μου απο τη Σμύρνη ήταν μόνο που ζούσε στη Νάξο όταν έγινε η καταστροφή του 1922. Η οικογένεια της μάνας μου πήγε πρώτα στη Χίο, που είχε συγγενείς και μετά στη Νάξο γιατί ο παπούς μου βρήκε εκεί δουλειά. Μεγάλωσα σ’ αυτό το νησί, πήγα σχολείο εκεί, γνώρισα τον Β απο το Δημοτικό..γι’αυτό μου είναι αγαπημένο..όλο να επιστρέφω θέλω. Στο νησί μείνανε μέχρι τη δεκαετία του ’50, μετά μετακόμισαν στην Αθήνα ώστε ο τραυματίας μπαμπάς μου να δουλεύει το ταξί που του έδωσε το Κράτος. Ηταν ανάπηρος πολέμου.
Οταν γνώρισα τον μπαμπά μου, ήταν πάντοτε πονεμένος, έσερνε το ένα του πόδι και φορούσε χοντρά γυαλιά με παχιά τζάμια γιατί δεν έβλεπε καλά. Είχε τραυματισθεί απο θραύσματα χειροβομβίδας που έσκασε δίπλα του, έκανε πολλές εγχειρήσεις στα μάτια του για να μπορεί να βλέπει με το ένα καλά με το άλλο λίγο, αρκετό όμως για να δουλεύει το ταξί. Παρόλλα όμως τα δεινά, είχε κέφι. Εκαναν πάρτι συχνά στο σπίτι, όπου όλοι οι φίλοι κάποιο φαγώσιμο έφερναν και μαζί καλοπερνούσαν σε βεγγέρες και χαρές. Τα Χριστούγεννα, πολλές γιορτές ονομαστικές και άλλες γιορτινές. Μετά αποκριές ξεφαντώματα για 15 μέρες, όλοι ντυνόμασταν μασκαράδες με ότι είχαμε ή μας έφτιαχνε η μάνα. Τι χαρά ήταν αυτή, γυρίζαμε απο σπίτι σε σπίτι και κάναμε όλοι πλάκα. Σε έναν τέτοιο χορό ξαναείδα τον Β, που αντίστοιχα και η δική του οικογένεια είχε φύγει απο τη Νάξο και είχε έρθει Αθήνα. Είμασταν και οι δυό 17ρηδες..όχι μικρά και ερωτευτήκαμε κεραυνοβόλα πρός μεγάλη οργή του πατέρα μου, γιατί θεωρούσε ότι ο Β ήταν τζουτζές (γελοίος) και αρνιόταν να δώσει τη κόρη του σε ένα τέτοιο υποκείμενο. Υποκείμενο που ο ίδιος ο πατέρας μου είχε βάλει στο κόρφο του σαν το φίδι, γιατί μαζί με τον Β δούλευε το ταξί, εκείνος το βράδυ, ο νεαρός το πρωϊ. Οσο ο Β τον βοηθούσε ήταν καλός, τίμιος, παλληκάρι. Μόλις τα έρριξε στη κόρη του έγινε γάϊδαρος, βρωμίλος, μπαγάσας και τζουτζές. Το τι καψόνια έκανε ο πατέρας μου στο Β πρίν παντρευτούμε, δεν λέγεται. Τον έστελνε σε θελήματα μακρινά (μήπως η απόσταση μπεί εμπόδιο ανάμεσά μας), να βρεί δρόμους που δεν υπήρχαν, πελάτες που τον περιμεναν την επομένη, ότι ανέκδοτα ήξερε, αντί για τους Πόντιους έβαζε το Β στη θέση τους και τα βασικά δηλαδή «τι τη θέλεις την Ελένη», «ας την ήσυχη» και το φοβερό «δεν είναι για τα δόντια σου». Στο γάμο μας με το Β, δεν ήθελε να έρθει να παραδώσει τη κόρη του στον ανεπρόκοπο (γιατί ο Β είχε παρατήσει το ταξί και πήγε σε στρατιωτική σχολή για να γίνει αξιωματικός) και μετά το γάμο που συγκατοικούσαμε για ένα διάστημα, του έβγαλε τη Παναγία.
Ομως, ο πατέρας μου, ήταν πατερούλης για μένα. Ημουν ίσως η πρωτότοκη και γι’ αυτό όλα αυτά, η μάνα όμως έλεγε ότι τον ενδιέφερα γιατί ήμουνα έξυπνη, ετοιμόλογη απο παιδάκι και καλή στα γράμματα. Βέβαια δεν σπούδασα γιατί παντρεύτηκα και ίσως γι’ αυτό να θύμωσε με το Β, ότι στέρησε ο έρωτας απο τη κόρη του μιά άλλη ζωή, αν μορφωνόμουνα να είχα άλλους κόσμους μπροστά μου αντί τη βιοπάλη. Η αδελφή μου ήταν αντίστοιχα έξυπνη με εμένα, ωραιότερη γιατί είχε τα μάτια της μάνας μας – γκριζογάλανα – μπήκε Πανεπιστήμιο και έγινε φιλόλογος. Δούλευε καθηγήτρια σε δημόσια σχολεία μέχρι που βγήκε στη σύνταξη. Ομως δεν την αγαπούσε τόσο, ίσως γιατί του γκρίνιαζε, ποιός ξέρει. Η αδελφή μου ακόμη μου το χτυπάει αυτό, δηλαδή ότι ο μπαμπάς εμένα προτιμούσε. Σαν και τώρα θυμάμαι την αγκαλιά του. Κάθε που με έβλεπε στενοχωρημένη με έπαιρνε αγκαλιά, χωνόμουνα μέσα στα μπράτσα του και ήταν σαν τη μέγιστη προστασία και θαλπωρή. Τίποτα δεν μπορούσε, τη στιγμή εκείνη, να ταράξει την ευφορία της πατρικής αγάπης.

Ο πατέρας μου πέθανε τη δεκαετία του ’70 απο πέσιμο. Χτύπησε στο σβέρκο και έζησε λίγες ώρες. Θα μπορούσε να ζήσει μερικά χρόνια ακόμη, χρόνια καλά. Δεν ήταν γραφτό. Στη κηδεία ο Β δεν ήθελε να έρθει (τρωγόντουσαν όλα αυτά τα χρόνια), με κλωτσιές πήγε. Για κείνον ήταν ανακούφιση που έφυγε ο γέρος. Για μένα, θλίψη.

Advertisements

One thought on “Πατερούλης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s