Παγαποντιές

Εφυγε η νύφη μου και τα 2 της παιδιά χθές για Κορέα..θα κάνουν πολλές ώρες να φθάσουν και απο εκεί θα τους περιμένει ο Μάρκος μου για άλλο ένα 3 ωρο ταξίδι μέχρι το σπίτι του..κοντά στο ναυπηγείο που δουλεύει. Θα μείνουν 1 μήνα. Με πήραν τηλέφωνο ότι έφθασαν καλά. Τους βλέπω και στο skype.Ξέρουν πιά ότι γράφω στους υπολογιστές, όχι όμως και το μπλόγκ μου. Δεν είμαι η Θεά Λένα γι’ αυτούς αλλά η Γιαγιά. Μπροστά τους γράφω με 2 δάχτυλα αργά και μπερδεύω τα πλήκτρα. Μη ξεμπροσθιασθούμε κιόλας. Συνεχίζω να γράφω στον υπολογιστή της Μ. κάνω τη πάπια και δεν παίρνω δικό μου. Μου τον άφησε, πρίν φύγει διακοπές..εκείνη πήρε μαζί της το κινητό της και ένα τάμπλετ.

Υποσχέθηκα ότι θα ποτίζω τα φυτά τους, θα το αερίζω, θα το σιγυρίσω, θα το προσέχω και μέρες πρίν γυρίσουν, θα το καθαρίσω και θα τους μαγειρέψω. Θα κάνω και τις παγαποντιές μου, αυτό όμως δεν το είπα. Θα ψάξω τα συρτάρια τους. Είναι μία κακή συνήθεια που μου άρεσε απο μικρή. Παρόλλες τις μπούφλες που είχα φάει απο τη μάνα μου και τον Β, συνέχισα να το κάνω, πρόσεχα όμως να γίνεται απαλά σαν τους εξαδάκτυλους χωρίς ίχνη και όταν έλειπαν μακριά για δουλειές. Εψαχνα όχι πολύ συχνά ώστε να μη ξέρουν πότε θα «χτυπήσω» και να θεωρούν ότι μετά τις ξυλιές/συστάσεις έκοψα τη συνήθεια. ΧΑ! Μελέτησα όλες τις ταινίες του 007, έχω διαβάσει σε βίπερ Σιμενόν, Αρσέν Λουπέν, έχω εξασκηθεί σαν τα κλεφτρόνια. Οργανώθηκα. Αγόρασα το πρώτο εργαλείο, μία φωτογραφική μηχανή Πολαρόϊντ   απο τη Γαλλία, με δεσμίδες χαρτιών για την αυτόματη εκτύπωση φωτογραφιών. Ετσι πρίν ψάξω το συρτάρι, το φωτογράφιζα πως ήταν τακτοποιημένο, ώστε να το επαναφέρω όπως φαινόταν στην εκτύπωση. Ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Κανείς ποτέ δεν κατάλαβε τίποτα. 

Μα τι ψάχνεις βρε Λένα μου ; Θέλω να μάθω ποιός γκάστρωσε τη νύφη μου. Τίνος είναι το παιδί που θα κάνει. Και θα τον βρείς καταχωνιασμένο στο συρτάρι  η στη ντουλάπα ; Χαχα! Αστειάκια. Η μικρή μου η νύφη η Α, δεν είναι πολύ εξοικειωμένη με τα κομπιούτερ, γράφει σημειώματα, γράμματα σε συγγενείς με το χέρι. Την έχω δεί να έχει ένα μπλόκ φύλλων απο το οποίο γράφει τα γράμματα, κόβει τα φύλλα και ταχυδρομεί φακέλλους, συχνά τα πάω εγώ στο ταχυδρομείο για να έχω και θελήματα να κάνω όταν περπατάω. Γράφει με στυλό μπίκ, όχι μαρκαδοράκια, τα γράμματα αφήνουν αποτύπωμα στα πίσω φύλλα. Με απαλό μολύβι θα τα ξεπατικώσω και θα βρώ το όνομα του πατέρα του παιδιού. Πές πως το βρήκες, τι θα το κάνεις ; Θα του ζητήσεις το λόγο ; 

Ωχ! πιά και εσείς, αφήστε με να ερευνήσω και αν βρώ κάτι, θα είσθε οι πρώτες που θα το μάθετε..

 

 

Advertisements

From here to Eternity

Κάθομαι σπίτι λόγω ζέστης με φούλ κλιματισμό. Μαγειρεύει η γυναίκα ιμάμ σήμερα, νηστεύουμε κάπως μέχρι της Παναγίας.., το βραδάκι με τη δροσιά θα περπατήσουμε 2 χιλιόμετρα περίπου, θα πάμε για παγωτό και επιστροφή. Κάθε βράδυ περπατάμε, μαζί με όλους τους γείτονες μπροστά στη θάλασσα. Περπατάμε, σταματάμε να χαιρετίσουμε, να πάρει η Αγγελική (η κοπέλα που με προσέχει) αραποσίτι ή φιστίκια ή μαλλί της γριάς..και προχωράμε αργά. Στο ζαχαροπλαστείο βλέπουμε και άλλους γνωστούς, καθώς και πολύ νεολαία που χαίρεται. Μ’ αρέσουν τα νέα παιδιά που είτε ανέμελα είτε πορωμένα στις ιδεολογίες του τώρα ξεχύνονται μπροστά. Χθές ήρθε η Τζένη να φάμε παγωτό. Εκείνη δεν περπατάει, τη φέρνει ο άνδρας της με το αυτοκίνητο (οδηγεί χωρίς δίπλωμα, του το πήραν στα 85 του) και κάθεται μαζί μας. Στέλνουμε την Αγγελική να βολτάρει, της δίνουμε λίγα λεφτά και ραντεβού εδώ σε 1 ώρα. Εχει και εκείνη ανάγκη να ξεσκάσει, να αισθανθεί ελεύθερη.

Λέμε για τις υπερφίαλες προσδοκίες. Του Β κυρίως, του άνδρα μου που πέθανε το Μάρτιο. Επινε απο νέος γιατί είχε μεγάλα σχέδια, σχέδια που έφθαναν τ’ αστέρια, αλλά καθ’οδόν για τη Γή διαλύονταν σαν χαρτοπόλεμος. Ηθελε να σπουδάσει, να γίνει κάποιος με το πτυχίο και την αξία του. Αλλά δεν τράβαγε τα γράμματα, τον τραβούσανε οι κοπέλλες. Επινε ένα ποτήράκι να πάει κάτω το χαμένο όνειρο. Πήγε στο Στρατό, να κάνει καριέρα..όμως απο τη Σχολή Ευελπίδων όλο καυγάδες έκανε, παρορμητικός είχε δείρει και έναν ανώτερό του γιατί…δεν θυμάμαι το λόγο. Εφτασε στο βαθμό του Συνταγματάρχη με το ζόρι βιάζονταν να τον συνταξιοδοτήσουν. Ενα ποτήρι μεγάλο μπάμ και κάτω. Μετά ποτέ δεν τον ξαναπήραν, μπήκε στο μαγαζί του πατέρα του που ήταν ράφτης. Προκοπή μηδέν ομως επειδή ήταν μπήχτης τον βγάζανε έξω στα καρότσια του πεζοδρομίου να προσελκύει πελάτισες. Ο πεθερός μου μεγάλωνε τ’ αγόρια μου, γιατί δούλευα τότε μοδίστρα σε οίκο νυφικών και δεν πρόφταινα. Απο το ζευγάρι κάνει καριέρα όποιος μπορεί να φέρνει λεφτά στην οικογένεια.

Το όνειρο του Β ήταν να κάνει μεγάλη ζωή, να γίνει κάποιος αστέρας του σινεμά, της μπίζνες, στη τηλεόραση αργότερα. Κυνηγούσε τη θεά Τύχη στον ιππόδρομο, στα στοιχήματα, στα βελάκια, όχι όμως στα χαρτιά, ευτυχώς δεν του άρεσαν. Κυνηγούσε γυναίκες πλούσιες, συχνά τις έτρωγε απο τους μνηστήρες τους, το όνειρό του ήταν  να τον ερωτευθεί μία ασχημούλα σαν τη Χριστίνα Ωνάση. Θα έκανε τη τύχη του και εκείνη τη δική της. Δεν τον ερωτεύτηκε όμως. Βάλε άλλο ένα, μπάρμαν.  Αγαπούσε τα παιδιά του πολύ ήταν φίλος τους, ανέμελος, τα πήγαινε στο Ροντέο της Κηφισιάς και τ’ ανέβαζε στη ρόδα, ενώ εκείνα τσίριζαν απο χαρά. Οταν έγιναν έφηβοι αρχίσαν να καυγαδίζουν και τότε τα έδερνε. Ο Μάρκος μου τον μίσησε για το ξύλο, του άρπαξε μιά φορά τη βέργα και τον έκανε μαύρο. Σούρνωντας πήγε στο καπηλειό, όρθιος τα κοπάνησε, πόναγε το πετσί του δεν καθόταν στα σκαμνιά του μπάρ. Να δέρνονται γιοί και πατέρας, φρίκη. Εκλεινα τα μάτια και τ’ αυτιά μου και δούλευα περισσότερο. Απεταξάμην των ευθυνών μου. Αποτάσσομαι.

Θυμάμαι τα όνειρά του που δεν έγιναν. Θυμάμαι και αυτά που έγιναν. Τον αγαπούσα παρά τα ελαττώματά του.