Μιά πολύτιμη συντρόφισσα

Γερνάω και αλλάζω συνήθειες. Αυτό είναι κακό και καλό. Είναι κακό γιατί κατα βάθος θέλω να κρατήσω τη ζωή μου σε γνωστά καλούπια, χωρίς αλλαγές για να νοιώθω προστατευμένη απο τη μοίρα. Να έχω δίπλα μου τον Β και ας μαλώνουμε όλη μέρα. Να έχω δίπλα μου τον Β για ν’ αγκαλιαζόμαστε τη νύχτα, να έχω τη παρέα του, τη μυρωδιά του. Γερνάς και θέλεις ησυχία..κακομαθαίνει η γριά στα σύκα και δεν χρησιμοποιεί τα δόντια της.. Χωρίς αλλαγή στη ζωή, υπάρχει ζωή ; Ξέρω ‘ γω ; Αυτό που ξέρω είναι οτι θέλοντας και μη αλλάζω συνήθειες. Ερχονται γεγονότα, άνθρωποι και καταστάσεις που με κάνουν να αναθεωρώ. Εκεί που έλεγα ότι θα μείνω στο σπίτι μου στην Αθήνα όλη μου την υπόλοιπη ζωή μου, που στα μάτια μου φαινόταν σύντομη λόγω εμφράγματος, έφυγα για όλο το καλοκαίρι και πήγα σ’ ενα νησί. Στρογγυλοκάθισα, βολεύτηκα, έκανα παρέες και έπιασα και τη παλιά μου τέχνη, κοπτοραπτού..πήρα και προαγωγή έγινα και ντιζαϊνάτη, σχεδίασα και νυφικά. Εκανα και μερικά μπάνια στη θάλασσα, παρόλλο που οι γιατροί λένε ότι δεν κάνει. Αλλαξε η ζωή μου στο νησί, η μοναξιά μέσα μου δεν ήταν τόσο αισθητή. Οι άνθρωποι γύρω μου με πρόσεξαν και τους οφείλω πολλά για την αμέριστη αγάπη τους.

Τα πρωϊνά στις παραλίες που καθόμουνα κάτω απο την ομπρέλα μου κόλλησε μιά γάτα. Δεν είχα κάτι να της δώσω, απλά ερχόταν για παρέα και χάϊδεμα, και όταν μάζευα τις πετσέτες να φύγω περπατούσε δίπλα μου. Εμαθε και το σπίτι. Της έδινα απο το φαγητό μου, μετά ης πήρα και κονσέρβες. Μιά καλή τρυφερή γατούλα. Ενα παιδί απο το νησί προσφέρθηκε να της κάνει εμβόλια και να την αποπαρασιτώσει, μη μου κολλήσει τίποτα. Πλήρωσα εγώ τον κτηνίατρο..για τη Μελισάνθη μου. Ετσι την είπα..στην αρχή, μετά τη φώναζα «Μελί, μελένια, λισάκι μου». Κοιμόταν σε μιά καρέκλα με μαξιλάρι δίπλα μου. Ακουγα το χουρχούρισμά της τις νύχτες και ένοιωθα ότι οι μέρες της ορφάνιας και της νυχτερινής μοναξιά τέλος. Κάποια ψυχή με επέλεξε να μοιρασθεί μαζί μου τις νύχτες μου, να βοήθησει να σηκωθεί το πέπλο της οδύνης. Ετσι, όταν μάζεψα τα μπογαλάκια μου να έρθω Αθήνα, η Μελισάνθη ήρθε μαζί μου. Δεν ήξερα αν ήθελε να αφήσει το νησάκι της και την ελευθερία της, ζάρια έρριξα και τη πήρα σε ένα κλουβάκι. Αν στενοχωριόταν θα την έστελνα πίσω με τη πρώτη ευκαιρία.

Η Μελισάνθη, λάτρεψε το σπίτι και τα μπαλκόνια, λάτρεψε και τον Αλέκο (τον φοιτητή της ιατρικής που ζεί κοντά μου στο δωμάτιο του Β) γιατί τη χάίδευε με τις ώρες, γνώρισε και την ευρύτερη οικογένεια και αισθάνθηκε ότι μπήκε σε ένα μεγάλο κοπάδι, κάτι που μάλλον της έλειπε. Είπα απο μέσα μου ότι θα με αφήσει με τόσους νέους «αρραβωνιαστικούς» που χαιρόντουσαν που την έβλεπαν. ..Εκανα λάθος. Αντίθετα, μετακόμισε ακόμη πιο κοντά μου..τις νύχτες κοιμάται πάνω στα πόδια μου..δείχνοντάς μου έτσι τη χαρά της.

Αχ! και ναξερε πόσο πολύτιμη είναι η παρουσία της.. ΜελισάνθηΤη φωτογραφία τη τράβηξε η νύφη μου. Η Μελισάνθη κάθεται στο κήπο μέσα στ’ αγριόχορτα.. και κάνει την αδιάφορη.

Advertisements