Μία ιστορία

Πήρα φόρα, απο χθές και θα γράψω μία ιστορία που μου είπαν. Να τη βγάλω απο πάνω μου γιατί τσούζει το δέρμα μου. Με ενοχλεί να γίνονται τέτοια πράγματα όμως ποτέ δεν ξέρεις πως πραγματικά ζεί κανείς γιατί οι πόρτες στο σπίτι του είναι κλειστές. Τότε που ζούσαμε στα χωριά, ότι και να συνέβαινε όλοι το μάθαιναν, σκατοκουτσομπολιό λές, ναί αλλά υπήρχε υποστήριξη. Οι αντρες πιάνανε το γαμπρό και ανάλογα το παράπτωμα τον μάλωναν ή τον κάνανε τόπι, οι γυναίκες τη νύφη. Τώρα με την αποξένωση της συγχρονης ζωής, όσοι τολμούν μιλούν στους ψυχολόγους, στις «κολλητές», ή τα καταπίνουν.

Μιά φορά και έναν καιρό, μετά τον Β’ΠΠ όμως, ήταν ένα ζευγάρι με 3 παιδιά – 2 κορίτσια και 1 γιός. Εκείνος στρατιωτικός, πρώην πεζοναύτης, ή κάπου στις Ειδικές Δυνάμεις δούλευε, η γυναίκα στο σπίτι με τα παιδιά. Γνώρισα τη γυναίκα κάποια παλιά εποχή, μία ευχάριστη νοικοκυρά αν και κάπως μαζεμένη. Τον άνδρα της τον είχα δεί μιά με δύο φορές, είχε παράξενη συμπεριφορά: ενώ ήταν περιποιητικός με τις γυναίκες μιλούσε άσχημα στη δική του γυναίκα «έλα εδώ, πάρτο αυτό, κουνήσου ξημερώσαμε» και αυτή έκανε άμεσα ότι τη πρόσταζε χωρίς αντίρρηση, ίσως και με χαμόγελο. Με ενοχλούσε αυτό, αλλά αφού άρεσε σ’ εκείνη, όλα θα ήταν καλά.

Χρόνια αργότερα μία απο τις κόρες τους έμενε δίπλα απο το σπίτι μου τότε που ζούσα στη Καλλιθέα – στο διπλανό διαμέρισμα. Είχε παντρευτεί έναν έμπορο και είχε κανει μαζί του ένα μικρό αγοράκι, στο νήπιο πήγαινε. Κάθε σαββατοκύριακο το ζευγάρι μάλωνε.. αυτή του έβαζε τις φωνές και αυτός – που ακουγόταν περισσότερο – την έλεγε τρελλή, ίδια η μάνα της, τούτο κείνο., στο τέλος άνοιγε τη πόρτα και έφευγε και εκείνη έκλαιγε. Ολα αυτά μπροστά στο παιδί που κρυβόταν κάτω απο το τραπέζι. Αν δεν κρυβόταν και πήγαινε κοντά τους ξεσπούσαν και οι δυό στο παιδί και το δέρνανε. Ηταν πολύ δύσκολη η συμβίωση μαζί τους γιατί δεν νοιώθαμε άνετα να καλούμε κόσμο στο σπίτι όταν απο τον τοίχο δίπλα να ακούμε μωρή, μαλάκα και του κόσμου τις βρισιές. Του είχαμε κάνει σύσταση, να μαζέψει τη γλώσσα του και τη γυναίκα του, να σταματήσουν το θόρυβο, να ενοχλούν. Τίποτα δεν έγινε γιατί δεν μαλώνανε τις ώρες κοινής ησυχίας, τις άλλες ώρες μαλώνανε. Μιά μέρα μόνο η γειτόνισσα μου είπε την ιστορία της μάνας της (την έγραψα πιο πάνω περιληπτικά) και μου έδειξε τη πικρία της, ότι απο τον ένα βάναυσο και υβριστή πατέρα, έπεσε στην ίδια πάστα συζύγου. Εκλαιγε που την πάτησε έτσι. Κάποια στιγμή μετακόμισαν.

Πρίν 5 χρόνια πουλήθηκε στον 5 όροφο ένα διαμέρισμα σε ένα ζευγάρι. Μεσόκοποι και οι δυό. Τότε που μπορούσα ακόμη να κάνω πράγματα, ήμουνα και διαχειρίστρια, πήγα επάνω να τους γνωρίσω. Ο συζυγος με θυμόταν, ήταν ο γιόκας της κυρίας γειτόνισας στη Καλλιθέα..τι μικρός που είναι ο κόσμος. Το ζευγάρι είχε και τη μάνα τους μαζί, τη δική του μάνα που είχε άνοια. Τη περιποιόντουσαν και οι δυό εναλλάξ, την φρόντιζαν και την αγαπούσαν. Αυτό ήταν καλό. Το κακό είναι που τσακώνονται κάθε τόσο μεταξύ τους για το τίποτα, ποιός θα κατεβάσει τα σκουπίδια, γιατί δεν κατέβασες τη λεκάνη στη τουαλέτα, ηλίθια είσαι που δεν ξέρεις να χρησιμοποιείς έναν απλό υπολογιστή, όλο βόλτες-ψώνια και τις φίλες σου, άλλες ηλίθιες σαν και σένα, κότες απο το γραφείο σου,αει σιχτίρ ζώο. Εμένα θα πείς ζώο, που σε στηρίζω με το μισθό μου, ανεπρόκοπε όλο στο καφενείο και στο γκόλφ! Ακου γκόλφ! Αυτό σε μάρανε, η ξενομανία.. και μετά δέρνονται. Αυτός πρέπει να είναι τρελλός που τη μπατσίζει γιατί τη γνώρισε, όπως μου είπε, πρίν χρόνια σε μία σχολή καράτε, ήταν η δασκάλα τους, αυτός μικρότερος. Κάθε που τη χτυπάει, μετά κυκλοφορεί με μπαστούνι. Και λέμε όλοι στη πολυκατοικία ότι δεν αντέχουμε άλλο, τους φέραμε και το 100 να τους κάνει σύσταση, το χαβά τους αυτοί.

Αναρωτιέμαι και λέω πόσο επηρεάζουν τα παιδιά οι γονείς τραμπούκοι. Απο ένα πεζοναύτη περιμένεις να είναι επιθετικός με τους άλλους, όχι μέσα στο σπίτι του – αυτό μάλλον δεν ισχύει. Τι κρίμα που και οι επόμενες γενιές κάνανε τα ίδια λάθη, δεν ξεπέρασαν ποτέ τον πόνο που ένοιωθαν και βίωναν. Και μετά έκαναν πάλι τις λάθος επιλογές, ίσως για να ξορκίσουν το παρελθόν, που έγινε παρόν και ίσως να γίνει και μέλλον.

Σκοτωθήκανε πάλι χθές το βράδυ.

 

 

 

Είμαι εδω και συγχρόνως λείπω

Υπάρχω ακόμη, παρόλλα τα προβλήματα υγείας. Αρθριτικά, καταρράκτης και στα δύο μάτια, δεν περπατάω πολύ και βγαίνω μόνο με το αυτοκίνητο.

Δεν γράφω πιά σχεδόν καθόλου. Ξέχασα τη παλιά ζωή γιατί έχω νέα ζωή μπροστά μου. Ασχολούμαι με τα παιδιά και τον νεαρό μου νοικάρη που σπουδάζει γιατρός. Είναι στο δεύτερο έτος τώρα, ήδη έχει μπεί στο πνεύμα της σχολής. Είναι καλή παρέα, ιδιαίτερα άμα συμπέσουμε στο τραπέζι. Μαγειρεύω για εκείνον και για μένα. Εχω κάτι να κάνω.

Δεν τον ενοχλώ καθόλου ούτε επεμβαίνω στη ζωή του. Δυό φορές έφερε και τη κοπέλα του εδώ και μείνανε μαζί το βράδυ. Κάποιο σαββατοκύριακο ήταν. Το πρωϊ, δεν ήξερε πως να το χειριστεί, άλλαζε πόδι συνέχεια, μέχρι που βρήκε το τραπέζι στρωμένο με 3 πιάτα. .και κατάλαβε ότι οι τυπικότητες είναι για τους γέρους στη καρδιά.

Ζώ καλά στην Αθήνα, έχω συντροφιά και γάτα. Δεν το βλέπω να πηγαίνω φέτος στο νησί της συμπεθέρας, αυτό που βλέπω είναι οτι η συμπεθέρα μάλλον θα έρθει να ξεκαλοκαιριάσει εδώ γιατί θα κάνει μιά εγχείριση και μετά θα χρειάζεται παρέα. Εχασε τον άνδρα της πέρυσι απο ανακοπή. Και το νησί δεν τη χωράει. Δύσκολη η μοναξιά όταν γερνάει το σώμα. Θα έρθει άμα τελειώσει η Σχολή του μικρού και φύγει εκείνος για διακοπές. Τότε θα έρθει η συμπεθέρα να μείνουμε ξανά μαζί.

Οπότε όσο κι αν λείπω απο το ιντερνέτ, είμαι ακόμη εδώ.