Η πολυκατοικία

Ζώ σε πολυκατοικία τα τελευταία 40 χρόνια. Πιο πρίν έμενα στη Καλλιθέα στο σπίτι της πεθεράς μου, κάτω εκείνη, πάνω εμείς με τον άνδρα μου και τα παιδιά. Ηταν καλή η πεθερά μου, καλή με όλους εκτός απο τον άνδρα μου, που του τράβαγε τ’ αυτιά για τις αποκοτιές του, κοτζάμ άνδρας παντρεμένος και να κάθεται σούζα μπρός στη μάνα του, μισή πιθαμή γυναίκα, για να τον μαλώνει. Ηταν κι αυτός όμως ζόρικος. Μαζί του τα έβαζε και ο πατέρας του (ανάπηρος πολέμου), εκεί όμως απλά βριζόντουσαν. Η πεθερά ήταν καλή και νοικοκυρά, μου πρόσεχε τα παιδιά όταν δούλευα και όταν ο Β. ήταν σε ταξίδια λόγω στρατού. Είχε βγάλει (με τις κλωτσιές) τη Σχολή Ευελπίδων παλιά και έκανε καριέρα στρατιωτική, μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε. Τα πεθερικά ήταν απο τη Νάξο, όμως όταν τραυματίστηκε ο πατέρας του σπιτιού και δεν μπορούσε να ζεί στο νησί μόνιμα, μετακόμισαν στη Καλλιθέα σε ένα μικρό σπιτάκι που είχανε προικώο, το φτιάξανε και μείνανε εκεί ώσπου πέθαναν. Οταν πέθαναν τα πεθερικά ο Β έκλαιγε συνεχώς και δεν ήθελε να δεί τη Καλλιθέα στα μάτια του. Φύγαμε λοιπόν και πήγαμε σε άλλη περιοχή, παραθαλάσσια. Μείναμε σε πολυκατοικία που τότε θεωρείτο μεγάλη υπόθεση, δηλαδή να έχεις θέρμανση και τρεχούμενο ζεστό νερό, ωραίο σπίτι καινούργιο αλλά μικρότερο απο το παλιό – που αυτό σήμαινε ότι δεν μπορούσες να πάρεις μαζί σου τα επιπλά σου γιατί δεν χώραγαν, ωστε να πάρεις άλλα μικρότερα που χώραγαν. Πολυκατοικία σήμαινε, νέα ζωή. Το σπίτι των πεθερικών έγινε και αυτό πολυκατοικία, υπέγραψε ο Β και οι αδελφές του τα συμβόλαια. Οταν τελείωσε η εκεί πολυκατοικία εκείνες έμειναν εκεί, ο Β όχι, ήθελε ν’ αγναντεύει θάλασσα και όχι τα σώβρακα της μπουγάδας του απέναντι. Μιλάμε για το 1969. Η πολυκατοικία είχε 6 πατώματα, ασανσέρ, θέσεις για παρκάρισμα στο υπόγειο – παράξενο για την εποχή γιατί τότε κανείς δεν σκεφτόταν να κάνει παρκιν, δεν ήταν και υποχρεωτικό, ο μηχανικός όμως είχε 2 αυτοκίνητα και ήθελε να τα στεγάζει με ασφάλεια, ετσι έδωσε ανα διαμέρισμα θέσεις για παρκάρισμα. Αυτό μας βγήκε σε μεγάλο καλό, γιατί άμα γυρίζεις ψόφιος απο τη δουλειά, που να κάθεσαι να ψάχνεις για θέση πάρκιν, το γύρω-γύρω όλοι έκαναν οι άλλοι. Μέχρι το 1980 είχαν 4πλασιαστεί τα αυτοκίνητα και οι θέσεις είχαν μείνει οι ίδιες.

Η πολυκατοικία είχε και άλλους κατοίκους, άλλους ιδιοκτήτες, άλλους ενοικιαστές. Οι πρώτοι έβγαζαν με κλήρο και έναν διαχειριστή – ξεκίναγε περήφανος τη καριέρα του και κατέληγε καρπαζοεισπράκτορας, όπως όλοι τελικά οι διαχειριστές. Οταν φροντίζουν καλά τα συμφέροντα όλων, κανείς δεν έλεγε ούτε ένα ευχαριστώ, μόλις κάτι πάει στραβά, άρχιζε η μουρμούρα. Οι ιδιοκτήτες έλεγχαν τα πάντα, οι ενοικιαστές συμφωνούσαν υποχρεωτικά γιατί αν δεν τους άρεσε μπορούσαν άνετα να φύγουν. Ο πρώτος διαχειριστής ήταν γυναίκα, μία κυράτσα της αυλής, σαν τη παλιά ταινία με τη Κατερίνα Γιουλάκη σπιτονοικοκυρά.. έξοχη στο ρόλο της και στους επόμενους βέβαια ρόλους της. Διαόλου κάλτσα, έβαζε τους νοικάρηδες να τσακώνονται συνεχώς με τους ιδιοκτήτες τους αλλά να τα βρίσκουν τελικά και έτσι να μη μετακομίζουν, και εκείνη σαν το περιστέρι της ειρήνης κάπου ανάμεσα. Τις πράξεις της αριθμητικής τις έκανε σαν το μπακαλόγατο, τσάκα-τσάκα ήξερε τα ποσοστά των διαμερισμάτων, έβγαζε τους λογαριασμούς εύκολα χωρίς χαρτί και μολύβι και για επαλήθευση έκανε και τις προσθέσεις. Με ένα σφουγγαρόπανο κυκλοφορούσε και αλλοίμονο αμα πάταγες εκεί όπου είχε πλύνει.. χαμός. Τα πιτσιρίκια τα δικά μου που φεύγανε για σχολείο το πρωϊ, συνήθως πάταγαν στα νερά και επίτηδες ρίχναν και σάλτα για να κάνουν γραμμές… Janitorrτους παραφύλαξε και μετά τους έδωσε μιά σφαλιάρα του καθενός και υποσχέθηκε να το πεί στο μπαμπά τους άμα τον δεί. Και μετά κάνανε τις Παναγίες, γιατί ο Β. νευρίαζε άσχημα όταν τα παιδιά του συμπεριφερόντουσαν σαν αγροίκοι. Οι άλλοι ας είναι ότι θέλουν νάναι, οι γιοί του θα είναι Κύριοι.

Οι καιροί περνάνε και ο κοσμος φεύγει, μετακομίζει ή πάει στην Παράδεισο, που έλεγε κάποιος συγγραφέας που δεν θυμάμαι. Τώρα μένουν τα παιδιά των πρώτων κατοίκων και τα εγγόνια. Λίγα είναι νοικιασμένα, οι ιδιοκτήτες που είδαν τα λεφτά τους να μειώνονται, ξενοίκιασαν τα διαμερίσματα και μπήκαν μέσα εκείνοι. Ο Β. και εγώ εναλλάξ, γίναμε πολλές φορές διαχειριστές απο τότε που συνταξιοδοτηθήκαμε. Σαν διαχειριστές τα είδαμε όλα. Γιατί η ποιότητα του ανθρώπου φαίνεται στη καθημερινότητά του, όχι όταν περφουμάρετε και φοράει τα καλά του και κάνει τον Ευρωπαίο, ενώ είναι πανάθλιος νταής απο το χωριό. Ετσι θα γράψω για το μεγάλο ειδύλλιο της πολυκατοικίας μας για έναν μεγάλο έρωτα που πολύ δύσκολα έσβησε.. αλλά η ανάμνησή του διαρκεί ακόμη….

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s