Ενας έρωτας μεγάλος..

που στα χρονικά δεν έχει γραφτεί άλλος. Μιά φορά και έναν καιρό σε μία νεόκτιστη πολυκατοικία της δεκαετίας του ’70, μία χήρα αγόρασε 1 διαμέρισμα για να μείνει με το γιό της που τότε ήταν παλληκαράκι. Η χήρα που ήταν σχετικά κοτσονάτη, έπιασε σχέσεις με όλους τους γείτονες, ψάχνοντας σίγουρα για γαμπρό, αλλά ωσπου να τον βρεί πήγαινε και με κανέναν παντρεμένο. Εννοείται οτι τις δουλειές αυτές τις έκανε όταν ο γιός έλειπε, είτε γιατί ήταν στο σχολείο του, είτε για εκδρομές, εξοχή, στο χωριό. Αργότερα πήγε για σπουδές στη Θεσσαλονίκη και το πράγμα ξέφυγε. Αρραβωνιάστηκε η μητέρα του αλλά αντίγ για κουφέτα, εγινε ένας τρικούβερτος καυγάς στη πολυκατοικία με φωνές, ξυλιές και ουρλιαχτά γιατί κάποιος «τα πρόλαβε» του μελλοντικού συζύγου που ήταν ξενομερίτης και τη ρώτησε, εκείνη τα μάσησε και ο νέος σήκωσε τη χείρα. Βεβαίως γάμος δεν έγινε. Εμεινε όμως η ρετσινιά στο διαμέρισμα. Γύρισε και το παιδί της απο τη Θεσσαλονίκη και δήλωσε ότι θέλει να γίνει παπάς και πήγε σε Ιερατική Σχολή. Η μητέρα του χάρηκε απο τη μία γιατί θα γινόταν παπάς ο γιός της, απο την άλλη δυσαρεστήθηκε γιατί θα ήταν στην Αθήνα, στούμπος και εκείνη δεν θα είχε το ελεύθερο να μπαζοβγάζει τους αγαπητικούς της. Γιατί παρόλλα τα χρονάκια της, θα ήταν τότε γύρω στα 65, τη θέλανε πολλοί, σιτεμένοι μεν αλλα καλοστεκούμενοι δε. Ετσι η κοινή ζωή συνεχίστηκε, αλλά με καυγάδες γιατί ο γιός σήκωνε το χέρι και την έκανε τόπι τη χήρα…και εκείνη τον νύχιαζε στο πρόσωπο και κυκλοφορούσαν και οι δυό στο δρόμο σε κακό χάλι. Οι κακές γλώσσες λέγανε ότι 2-3 φορές την είχε πιάσει στα πράσα με κάποιον αγαπητικό και την είχε δείρει τη μία φορά μετά τον έδειρε ο αγαπητικός και τέλος η σχέση μεταξύ μάνας και γιού καταστράφηκε μιά μέρα ανήμερα Κυριακής του Πάσχα όταν επέστρεψε η μανα απο το ταξίδι της αναπάντεχα και τον βρήκε παρέα με 2 άντρες να τον καβαλάνε. Εκεί σκοτωθήκανε, γιατί βγήκε απο το διαμέρισμα τσιρίζοντας και χτύπαγε τις πόρτες ουρλιάζοντας ότι ζώ με έναν ανώμαλο, έναν φλώρο, έναν κύναιδο..πανζουριλισμός, γέλια μέχρι δακρύων γιατί τη κυνήγησε ο «ανώμαλος» γιός τσιτσίδι στην αρχή και με ένα σόρτς μετά στις σκάλες «που θα με πείς εμένα ανώμαλο, παλιοπουτάνα που δεν έχεις αφήσει π***για π*** που δεν ρούφηξες»…και πάει λέγοντας, μέχρι που τους μάζεψε το 100. Και μετά η χήρα μετακόμισε. Και μας έμεινε ο γιός.

Ερχόμαστε λοιπόν στις μέρες μας…μέρες της δεκαετίας του 90. Με το ασανσέρ να ανεβοκατεβαίνει ένας κοτσωνάτος παπάς. Ανύπαντρος, σοβαρός, μένει μόνος, δεν ενοχλεί, πληρώνει κανονικά τις υποχρεώσεις του. Κατά καιρούς ακούγεται να ψέλνει, αλλά παπάς είναι τι άλλο να κάνει. Την ιστορία του βέβαια τη μάθαμε απο τους παλαιότερους. Ομως τελικά τα μήλα πάνε κάτω απο τις μηλιές.  Πρώτα τα έφτιαξε με μία γυναίκα που του εξομολογείτο τις αμαρτίες της. Είχε πολλές αμαρτίες κάνει, η περιπεσούσα γυνή, και ο παπάς τη τιμωρούσε για να την εξαγνίσει και μετά να τη βυθίσει σε ακόμη περισσότερες αμαρτίες. Την έδερνε στο διαμέρισμά του, αφού της έκλεινε το στόμα για να μην ακούγεται και μετά βυθιζόντουσαν μαζί σε πολλές ακόμη αμαρτίες. Αυτή όμως άφηνε το κινητό της να αναμένο και έγραφε τις συνομιλίες..έτσι όταν ο σύζυγος ξύπνησε απο τη νάρκη του και κατάλαβε ότι τα κέρατά του είχαν φθάσει μέχρι τα Μέγαρα, έβαλε κάποιους και τη παρακολούθησαν και βρήκε ότι μόνο στο σπίτι του παπά πήγαινε..και ώρες που έλειπε ο κόσμος ο πολύς είτε στις δουλειές, είτε στο σχολείο. Και μία Τετάρτη πρωϊ τους πιάσανε στα πράσα, σαματάς μεγάλος γιατί ο σύζυγος και οι φίλοι του τον βάλανε κάτω τον παπά και δεν ξέρω και εγώ τι του κάνανε..γιατί μετά δεν μπορούσε να περπατήσει, η περιπεσούσα τη γλύτωσε με 2-3 σφαλιάρες.

Και η ιστορία τελειώνει εδώ; Που είναι ο έρωτας ο μεγάλος που μας έταξες;

Η ιστορία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ο Β πέθανε απο γηρατειά, τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου μεγάλωσαν, τα δικά μου μαλλιά άσπρισαν και αυτοί οι 3 είναι μαζί. Ναί η περιπεσούσα και ο παπάς βλέπονται ακόμη, χώρια βλέπει ο παπάς και το σύζυγο. Καμμιά φορά πάει το ζευγάρι μαζί, για να εξομολογηθούν στο σπίτι του παπά φαντάζομαι together in electric dreams.

Eρωτας.

Advertisements

Η πόλη

Τελευταία κάθομαι και σκέφτομαι τη πόλη που ζώ, τις πόλεις που είχα ζήσει παλιά και περπατήσει και γνωρίσει και αγαπήσει και αποχωρίσει απο αυτές. Επιασα ένα τετράδιο και άρχισα να γράφω για τις πόλεις αυτές. Ολες είχαν κοινά χαρακτηριστικά αλλά και τη δική τους προσωπικότητα. Κατέγραψα φερ’ειπείν και μερικά ξεχωριστά γνωρίσματα όπως τότε που είχα μείνει στη Καλαμπάκα, δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει τα Μετέωρα που δεσπόζουν απο πάνω της ή στη Θεσσαλονίκη όλα αυτά τα Οθωμανικά κάστρα και τα τζαμιά. Ομως η αρχαιολογική κληρονομιά του κάθε τόπου δεν ταυτίζεται με τη ψυχοσύνθεση του ντόπιου, η ιστορία κάθεται απο τη μιά μεριά και ο κάτοικος είναι απο την άλλη, στη μέση η άβυσσος των ετών που τους χωρίζουν.

Ο ντόπιος πληθυσμός επηρεάζεται μόνο απο τα σύγχρονα ερεθίσματα που παίρνει και που προσπαθεί να τα συγχωνεύσει στη καθημερινότητά του και την ιδιοσυγκρασία του. Ενώ σαν Ελληνες είμαστε όλοι της ίδιας ράτσας και νοοτροπίας, διαφέρουμε μεταξύ μας ανάλογα με τη πόλη που ζούμε. Οι Κερκυραίοι είναι πολύ διαφορετικοί απο τους Καλαμπακιώτες και οι Κοζανίτες απο τους Κυθηριώτες. Γενικά οι νησιώτες είναι πιο χαρωποί, ίσως η θάλασσα τους μαγεύει, τους ηρεμεί ή τους προσφέρει αλλαγή – και ο τουρισμός που έρχεται σε κοπάδια με καράβια και αεροπλάνα τους μεταμορφώνει σε ευχάριστους κατοίκους ίσως και πλουσιώτερους. Στη Κοζάνη δεν πάνε πολλοί τουρίστες, δεν θέλουν να αναπνέουν τον αέρα της Πτολεμαϊδας και κανείς δεν λέει το αντίθετο. Στη Κοζάνη, οι ντόπιοι λέγανε τα παιδιά μου Αούτους, απο το «άουτ», που σημαίνει μάλλον ξένος, και εμένα έτσι με λέγανε. Δεν θέλανε πολλά πολλά με εμάς, κάθονται στις δικές τους τρύπες και μαγειρεύανε λαχανοντολμάδες όλοι μαζί. Μία πόλη να μυρίζει λαχανοντολμά κάποιες εποχές του χρόνου. Στη Κομοτηνή ήταν η καλύτερή μου : ανακατευόμουνα μέσα στα παζάρια με τις τουρκάλες και τις ακολουθούσα στις επιλογές τους για μαγαζιά, καθόμουνα στην ουρά πίσω τους για φρεσκοκομμένο καφέ ή για λουκούμια. Οι ελληνικές οικογένειες που γνώρισα απο το σχολείο των παιδιών μου στη Κομοτηνή ήταν εξαιρετικές, φιλόξενες, ευχάριστες, είχαμε να πούμε τόσα πολλά, για ραψίματα, για συνταγές, τα παιδιά μιάς οικογένειεας είχαν προθυμοποιηθεί να μας πάνε βόλτα στην ύπαιθρο, δεν πρόλαβα μόνο να μάθω τη τοπική διάλεκτο..κατι λέξεις μόνο. Στη Κρήτη, στα Χανιά, είχα μείνει 2 χρονια περίπου έκανε ζέστη και είχα βάλει τη ραπτομηχανή σε ένα σκιερό μέρος στο μπαλκόνι – είχε τέντα απο πάνω. Νωρίς το πρωϊ σηκωνόμουνα και έραβα και θυμαμαι τις γειτόνισες να βγαίνουν έξω και να με κυττούν. Μετά όταν έπιανε η ζέστη και έμπαινα μέσα μαζί με το τροχήλατο τραπεζάκι της ραπτομηχανής, ερχόντουσαν μία-μία «άκουσα τη ραπτομηχανή σας, σας είδα να ραβετε, έλεγα λές να είναι μοδίστρα, ξέρετε και εγώ δούλευα ράφτρα σε..» και πιάσαμε φιλίες. Τι μεγάλα κέφια κάναμε τότε, ο Β ήταν μονίμως τύφλα με τις τοπικές ρακές και κρασιά, ευτυχώς, έτσι τσιλιμπούρδιζε λιγώτερο – το πολύ ποτό δεν βοηθάει, δεν σηκώνονται οι προκόπηδες και γίνεσαι ρεζίλι.

Οι πόλεις μας αλλάζουν, όταν ερχόμαστε απο διαφορετικές νοοτροπίες ή αλλάζουμε εμείς τις πόλεις φέρνοντας διαφορετικό τρόπο ζωής. Μερικές πόλεις θέλουν να αναβαθμιστούν, να προσφέρουν καλύτερη ποιότητα ζωής στους πολίτες τους όπως τα Τρίκαλα και η Λάρισα που έβαλαν ποδηλατόδρομους σε κάθε σημείο, έμαθαν το κόσμο να τους σέβεται και τους τουρίστες τους εκπαίδευαν, αν δεν θέλεις να συμμορφωθείς μην έρθεις.  απο πολύ παλιά. Αλλες πάλι πόλεις δεν κάνουν καμμία κίνηση για αναβάθμιση, αντίθετα χαλάνε και την υπάρχουσα ποιότητα π.χ. στο φαγητό της ταβέρνας αυξάνοντας τη τιμή και μειώνοντας τη ποιότητα (χωριάτικη σαλάτα όπου οι ελιές, το ελαιόλαδο και η φέτα μπαίνουν έξτρα ΑΜΑ τις ζητήσει ο πελάτης.  Φαντάσου να είσαι Ελληνας και να σου φέρει ο πονηρός μία χωριάτικη χωρίς λάδι, φέτα και ελιές και να τα χρεώσει και έξτρα, σκαρφαλώνεις στο πάγκο και του βαράς δυο σφαλιάρες να συνέλθει) γιατί σου λέει, έρχονται για τα αρχαία, τα μοναστήρια, τη παλιά πόλη, το κάστρο δεν πειράζει αν η μπριζόλα είναι ακριβή σόλα.  Η εκμετάλλευση της ιστορίας μας με το χειρότερο τρόπο.

Και μετά έχουμε τις πόλεις του εξωτερικού, εκεί που τα σύνορα δείχνουν και τις νοοτροπίες των λαών. Πως ανάκατοι λαοί ζούν και πορεύονται κάτω απο ένα κράτος που δίνει τη γραμμή. Αντίθετα με την Ελλάδα που οι άνθρωποι δίνουν τη γραμμή της πόλης, που χαράζουν τη ρότα αν θέλεις να το πείς, στο εξωτερικό ο θεσμός του Κράτους χαράζει τη ρότα των πόλεων – οι παλαιοί πολίτες εκπαιδεύουν τους νεώτερους ωστε να κρατηθεί ο επιλεγμένος τρόπος ζωής. Αν δεν σ’ αρέσει δρόμο. Δεν μπορείς να βάλεις πιστολάκι για να στεγνώσεις τα μαλλιά σου στις 23.00 στην Ελβετία γιατί μπορεί να ενοχλήσεις το γείτονα που κοιμάται. Ενώ στην Ελλάδα ακούγεται αστείο να μη μπορείς να κάνεις οτιδήποτε χωρίς να δίνεις λογαριασμό, στη Γερμανία έτσι και κλείσεις το δρόμο για να μετακομίσεις (για 1 ώρα δλδ) και δεν έχεις πάρει άδεια σε καρφώνουν οι γύρω κάτοικοι και σε μαζεύει η Αστυνομία. Και μετά πάμε και λέμε «πω, πω τι καθαρή που είναι η Σιγκαπούρη, ούτε μία γόπα δεν είδα κάτω», χα! ενώ στην Ελλάδα ρεύονται και φτύνουν ακόμη και στο αυτοκίνητό σου.

Αρα, δεν σ’ αρέσει η Ελλάδα. Μ’ αρέσει η Ελλάδα, μ’ αρέσει να κάνω του κεφαλιού μου χωρίς να φοβάμαι μη με καρφώσει ο γείτονας (που θα έχει και εκείνος κάνει τις πομπές του). Μ’ αρέσει η δική μου πόλη, που είναι κοντα στη θάλασσα αλλά δεν τη βλέπω τη θάλασσα, πρέπει να περπατήσω για να πάω κοντά της. Κάτι πρέπει να κάνω για να προσεγγίσω αυτό που αγαπώ. Και ας είμαι πεισματάρα και λίγο ανυπότακτη. Οπως όλοι στη ράτσα μου. Οπως όλοι εσείς, εμείς.

Καλημέρα

Καλημέρα φίλες και φίλοι μου, είμαι ακόμη εδώ, εν ζωή ας πούμε, Αύγουστος στην Αθήνα και υπάρχω. Με υγεία και πολλά πράγματα να κάνω, μένει όμως και λίγος χρόνος για γραφτά. Με δύο λόγια, τα νέα μου. Περπατάω με μπαστούνι γιατί γλίστρισα σε κάτι νερά και χτύπησα το γόνατό μου, βασικά έσπασα το μηνίσκο και έκανα εγχείρηση τέλη Ιουνίου. Λίγο πρίν με ναρκώσουν, τα λέγανε οι ορθοπεδικοί και λέει ο ένας «κύττα αυτό το γυμνασμένο πόδι της κυρίας, αθλήτρια πρέπει να είναι», ΤΣΑΑΑΑ! του κάνω και μένει ξερός. Περίμενε να δεί κοπελιά και είδε μεγαλοκοπέλλα αρκετά μελωμένη θα έλεγα. Γελάγαμε όλοι μαζί μετά.  Τώρα έχω αναρρώσει, είμαι σπίτι και κυκλοφορώ με το μπαστούνι για σταθερότητα και κουτσοκάνω τις ασκήσεις γυμναστικής που μου δώσανε, τα ποδαράκια πάνω τα ποδαράκια κάτω. Ο νεαρός φοιτητής που μένει μαζί μου, έχει πάει διακοπές και είμαι με τη κοπέλλα μόνο. Εφυγε και η συμπεθέρα και πήγε στο νησί της, τι να κάνει με τη ζέστη εδώ..θα έρθει πάλι όταν πιάσουν τα κρύα. Ετσι πιάνω το γράψιμο. Αφού έχω διαβάσει τι λένε οι εφημερίδες στο κομπιούτερ βέβαια. Είναι και μία απασχόληση. Ράβω πάλι, κάτι παραγγελίες έχω για το χειμώνα. Μου στείλαν τα πατρόν, θα έρθουν και για πρόβα το Σεπτέμβριο..δεν βιάζομαι. Εχω να κάνω 2 μάλλινα ταγέρ και 3 φορέματα για τη κουμπάρα κάποιου γάμου. Μου έστειλε πολύ καλά υφάσματα, αγοραστά απο τη Γαλλία και σχέδια. Πιο όμορφη απο τη νύφη θα είναι. Την κάναμε προχθες τη πρώτη πρόβα, την άλλη εβδομάδα μάλλον η δεύτερη για το κυρίως φόρεμα..του γάμου.

Σταματάω εδώ τα νέα μου γιατί αποφάσισα να γράψω τα νεώτερα που έγιναν στη πολυκατοικία μας το 2017 σε άλλη σελίδα για να γελάσουμε παρέα.

 

 

 

 

Μερικά «δεν»

Δεν είναι ότι γερνάω και βλέπω τα πράγματα αλλιώς, είναι που δεν βλέπω τα πράγματα όπως μου τα σερβίρουν.

ΔΕΝ καταλαβαίνω γιατί γύρω μου όλοι μαλώνουν, τρώγονται με τα ρούχα τους, οι νύφες μεταξύ τους, πές μου τι έχουν να μοιράσουν? Μου είπες/σου είπα και γκάπ γκούπ χτυπάνε τις πόρτες. Μία φαρμακομύτα μου είπε ότι το στόχος είναι ο γιός μου, ο Μάρκος μου, γιατί λέει εθεάθει να έχει γκόμενα. «Που τον είδες, μωρή, στη Κορέα?» είπα να πώ στη μιά και να την αρπάξω απο το τσουλούφι. ΔΕΝ το έκανα.. Στο διάλο

Γαβγίζει ο σκύλος του γείτονα και ΔΕΝ πάει άλλο. «Πάρτον μέσα άνθρωπέ μου, μην τον αφήνεις στο μπαλκόνι, βαριέται το σκυλί». ΔΕΝ παίρνει απο λόγια, ο ιδιοκτήτης, το χαβά του. Συννενοηθήκαμε 3 ιδιοκτήτριες όποτε τον βλέπουμε να βγαίνει απο τη πολυκατοικία, βγάζει το σκύλο βόλτα συγκεκριμμένη ώρα το πρωϊ και το βράδυ, να του πετάμε ένα ωμό αυγό. Μερικά τον πετυχαίνουν, άλλα σκάνε είτε μπροστά του, είτε επάνω στα ρούχα του.. Σκυλιάζει αλλά ο σκύλος του γελάει. Βρίζει τις σκρόφες, πατόκορφα και ο κόσμος που τον βλέπει τον περνάει για τρελλό. Σάμπως ΔΕΝ είναι?

ΔΕΝ καταλαβαίνω πώς τα δίδυμα γεννήθηκαν 7μηνίτικες όπως μας είπαν ενώ μοιάζουν να είναι 9μηνίτικες. Η το ένα θα είναι ή το άλλο. Αν είναι 7μηνίτικες πάνε θερμοκοιτίδα, αν είναι γερές και 9μηνίτικες τις παίρνουμε σπίτι. Τελικά είναι 7μηνίτικες, είναι γερές και ΔΕΝ πάνε στη θερμοκοιτίδα.. Μάλλον βλάξ είμαι. Κάτι ΔΕΝ καταλαβαίνω, φαίνεται. «Τα έχεις μπερδέψει, μάνα» λέει ο Μάρκος και μου σερβίρει το ότι είναι γερές και 9μηνίτικες. Μετά έρχεται ο άλλος μου ο γιός και λέει ότι είναι 7μηνίτικες.  Ο γιατρός λέει ότι είναι γερές και να μας ζήσουν. Η φίλη μου η Τζένη, με έβαλε μπροστά να μου πεί να κυττάω τα 2 μωρουδάκια που ήρθαν απο τον θεό και να αφήσω τις ρουφιανιές.. Και εγώ τρώω τα νύχια μου.

Επίσης δεν καταλαβαίνω γιατί ο γιός μου είπε στη γυναίκα του «όμορφα τα κοριτσάκια ΣΟΥ, αντί για ΜΑΣ.. και μετά είπε ότι θα τα αγαπήσει σαν να είναι δικά του.  Του τσιγγάνου τα παιδιά να είναι, εγώ θα τα μεγαλώσω.. «Ελα εδώ Μάρκο, παιδί μου. Τα παιδιά είναι δικά σας. Τι είναι αυτό που ΔΕΝ καταλαβαίνεις»?

Γελάει που όλοι ΔΕΝ καταλαβαίνουμε αυτά που καταλαβαίνουμε. Θα φύγει την άλλη εβδομάδα για τη Κορέα..στην ησυχία του.. Σε ότι τον περιμένει εκεί. Εδώ ΔΕΝ κάνω πως ΔΕΝ καταλαβαίνω..Μιά χαρά το καταλαβαίνω. Αν ζώ, θα τον ξαναδώ του χρόνου.

Φυγή

Προβλέπονται θύελλες. Εκεί που ο ουρανός φαντάζει γαλάζιος, μαζεύει μαυρίλα απο τη μιά πλευρά. Αλλοίμονό σου αν δεν τη προσέξεις εγκαίρως, ώστε να τρέξεις να βρείς καταφύγιο.

Εχω τεράστιο πρόβλημα με το γιό μου.  Βασικά έχω πρόβλημα και με τους δύο μου γιούς, ο ένας έχει ψυχικό πρόβλημα και παίρνει χάπια. Τρώει σαν το γαϊδούρι και όλοι οι δείκτες της χοληστερίνης χτύπησαν κόκκινο. Ετσι παίρνει χάπια και για τη χοληστερίνη. Παίρνει ένα σακούλι φάρμακα, πιο πολλά απο εμένα. Και όλα αυτά γιατί μειώθηκε ή μάλλον εκμηδενίσθηκε το εισόδημά του. Και δεν μπορεί να βρεί άλλη δουλειά.

Τώρα αποκτώ πρόβλημα με το μεγάλο μου γιό που βλέπει το εισόδημά του να μειώνεται..λόγω κακών επαγγελματικών επιλογών. Κατηγορεί όλους τους άλλους, κυρίως τους γονείς και σύζυγό του, για τα πάντα, ούτε ο Φαραώ να ήταν και εμείς οι πληγές. Με κατηγορεί ότι τον μεγάλωσα στραβά. Κατηγορεί τη γυναίκα του ότι δεν του συμπαραστέκεται αρκετά. Μετά εκείνη έρχεται σε μένα και κλαίει. Ερχόταν σε μένα και έκλαιγε. Τώρα δεν έρχεται πιά, φεύγει. Ολο στους δρόμους βρίσκεται. Και εγώ φεύγω, με το τράμ, με το λεωφορείο, με το μετρό.

Εντάξει ίσως να μην ήμουνα καλή μάνα, όμως τώρα πέρασαν τα χρόνια. Τι νόημα έχει, ε; Δεν τα καταλαβαίνω τα παιδιά μου, μα τω Θεώ. Αν μέναμε εμείς άνεργοι, δεν κάναμε έτσι, όλοι βοηθούσαν, δεν αρρωσταίναμε ώστε τα λίγα που έμεναν να τα τρώνε οι τρελλίατροι, ούτε κατηγορούσαμε το παπού και τη γιαγιά, ή τις συζύγους μας γιατί δεν έτριψαν καλά το νεροχύτη. Ο εργαζόμενος κανονίζει τα επαγγελματικά του κι αν τον απολύσουν, κυττάει πως να επιβιώσει με τη βοήθεια των άλλων ανθρώπων. Κανείς δεν είναι μόνος. Αμα όμως κλωτσάς, Πέτρο μου, τους πάντες, ιδαίτερα τους γονείς σου ή τη γυναίκα σου που είναι με το μέρος σου, θύελλες θα θερίζεις. Η αχαριστεία πληρώνεται.

Είσαι και παιδί μου.

Τομ Τζόουνς

Εγινα λάτρης και οπαδός του Τόμ Τζόουνς εξαιτίας των παιδιών μου και των πάρτυ που πηγαίναμε. Ολες οι μαμάδες χορεύαμε με τη Ντιλάϊλα κυρίως αλλά και γιατί με τράβαγε ο Τζόουνς, τότε παλιά στα 70ς. Τα παιδιά ξεβιδωνόντουσαν στο ένα δωμάτιο και εμείς μετά το φαγητό και τα ποτά, σκοτωνόμασταν στο άλλο. Γνώμες υπήρχαν πολλές σχετικά με τον εν λόγω τραγουδιστή, ότι είναι λαϊκού υποστρώματος, λαϊκούρα τον έλεγαν οι Αγγλοι, σαχλό τον έλεγαν οι ροκάδες, εμένα μου άρεσε, τον εύρισκα σέξι. Ανδροπρεπή αλλά φανταχτερό με εκείνα τα φρου-φρού πουκάμισα με τους φραμπαλάδες μπροστά, ό,τι πιο έντονο το φορούσε, μαζί με αλυσίδες, σταυρούς, μπιχλιμπίδια δημιουργώντας για την εποχή του, τύπο. Μου άρεσε και σαν άνδρας, ήταν γεροδεμένος, καλλίφωνος, νέος όπως και όλες εμείς άλλωστε. Αλλο όμως ν’ ακούς το ίνδαλμά σου απο κασέτες ή το ραδιόφωνο και άλλο να το βλέπεις μπροστά σου σε φεστιβάλ, ζωντανό.

Είχα πάει Λονδίνο, στα μέσα του ’70 για δουλειά και φροντίσαμε να βγάλουμε εισιτήρια για μία παράσταση με τον Τομ Τζόουνς. Φυσικά δεν καθόμασταν, στα όρθια είμασταν 4 ώρες, όπου μου έμεινε αξέχαστη η όλη παράσταση. Στην σκηνή ήταν ακόμη πιο σέξι, έβγαινε απο μέσα του ο χορός, το μπρίο, το στυλάκι του με έκανε να δακρύζω και να τρελλαίνομαι. Ολες οι κοπέλλες και οι γυναίκες γύρω, ξεφωνίζαμε..λέγανε κάποιοι δημοσιογράφοι ότι του πετούσε το κοινό τις κυλότες και τα σουτιέν τους, εγώ δεν είδα τίποτα τέτοιο, μόνο παραλήρημα. Απο τις ωραιότερες εμπειρίες που είχα ποτέ μου.

Και πώς μου ήρθε η ανάμνηση; Στη Σαντορίνη είχαμε πάει χθές σε ένα μπαράκι όπου έπαιζε παλιά τραγούδια και ακούσαμε αυτό http://www.youtube.com/watch?v=eMO_cjV6P48&feature=fvwrel, είχαμε πιεί και λίγο παραπάνω, ο Β έκανε μία μικρή μίμηση Τομ Τζόουνς γιατί παλιά τραγούδαγε καλά και τον μιμείτο ακόμη καλύτερα, του μοιάζει κιόλας που είναι και οι δυό σαν αρκουδίτσες, το τζούκ μπόξ μόνο έλλειπε και η μόδα με τα παντελόνια καμπάνες που φοράγαμε. Και έτσι όμως απολαύσαμε..παρελθόν.

Περί ηθικής

Τη Δευτέρα που μας πέρασε κλήθηκα σαν μάρτυρας υπεράσπισης απο το Δικαστήριο. Η υπόθεση ήταν πολύ απλή, αφορούσε ένα τροχαίο ατύχημα χωρίς θύματα, μόνο τρακάρισμα και αντιδικία για τη πληρωμή των ασφαλίστρων.  Ενα φορτηγό που έτρεχε σαν τον άνεμο, παρέσυρε σταθμευμένο όχημα και το χτύπησε άσχημα, ευτυχώς χωρίς θύματα. Την ώρα του συμβάντος ήμουνα παρούσα γιατί μόλις είχα αγοράσει τσιγάρα στο διπλανό περίπτερο. Είδα τι συνέβει, τον οδηγό του φορτηγού (μεθυσμένος αλλοδαπός), τη σύγκρουση και κατόπιν μου πήρε τα στοιχεία μου η Τροχαία καθώς και η ιδιοκτήτρια του παρκαρισμένου αυτοκινήτου που το σήκωσε γερανός.  Πέρασε καιρός και τη περασμένη εβδομάδα μου τηλεφώνησε ένας δικηγόρος να ρωτήσει αν θα μπορούσα να πάω ως μάρτυρας στη δίκη. Δυστυχώς οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν συμφώνησαν και έτσι χρειάστηκε και η συνεισφορά μου.

Πήγα στα Δικαστήρια πρωϊ-πρωϊ και έφαγα όλο το πρωΪνό μου. Διαπίστωσα πόσο μικρή είναι η γραμμή μεταξύ του ψεύδους και της αλήθειας, πόσο λεπτή είναι η διαφορά μεταξύ δικαιοσύνης και προσωπικού όφελους. Οι συνήγοροι έστριψαν την υπόθεση έτσι ώστε να γίνει στόχος η είσπραξη των ασφαλίστρων απο το θύμα, η αλήθεια για το τι πραγματικά συνέβει, δεν εισακούστηκε κάν.  Η παρωδία της δίκης έγινε ωστε το θύμα να εισπράξει τα 4000 χιλιάρικα που της κόστισε η επισκευή. Το γεγονός ότι ακόμη και τον οδηγό του φορτηγού άλλαξαν με κάποιον άλλο ελληνικώτατο, άλλαξαν την ώρα, το δρόμο και τη κατάθεσή μου..Εδώ μπαίνει άνετα το τραγούδι του Αντύπα «για τα λεφτά τα κάνεις όλα».. Και βέβαια ο δικαστής δεν κατάλαβε τίποτα απο το παραμύθι, απλά δικαίωσε τη παρκαρισμένη γυναίκα και μας ξαπέστειλε.

Και δεν μπορούσα να πώ «στοπ» δεν είδα αυτά τα συμβάντα, ο οδηγός ήταν ένας μεθυσμένος μαύρος, και δεν πλήρωσε 4000 χιλιάρικα αλλά 1000″ τα υπόλοιπα ψυχική οδύνη. Δεν τόλμησα να το πώ αυτό γιατί η γυναίκα αυτή ήταν γνωστή μου, προστατης οικογένειας, ο άνδρας της άνεργος, ο γιός διασωληνωμένος (νεφροπαθής), τα είχε ανάγκη τα λεφτά. Πήρα λοιπόν την ηθική και την ηθικολογία μου και την έφαγα.