Το DNA μας

Αυτές τις μέρες βλέπω τόσο πολύ τηλεόραση που ζαλίστηκα. Πέρα απο τα σίριαλ, βλέπω τις ειδήσεις, τα παράθυρα όπου ο καθένας έχει απο 100 γνώμες τις οποίες ξεστομίζει συγχρόνως με τους άλλους που αντίστοιχα έχουν άλλες 100 γνώμες με αποτέλεσμα ο τηλεθεατής να μην ακούει τίποτα πέρα απο ένα βουητό, εκείνο της χάβρας των Ιουδαίων. Να απεργήσουν τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι να το βουλώσουν να ησυχάσουμε και εμείς.
Αντίστοιχα οι εφημερίδες που παίρνουμε, λένε άλλες τόσες κουταμάρες ώστε να τρέμουμε συνεχώς απο το φόβο μας για κάποια πράγματα που δεν ξέρουμε αν θα μας συμβούν και δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε. Ομως λυπάμαι που βλέπω την ιστορία να επαναλαμβάνεται. Σα λαός δεν μονιάζουμε με τίποτα. Δεν μονιάζουν οι πολιτικοί μας, ούτε οι άνθρωποι του ιδίου κόμματος. Υποτίθεται ότι είναι της ίδιας πολιτικής παράταξης, σκέφτονται και πράτουν βάσει μιάς ορισμένης γραμμής.. νόμιζα. Τώρα που η τρόϊκα μας βάζει σε άλλη σιδηροτροχιά, θέλουμε δε θέλουμε θα τσουλήσουμε. Δεν τσουλάμε γιατί γίνεται φασαρία μέσα στα ίδια τα κόμματα, αντιδρούν οι μέν, στις αποφάσεις των δέ. Μετά η αντιπολίτευση αντιδράει σε όλα όσα λέει η Κυβέρνηση, γιατί θεωρεί ότι έτσι θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές. Και οι ψήφοι είναι πιο σημαντικές απο το μέλλον της χώρας. Να εκλεγεί λέμε τώρα ο Σαμαράς για να κυβερνήσει..τη χώρα που είναι υπό διάλυση..αντιστεκόμενος στις πολιτικές της τρόϊκας.. Θα κάνει λέει επανα-προσδιορισμό του χρέους, της φορολογίας.. θα τους πιάσει λέει και θα τους δείξει αυτός. Μετά θα τον πιάσουν κι αυτοί απο τα τέτοια του..και η πολιτική που θα εφαρμόσει, που θα μας εφαρμόσει μην είναι και τρείς χειρότερη απο τούτη, τώρα. Εξαλλος ο λαος στους δρόμους, να ουρλιάζει για το άδικο που του γίνεται.
Δε μονιάζουμε με τίποτα, είναι στο DNA μας να μη συνεργαζόμαστε όλοι μαζί σε εποχή κρίσης και ολέθρου για το κοινό σκοπό. Οχι. Πορείες, απεργίες, ταραχές συνεχώς, πρίν λίγα χρόνια τα ίδια για τη ΝΔ, κάτω ο Kostakis γιατί έπαιζε πολύ playstation, ήταν μπούφος, βλάκας, αδρανής, έξω, να έρθει άλλος πιο ωραίος, πιο μεγάλος. Ηρθε και ο άλλος ο ΓΑΠ, τώρα περί ομορφιάς ή μεγαλοσύνης να μη μιλήσω..χα! στις πλατείες ο κόσμος ωρύεται. Τώρα θέλουμε να φύγουνε αυτοί και νάρθει πάλι ο πρώτος, η ΝΔ με άλλο αρχηγό, λαπάς ο πρώτος, φιδές ο δεύτερος..η ίδια κατάσταση θα ξαναγίνει. Η Ελλάδα σε κατάσταση εμφυλίου, ντάξ, δεν πυροβολούμε ό ένας τον άλλο, εκτός κι αν τ’ αυγά και οι κεσέδες είναι όπλα.
Ομως δεν βλέπουμε την ιστορία που επαναλαμβάνεται. Αυτό που έρχεται (γιατί έχει ξανάρθει παλιά) είναι η απολυταρχία. Κάποιος θα βρεθεί και θα πεί π.χ. στους σκουπιδιάρηδες, στους δ. υπαλλήλους, στους ταξιτζήδες ότι αν συνεχίσουν ν απεργούν τέλος, απόλυση, όλοι έξω. Απειλές του τύπου «θα χυθεί αίμα»..να γίνουν πραγματικότητα..να οπλισθούν οι μπάτσοι..και θα επικρατήσει μία δικτατορία, όχι σαν του Παπαδόπουλου, ένα άλλο σχήμα ξενόφερτο αλλά ανελέητο. Τέτοιες σαθρές βάσεις ψάχνουν οι δικτατορίες για να αρπαχθούν απο τη συνεχή διαμάχη των ανόητων λαών και να τους κάτσουν στο σβέρκο. Και μετά ποιος θα απεργήσει, κάτω απο την απειλή του όπλου?
Είναι τραγικό να χρειαζόμαστε τη μπότα του εξαναγκασμού για να μονιάσουμε μεταξύ μας και σύσσωμοι να δράσουμε.
Ντρέπομαι που τα γράφω, σαν να βλέπω το κουβάρι της επανάληψης μπροστά μου.. ΞΥΠΝΗΣΤΕ παιδιά μου.

Γιορτές

Αλλαξα το φορεματάκι της σελίδας μου και έβαλα κάτι γιορτινό, ας είναι και Χριστουγεννιάτικο. Ξεμωράθηκες, Λένα, παντού βλέπεις χαρές. Ε, τι να βλέπω, λύπες; Ανοίγω τη τηλεόραση και οι λύπες μαζί με τις αγωνίες μου κλέινουν το μάτι. Τρόμαξε όλη η Ελλάδα επειδή κινδυνεύουν οι Δημόσιοι υπάλληλοι. Δεν τρομάξαμε καθόλου όταν το τουρκικό σκάφος Piri χχ, κόβει βόλτες στα χωρικά μας ύδατα και κοντά στη Κύπρο. Δεν βλέπουμε τι γίνεται στο κόσμο, η πελώρια πρησμένη (απο το τάλληρο) μύτη μας, κόβει τη θέα.
Οι φόροι πέφτουν σταλιά-σταλιά, όπως και το αίμα μας. Ειτε με ευρώ, είτε με δραχμές θα επιζήσουμε. Με περικοπές, αλλά θα επιβιώσουμε κάπως. Οι νέοι μόνο, εκείνοι που μεγάλωσαν απο τη δεκαετία του ’80 και ύστερα, θα πονέσουν. Γιατί έμαθαν στα μαλακά, στα εύκολα, στα γρήγορα, στα όμορφα. Δεν θα τα βρίσκουν όλα αυτά τώρα εύκολα, και άμα τα βρούν δεν είναι σίγουρο ότι θα μπορούν να τα έχουν. Θα αναγκαστούν είτε να φύγουν, είτε να αλλάξουν νοοτροπία. Θα τους κάνει καλό, θα πήξει το μυαλό τους που ήταν νερουλό.
Θέλω να έρθουν οι γιορτές, όχι μόνο για το δένδρο που θα στολίσω. Για το κλίμα της χαράς. Ηταν μία εποχή που δεν είχαμε χρήματα για στόλισμα του δένδρου, ούτε δένδρο είχαμε. Εφτιαξα όμως μαζί με τα παιδιά και τις φίλες μου χάρτινα στολίδια και τα έβαλα σε όλο το σπίτι, μαζί με φυτά των Χριστουγέννων. Είχαμε και φωτάκια. Και μετά όλες μαζί ανασκουμπωθήκαμε και φτιάξαμε γλυκά και βασιλόπιτες. Ετσι περάσαμε τότε τα Χριστούγεννά μας, δεκαετία του ’60.
Θέλω να έρθουν οι γιορτές για να αρχίσω να πηγαίνω επισκέψεις στα σπίτια φίλων μας και εκείνοι να έρχονται στο δικό μου. Ευκαιρία θα είναι να φτιάξω γλυκά και μεζεδάκια. Ισως αγοράσω και κανένα καινούργιο φόρεμα, τώρα που οι τιμές κατέβηκαν απο το φεγγάρι που ήτανε και γίνανε ανθρώπινες. Αντε να κατεβούν και τα τρόφιμα (Ν’ αγιάσει το χέρι της Λιάνας που έφερε το γάλα και τη φρατζόλα στη Βουλή)να έρθουμε στα ίσα μας.
Εμπρός λοιπόν, κλείστε τη τηλεόραση και μπείτε στο κλίμα της αλληλεγγύης, των πραγματικών Χριστουγέννων.

Συμπεθερα

Το Σάββατο που πέρασε, ήρθε η συμπεθέρα και ο συμπέθερος απο το νησί τους στην Αθήνα, για να περάσουν το καλοκαίρι στη πόλη. Ακούγεται παράλογο, ν’ αφήνουν τη θάλασσά τους για να έρθουν στο τσιμέντο. Ανθρωποι κι άνθρωποι. Εχουν χορτάσει θάλασσα αυτοί, ο συμπέθερος δούλευε χρόνια στα καράβια – ναυτικός σε φορτηγά- και η γυναίκα του στο νησί με τα παιδιά να τα βγάζει πέρα μόνη της όπως μπορούσε. Δεν τους λείπει η θάλασσα, οι άνθρωποι τους λείπουν. Αφού λοιπόν φέτος το καλοκαίρι δε μπορούμε να πάμε εμείς στο νησί, γιατί δουλεύουμε στο ψιλικατζίδικο της φίλης μας, ήρθαν εκείνοι σε εμάς. Θα μείνουν δίπλα, στο σπίτι της Α και του Μάρκου μου, γιατί χθές Κυριακή φύγανε τα παιδιά οικογενειακώς για το νησί. Ο Μάρκος θα γυρίσει με το πρωϊνό αυριανό αεροπλάνο, ως το τέλος του μήνα δουλεύει. Η άδειά του αρχίζει απο 10/8 έως και 30/8 και τέλος Αυγούστου θα φύγουν οι συμπέθεροι για το νησάκι τους. Εχω πολύ χαρά. Οι συμπεθεροι πάνε στην εκκλησία το πρωϊ και μετά λέει ότι θα μαγειρεύει για εμάς, η συμπεθέρα..σίγουρα θα έρχεται στο μαγαζί, έχει χώρο, έχει περιοδικά, τηλεόραση και κυρίως ψιλοκουβέντα. Το μεσημέρι θα φεύγουμε και θα έρχονται οι άλλοι δύο, έφυγε ο εγγονός και προσεφέρθει ο συμπέθερος να πηγαίνει εκείνος τις μπύρες και τα νερά στα σπίτια, αν δηλαδή κάποιος παραγγείλει. Θα νυχτοπερπατήσουν βέβαια «αϊντε μωρέ, σιγά» μου λέει η συμπεθέρα…τη καταλαβαίνω – γελάμε. Σημερα είναι η πρώτη μέρα, έχουν πάει το πρωϊ στην αγορά να ψωνίσουν. Θα πάω σπίτι κατά τις 3.00 (θα με πάει με το αυτοκίνητο ο Β, να μη με τρώει ο ήλιος και να πάρει το συμπέθερο να του δείξει τα κατατόπια) θα φάμε με τη Μαριγώ, θα ξαπλώσουμε..θα τα πούμε.. έχουμε χρόνο και το βραδάκι μάλλον βολτούλα στη παραλία.
Δεν ήρθανε για μπάνια τα συμπεθεριά, ήρθανε για εμάς. Πολύ με συγκινεί. Αισθάνομαι ζέστα μέσα μου γι’ αυτούς τους ανθρώπους και τους εύχομαι πάντα όλα τα καλά.

Της φιλίας τα κουλούρια

Δέκα με δεκαπέντε μέρες μετά το Πάσχα, επετειακά, μαζευόμαστε οι κυριες σε σπίτια φίλενάδων για το μετα-πασχαλινό τσάϊ. Επειδή όμως είμασταν όλες εργαζόμενα κορίτσια τότε, έφερνε η κάθε μία απο ένα κάτι τις  για το τσάϊ, που όλες μας θα το καταχερίζαμε. Μετά απο χρόνια εμένα μου κατοχυρώθηκαν κάτι γλυκά κουλουράκια που έφτιαχνα και που άρεσαν σε όλες μας. Κάθε χρόνο μου ζήταγαν τη συνταγή και κάθε φορά που τα έφτιαχναν μου έλεγαν «ωραία βγήκαν, αλλά σαν τα δικά σου, όχι» υπονοώντας ότι ξέχναγα να τους πώ το Χ βασικό υλικό, ώστε να μένουν σε μένα τα συχαρίκια για τα καλύτερα κουλούρια. Πράγμα ψευδές. Ετσι φέτος πρωτοτυπήσαμε.. Ολες βάλανε τα άλλα γλυκά και εμένα με περίμεναν μαζί με τα υλικά μου, να τους φτιάξω τα κουλούρια εκεί μπροστά τους.

Η φιλία είναι λεπτό πράγμα. Είμαστε κοντά στους φίλους μας, όχι όμως και πολύ κοντά. Συζητάμε τα προβλήματά τους, εκείνα που μας λένε, όχι όμως και τις αιτίες των προβλημάτων τους, κυρίως αυτές που δεν μας λένε. Οσα συμπεράσματα να βγάλουμε για τις πιθανές αιτίες, δε χρειάζεται να τα συζητάμε αυτά με τους φίλους μας, γιατί τότε στραβώνουν οι φιλίες, ιδιαίτερα αν ψυχανεμισθούμε τις αληθινές αιτίες. Πρίν χρόνια ο άνδρας μιάς φίλης επέστρεψε σπίτι με μαυρισμένα μάτια και 3 πλευρά σπασμένα. Κάποιοι τον είχαν ξυλοφορτώσει. Μας διηγήθηκε εκείνη το περιστατικό δίνοντας την εξήγηση ότι τότε χρωστούσαν κάτι λεφτά. Εμείς υποψιαστήκαμε άλλους λόγους – ο άνδρας της φίλης ήταν 40άρης νεοδιορισμένος καθηγητής σε Γυμνάσιο επαρχίας, μαλλούρας και κομψευόμενος, τα κοριτσάκια ξετρελλαμένα μαζί του. Πρέπει να βούτηξε κάποιο απο αυτά και το πράγμα βούϊξε. Μετά άφησε τη μικρή στα κρύα του λουτρού και γύρισε Αθήνα..οπου τον βρήκαν οι συγγενείς της μικρής και του έδωσαν ένα μπερντάκι -απο τα συνφραζόμενα,  αλλά δεν κάτσαμε να πούμε στη κοινή μας φίλη περί κεράτων, ανηλίκων και ξυλοκοπήματος..τι νόημα έχει; Ετσι κρατήσαμε τη φιλία για άλλα 30 χρόνια. Και εκείνοι οι φίλοι μας πάλι, όσο και να συζητάνε για μάς πίσω απο τη πλάτη μας, κρατάνε τα προσχήματα, ώστε όλοι να συν-πορευόμαστε εν ειρήνη αλλά με πολλά γέλια.

Με στρώσανε λοιπόν οι φιλενάδες μου και μπροστά τους ετοίμασα τα «επετειακά» κουλουράκια..βάσει αυτής της συνταγής.

Υλικά και δόσεις

300 γραμ. φρεσκο βούτυρο ανάλατο, 300 γραμ. ζάχαρη, 1 αυγό, 3 βανίλιες, 1,5 κοφτή κουταλιά baking powder, 70 γραμ, κονιάκ ΜΕΤΑΞΑ, 3 τέταρτα αλεύρι μαλακό ή όσο σηκώσει ώστε να γίνει αφράτο. Βάζουμε σε μία γαβάθα το βούτυρο και τη ζάχαρη και ανακατεύουμε με το χέρι , πλάθοντάς το ώστε να μαλακώσει, ρίχνουμε λίγο αλεύρι και πάλι πλάθουμε, προσθέτουμε τις βανίλιες και το baking powder. Αλεύρι. Ριχνουμε το κονιάκ και λίγο- λίγο κι άλλο αλεύρι ώστε να μη κολλάει τίποτα στα χέρια μας. Ζύμωμα. Το μείγμα πρέπει να είναι πολύ αφράτο και μαλακό, όχι όμως νερουλό. Το αφήνουμε λίγο, ώσπου να ετοιμάσουμε το ταψί.Προθερμαίνουμε το φούρνο στους 200 βαθμούς.

Παίρνουμε ένα ρηχό ταψί και το στρώνουμε με λαδόκολλα. Παίρνουμε μία μπαλλίτσα ζυμάρι τόση όση χρειάζεσαι για ένα μεσαίου μεγέθους κεφτεδάκι.  Τη πλάθουμε σαν παχουλή βέργα, 1 δάχτυλο πάχος, τη τυλίγουμε ώστε να γίνει μία μικρή κοτσίδα, όχι μακρύτερη απο 1 δάχτυλο.  Μη σφίξεις τη κοτσίδα, άστην χαλαρή. Τις αραδιάζουμε στο ταψί με απόσταση τουλάχιστον 3 εκατ.  η μία απο την άλλη γιατί φουσκώνουν και άμα είναι κοντά θα κολλήσουν. Με ένα πινέλο τα περνάμε με το χτυπημένο αυγό. Ψήνουμε στους 150 για 3/4 της ώρας ή ώσπου γίνουν χρυσαφιά. Προσοχή να μην καούν..ίσα απαλό χρυσαφί.


Τα δικά μου τα φάγανε ζεστά.. Ετσι πλέον δεν μπορούσε καμμία να με κατηγορήσει ότι τους έκρυβα τη τέχνη μου..

Χριστός Ανέστη!

Ο.Π.Α.Δ.

Ολα  τα πρωϊνά  της εβδομάδας που μας πέρασε τη βγάλαμε στον ΟΠΑΔ ((Οργανισμό Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου). Και κατά πως φαίνεται το ίδιο θα κάνουμε και τις πρώτες 3 μέρες της επόμενης εβδομάδας. Αν η Ελλάδα δεν είχε αυτή τη Κρατική μηχανή , ίσως να έμενε και κάτι για τον πολίτη που δούλευε τόσα χρόνια και έδινε στο Κράτος , ώστε εν έτη 2011 το ίδιο το Κράτος να μη τον δέρνει κι απο πάνω.

Τη περασμένη Δευτέρα πήγε στον ΟΠΑΔ της περιοχής μας ο Β για να καταθέσει χαρτιά εξόδων περίθαλψής μου και αφού θα τα εγκρίνουν να του στείλουν μετά απο μήνες ένα μικρό μέρος των όσων ξοδέψαμε. Δεν κρίνω το σύστημα εδώ, κρίνω τη ταλαιπωρία μόνο. Πάει ώρα 7.30 π.μ και βλέπει απέξω μία ουρά 40 ατόμων τουλάχιστον.. να περιμένουν να πάει 8.ΟΟ για ν’ ανοίξει η πόρτα και επίσημα να πάρουν αριθμούς προτεραιότητας. Ωρα 8 και 1′ λεπτό ανοίγει η πόρτα και βγαίνει μία κοκκώνα όπου κρεμάει μία ταμπέλα  «ΣΤΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ :  8-12μμ». Κλειδώνει τη πόρτα και αφήνει τους κακομοίρηδες ηλικιωμένους μπουκάλες.. Στη σελίδα του ΟΠΑΔ στο Ιντερνέτ, που έψαξε ο εγγονός τη προηγούμενη μέρα, δεν έλεγαν τίποτα για τη συγκεκριμμένη στάση εργασίας..ούτε το είχαν ανακοινώσει πουθενά.

Τη περασμένη Τρίτη ξαναπήγε, πάλι πολύ νωρίς . Πράγματι άνοιξαν οι πόρτες στις 8.ΟΟ και το νούμερο που πήρε ήταν το 67..Ε! Φαντάστηκε ότι ώς τις 13.00 θα τελείωνε. Αμ! Δε!. ΔΥΟ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ εξυπηρετούσαν με ρυθμό χελώνας.. Επρεπε να διαβάζουν μπρός πίσω όλα τα συνημμένα και ό,τι δεν το καταλάβαιναν πήγαιναν στον προϊστάμενο..Στις 12.00 ο ένας υπάλληλος έκλεισε το γκισέ του για να κάνει ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ και κανείς δεν τον αντικατέστησε..έτσι απο τις 12.00 ως τις 13.15 εξυπηρετήθηκαν 5 ασφαλισμένοι..και ο Β έμεινε έξωωωωωωωωω!

Τη περασμένη Τετάρτη πήγε και στήθηκε στο πεζοδρόμιο απο τις 6.15 το πρωϊ μαζί με μία καρέκλα να κάθεται για να μη του πέσουν τα πόδια. Ετσι εξασφάλισε στις 8.00 το νούμερο 9. Πράγματι έφθασε θριαμβευτικά στον έναν εκ των δύο γκισέ (το έχουν σύστημα φαίνεται – μόνο 2 δημ. υπάλληλοι να εξυπηρετούν) και κατέθεσε τα δικαιολογητικά..περιμένωντας επιτέλους να εξυπηρετηθεί. Χαχα! Αβυσσος το νεύρο του Ελληνα δημ. υπαλλήλου στο να πετάει απο πάνω του το πρόβλημα. Στραβομουτσουνιάζοντας ο υπάλληλος μελέτησε όλα τα χαρτιά και στενοχωρημένος κατάλαβε ότι έπρεπε να το προχωρήσει το θέμα και να περάσει τα στοιχεία στο κομπιούτερ μπροστά του. Ομως υπάρχει και ο Αγιος Προστάτης του Δημοσίου, διαπίστωσε ότι ο Β δεν είχε λογαριασμό στη τράπεζα Πειραιώς..και χαμογελώντας ευχαριστημένα τον ξαπέστειλε με τη προτροπή ότι «ανοίχτε λογαριασμό και εμείς εδώ είμαστε πάλι».  Εξαλλος ο Β έβαλε τις φωνές, για για όλα όσα υπέστη τις τελευταίες 4 ημέρες, να τους βασανίζουν έτσι οι άχρηστοι, τα γαϊδουρια  οι Δημόσιοι τεμπέληδες..τους στόλισε για τα καλά..ήρθε ο προϊστάμενος «πως μιλάτε έτσι», τον άρπαξε κι αυτόν..αρχισε όλη η αίθουσα να ουρλιάζει και να ..απειλεί να τους τα κάνει γυαλιά-καρφιά. Τελικά ήρθαν άλλοι 2 υπάλληλοι και γκρινιάζοντας άρχισαν να εξυπηρετούν. Βέβαια η δουλειά του Β, δεν έγινε..γιατί δεν είχε λογαριασμό στη τράπεζα Πειραιώς..αλλά σε άλλη που δεν ήταν συμβεβλημένη με τον ΟΠΑΔ. (Και όσο κι αν έψαξε ο εγγονός για την αντίστοιχη εγκύκλιο περί τραπέζης Πειραιώς, δεν τη βρήκε).

Χθές πήγαμε μαζί και ανοίξαμε λογαριασμό σε αυτή τη τράπεζα. Ετσι τη Μ. Δευτέρα νωρίς-νωρίς θα ξαναπάει..στον αγαπημένο του πλέον ΟΠΑΔ ή μάλλον ΟΠΑΣΔ (Οργανισμός Παιδεματος Ανήμπορων Συνταξιούχων Δημοσίου).

ΣΤΗ ΠΥΡΑ γαϊδούρια!

Χωριστές κρεββατοκάμαρες

Στην αρχή του γάμου μου, νιόπαντρη δηλαδή, ο Β και εγώ κοιμόμασταν στο ίδιο κρεββάτι. Ενα στενό ημίδιπλο που αναγκαστικά αγκαλιασμένος με τον άλλο θα ήσουνα. Το κρεββάτι μας το είχε κάνει δώρο η πεθερά, μας είχε στείλει λεφτά να πάμε ν’ αγοράσουμε κρεββάτι για το γάμο μας.  Η μάνα μου μας είχε πάει τότε σε ένα γνωστό της κατάστημα και μας είχε συμβουλεύσει να πάρουμε ένα φαρδύ διπλό κρεββάτι, λίγο πιο ακριβό απο τα ημίδυπλα αλλά που στη πορεία θα ήταν «ιδιαίτερα  χρήσιμο» όπως αινιγματικά είχε πεί. Ο πατέρας μου απο την άλλη είχε άλλη άποψη. Επιασε στην άκρη το Β και του είπε να προτιμήσει ένα στενώτερο και πιο οικονομικό κρεββάτι, ώστε να είναι κοντά με «τη κοτούλα του», γιατί εμείς οι γυναίκες όλο αγκαλιές θέλουμε και οι παπούδες γρήγορα ένα εγγόνι. Του έκλεισε το μάτι, το φρύδι και εγώ δεν ξεύρω τι άλλο και ο Β πείσθηκε. Πάτησε και πόδι για το κρεββάτι και πήραμε το ημίδιπλο.

Καλό ήταν στην αρχή το ημίδιπλο, όπως είπε ο πατέρας μου είμασταν τότε στις ζάχαρες γιατί πλήρη έρωτα κάναμε μετά το γάμο, πρίν είμασταν στ’ «απέξω-απέξω» ή στα όρθια και στα γρήγορα. Δεν είχαμε που να πάμε και για εκδρομές-ξενοδοχεία και τέτοια που έχουν οι σημερινοί νέοι, ούτε λόγος, δεν υπήρχε μία. Στην αρχή λοιπόν του γάμου, ήταν καλά, είμασταν και οι δυό αδύνατοι, χαρούμενοι, ερωτευμένοι. Χαρούμενοι και σχετικά ερωτευμένοι παραμείναμε και παραμένουμε, αδύνατοι όμως χα! Αργά αλλά σταθερά άρχισε η πάχυνσή μου. Οι γεννες βοήθησαν σ’ αυτό, τότε οι μαιευτήρες δεν μας λέγανε να προσέχουμε το βάρος μας, αντίθετα μας λέγανε να τρώμε «για το παιδί». Με το καράβι της γραμμής,  ερχόντουσαν οι πίτες απο τη Ναξιώτισα πεθερά, μαζί με τα κίτρα και τα τυριά. Με το ΚΤΕΛ στέλναν οι συγγενείς της μάνας μου τ’ αυγά και τα χειροποίητα μακαρόνια. Τώρα λένε ότι 10 κιλά ανά παιδί, είναι καλό βάρος, τότε είχα πάρει 20 κιλά τουλάχιστον ανά παιδί. Γεννήθηκαν τα παιδιά αλλά τα κιλά-κιλά. Εκεί που ημουνα σχετικά αδύνατη, έγινα στρουμπουλή και μετά χοντρή. Με μαγουλάκι φράπα, όμως!

Με το Β απολαμβάναμε τον έρωτα πρίν, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μετά. Ομως τα μωρά, τα παιδιά και τα συσσωρευμένα κιλά (γιατί η πάχυνση δεν τελείωσε με τη δεύτερη γέννα, έτρωγα για να κατεβάζω γάλα κλπ)   έγιναν αιτία να σπάσουν οι σούστες του κρεββατιού ένα μεσημεράκι και να διπλώσει το στρώμα καταπίνοντάς μας. Οι γιοί μας είχα ψοφίσει στα γέλια, όταν άκουσαν τα ουρλιαχτά και γελώντας μας βγάλανε έξω..μισόγυμνους και κατα τρομαγμένους.. Η αγορά νέου κρεββατιού, έγινε πρώτη ανάγκη. Ετσι καταλήξαμε σε ένα φαρδύ διπλό (που έλεγε τότε η μάνα μου) με γερό υπόβαθρο και σιδερένια πόδια. Η πωλήτρια ρίχνοντας μία ματιά σε εμένα κατ’ αρχήν και στον μπρατσωμένο Β του τότε, βιαστικά μας πούλησε ό,τι πιο γερό διέθετε η επιχείρησης.    Το φαρδύ αυτό κρεββάτι, βάστηξε χρόνια.. μέχρι που τα παιδιά πήγαν στο Γυμνάσιο. Μετά το δώσαμε κάπου και χωρίσαμε τις κρεββατοκάμαρές μας. Βάλαμε τους γιούς σε ένα δωμάτιο και ο κάθε ένας γονιός πήρε τη δική του κρεββατοκάμαρη με το  ημίδιπλο του κρεββάτι.

Οι λόγοι που το κάναμε αυτό πολλοί. Ο πρώτος ήταν οτι με τα χρόνια παραγνωρίζεσαι με τον άλλο και οι παλιές ντροπές, χαλαρώνουν. Που και που αμολάς και καμμιά. Στην αρχή ντρέπεσαι, ζητάς συγνώμη, κοκκινίζεις..μετά κάνεις τη πάπια και στο τέλος έρχονται και οι διαγωνισμοί για το ποιός θα ακουστεί περισσότερο. Τα φαγητά, οι φασολάδες, τα κουκιά και όλα όσα δημιουργούν αέρια, έδιναν και έπαιρναν, οπότε άλλο τόσο και οι μυρωδάτοι εξαερισμοί. Υποθέτεις εδώ ότι εγώ ως χοντρή, αμόλαγα περισσότερες. Αμ δε! Ο Β ήταν εξπέρ στο άθλημα..μπορούσε να τις κάνει ντροπαλές, θαρραλέες, στρατιωτικές, πολύλογες και σκέτο βόθρο.Ο δεύτερος λόγος ήταν οι ώρες εκείνες προ του ύπνου. Εμένα μ’ αρέσει να διαβάζω περιοδικά τουλάχιστον 1 ώρα προτού κοιμηθώ ή να βλέπω τηλεόραση ως αργά. Ο Β κοιμάται σαν το τούβλο. Για χρόνια γκρίνιαζε που το φώς δεν τον άφηνε να κοιμηθεί, ή η έστω και στο βουβό τηλεόραση. Χωρίζοντας τις κρεββατοκάμαρες λύθηκε και το θέμα.  Οσο για το σέξ, κανένα πρόβλημα. Είμαστε και οι δυό πρωϊνοί και μεσημεριανοί τύποι, πότε ο ένας πότε η άλλη θα επισκεφθεί το έτερον ήμισυ για απόλαυση. Το βράδυ νάνι. Υπήρχε και άλλος λόγος. Θεωρώντας ότι όσοι/οσες με διαβάζετε είσθε άνω των 18, μπορώ να το πώ. Υπήρξε και θέμα ψείρας. Ο Β, πέρα απο μένα, αλώνιζε και σε άλλες γυναικείες ραχούλες, που πολλές απ’ αυτές είχαν να δούν το σαπούνι χρόνια. Φοραγε προφυλακτικό και δεν κόλλαγε αφροδίσια, τις ψείρες όμως τις έφερνε σπίτι. Στο κρεββάτι μας, αγκαλίτσα να κοιμηθούν μαζί μας. Εφριξα λοιπόν όταν χρόνο με χρόνο γεμίζαμε μου*****ψειρες, αμάν πιά έλεγα, να χωρίσουμε τα κρεββάτια μας, να τρώνε μόνο εσένα..και μετά καυγάς. Ούφ πιά! Επιτέλους ξεμπέρδεψα!

Οταν παντρεύτηκε ο γιός μου ο Μάρκος την Α, η τελευταία απόρησε που είχαμε με τον Β χωριστές κρεββατοκάμαρες, ενώ οι δυό μας γιοί μοιράζονταν μία. «Πώς και δεν δώσατε στα παιδιά ξεχωριστά δωμάτια» ρωτούσε και εμείς κάναμε τους κουφούς. «Τι θα κάνατε αν είχατε κόρη»;  ξαναρωτούσε. Καμμία απάντηση δεν έπαιρνε..τι να της λέμε τώρα. Μετά έφριξε για το μέγεθος των κρεββατιών μας, είπαμε ο καθένας είχε ένα ημίδιπλο πρός το φαρδύ κρεββατι, με τα δεδομένα της οι γέροι πρέπει να κοιμούνται σε στενό άβολο ράντζο, ώστε να βαρεθούν να πεθάνουν μια ώρα αρχύτερα.  Αυτή λοιπόν η νύφη έπεσε σε εμένα για πεθερά, που είχα μαλακό μεγάλο κρεββάτι, με μαξιλάρια, μαξιλαράκια, πούφ για τα πόδια, δαντελίτσες, σκατουλάκια, συρτάρια με τσιμπιδάκια, φιόγκους, κοκκαλάκια, αρώματα, ό,τι μπορείς να φαντασθείς μαζί με σέξυ εσώρουχα , see-through νυχτικά, μπλούζες (απο μαγαζί για παχουλές) . Της ήρθε ταμπλάς με όλα αυτά που είδε, στo τέλος παράτησε το όλο θέμα.

Οσο για το κρεββάτι τους..τι τα θέλεις η νιότη δε μαθαίνει ποτέ. Νιόπαντρη πήρε ημίδιπλο κρεββάτι. Τώρα που εκείνη πήρε 20 κιλά και  ο Μάρκος μου είναι + 30 κιλά , άρχισαν να διαμαρτύρονται οι σούστες..

 

 

Θέματα εμπιστοσύνης

Εγινε προχθές πατιρντί στο σπίτι. Τσακώθηκε άσχημα ο εγγονός μου(14) με τη μάνα του, ήρθανε στα χέρια. Τον χτύπησε εκείνη γιατί της έβγαλε γλώσσα  και εκείνος την έσπρωξε με βία, άνοιξε τη πόρτα και έφυγε..Τους άκουσα πρός το τέλος, όταν οι τσιρίδες της Α, διαπέρασαν το τοίχο της κρεβατοκάμαρής μας. Πετάχτηκε ο Β έξω  όπως ήταν με τις πυτζάμες, πήγε σπίτι τους, βρήκε την εξωπορτα τέντα, το παιδί άφαντο και τη νύφη μου να κλαίει.

Θα πώ την ιστορία ανάποδα για να βγάλετε και εσείς νόημα. Στη μικρή μου νύφη (τη λέω Α)  αρέσει η πάστρα και η τακτοποίηση. Στα παιδιά της και στον άνδρα της και γιό μου Μάρκο, αρέσει η ακαταστασία και η τσαπατσουλιά. Να μπαίνει λέει ο Μάρκος στο σπίτι του, να πετάει τσάντες, ρούχα, παπούτσια, κλειδιά όπου νάναι..και μετά να απαιτεί απο τη γυναίκα του να τα μαζέψει. Να μπαίνει ο εγγονός στο σπίτι, όπου περνάει να αφήνει πίσω του ουρά τα πεταμένα και τη βρωμιά. Η κόρη το ίδιο, ρούχα παντού, μαζί με φτιασίδια, βιβλία, τετράδια, απίστευτη βρωμιά στο μπάνιο, ούτε το καζανάκι δεν τραβάνε.  Τι σόϊ μάνα ήμουνα εγώ που τον άφησα έτσι και δεν τον μάλωνα, ρωτάτε ελεύθερα. Πολλές φορές αναρωτήθηκα και εγώ. Αλλά δεν φαινόταν το πράγμα να είναι τόσο άσχημο τοτε που τα παιδιά μου Πέτρος, Μάρκος ήταν μικρά. Χθές βεβαια έμαθα οτι ο Πέτρος συμμάζευε τον μικρό του αδελφό για να μη βλέπω τις βρωμιές και τον μαλώνω. Αργά ή γρήγορα οι κουράδες επιπλέουν μαζί με τους φελλούς.

Απ’οτι κατάλαβα η Α, ως υπεύθυνη της καθαριότητας στο σπίτι της, πέρα απο τη παραδουλεύτρα 2 φορές την εβδομάδα, μαζεύει και τακτοποιεί και εκείνη το αχούρι. Ομως δεν μαζεύει μόνο – αυτό το λένε τα παιδιά – ψάχνει κιόλας τα πράγματά τους. Ψάχνει τα γραφτά τους, τις σάκες, τις τσάντες, τα κινητά τους, τους υπολογιστές τους και γενικά ψαχουλεύει. Μετά το ψαχούλεμα τακτοποιεί το δωμάτιο όπως εκείνη νομίζει και πάει στο επόμενο. Προχθές, την ώρα που σκαλιζε τα προσωπικά πράγματα του γιού της, μπήκε αυτός μέσα ξάφνου (είχε παρει άδεια να φύγει νωρίτερα απο το σχολείο) και την έπιασε στα πράσσα. Αυτή δεν το χειρίστηκε καλά, να του πεί ότι καθαρίζει ή οτι χάλασε ο υπολογιστής της και γι’ αυτό έκατσε στο δικό του..κάτι να πεί για να ηρεμήσει το έξαλλο παιδί. Του είπε στα μούτρα ότι τον υποψιάζεται για 1000 πράγματα  και ότι τα σούρτα φέρτα του θα τη στείλουν στο τρελλάδικο, ότι θα καταλήξει στον υπόνομο, αλήτης, φονιάς, κακούργος κλπ βλακείες ο μικρός οργίστηκε και της είπε διάφορες βρισιές μεταξύ των οποίων  – όπως μου είπαν – ότι είναι άρρωστη με τη καθαριότητα, ότι ο άνδρας της καλώς τη κερατώνει. Εκείνη τον μπάτσισε και εκείνος την έσπρωξε, έπεσε η Α στο πάτωμα και λιποθύμησε. Ο μικρός ψύχραιμος άρπαξε ένα σακίδιο, το γέμισε με πράγματα δικά του, πήρε τη κιθάρα του, άνοιξε τη πόρτα και έφυγε.

Το επεισόδιο το πήραμε είδηση όταν συνήλθε η Α. Τη βοηθήσαμε, είχε χτυπήσει λίγο στο κεφάλι, γδάρθηκε. Μας είπε την ιστορία όπως εκείνη τη θυμόταν και μετά συνειδητοποιήσαμε ότι χάθηκε το παιδί. Μας ζώσανε τα φίδια. Αρχίσαμε να τηλεφωνούμε στους φίλους του, στα σπίτια που συνήθιζε να πηγαίνει, πήγε ο μπαμπάς του στο σινεμά που συχνάζει ο μικρός, ψάξαμε, ρωτήσαμε, βγήκαν στους δρόμους όλοι. Αφαντος. Φωνάξαμε και ένα γιατρό, έκανε μία ηρεμιστική ένεση στην Α γιατί ήταν σε έξαλλη κατάσταση ότι σκότωσε το παιδί της, οτι θέλει  να πεθάνει..

Το παιδί βρέθηκε αργά το βράδυ. Να πως έχει η ιστορία. Φεύγοντας αυτός πήγε έξω. Ομως έβρεχε καρεκλοπόδαρα. Γύρισε λοιπόν πίσω και πήγε στο σπίτι του θείου του, του Πέτρου. Ο Πέτρος ήταν στο γραφείο, η γυναίκα του όμως η Μ ήταν εκεί. Της είπε ότι μόλις γύρισε απο το σχολείο και θέλει να διαβάσει μουσική εκεί ανενόχλητος γιατί στο σπίτι έχει η μαμά του τη παραδουλεύτρα και δεν μπορεί να συγκεντρωθεί. Η Μ βέβαια τον έμπασε μέσα, τον στέγνωσε και μετά τον άφησε ήσυχο, μέχρι την ώρα που γύρισε ο Πέτρος, φάγανε ό,τι είχε ετοιμάσει, τον πήγανε μετά στο Ωδείο και κατά τις 9.30 το βράδυ γυρίσανε. Απλά και ωραία.  Κανείς δεν σκέφτηκε ότι το παιδί βρήκε καταφύγιο στους θείους του. Ολοι νομίσαμε ότι έφυγε μακριά και μας άφησε.Την ώρα που επέστρεφαν είδαν το Μάρκο καταμουσκεμένο στο κατώφλι να κλαίει και το μυστήριο λύθηκε. Ο μικρός ζήτησε συγνώμη απο τη μαμά του και απο όλους που τους τρόμαξε. Η Α, ζήτησε συγνώμη απο το γιό της που επενέβει στα προσωπικά του και που τον χτύπησε.

Πάλι καλά που βρήκε καταφύγιο μέσα στην οικογένεια,  λέω. Με τρομάζουν όμως κάποια πράγματα.

Κατ’ αρχήν η μάνα του. Που όταν θυμώνει χτυπάει. Ετσι βγάζει το άχτι της πάνω στο πιο αδύνατο. Που και εκείνος έχει μάθει το κουμπί της, τη φυγή.  Τιποτα δεν κερδήθηκε σε αυτή την αψιμαχία. Δεν έμαθε η μαμά να δείχνει εμπιστοσύνη στο γιό της. Αντίθετα ψάχνοντας και ανακατεύοντας τα πράγματά του τον κάνει να θέλει να κρύβει. Ο μικρός στη βια απαντάει με βία. Αυτό που έμαθε είναι να βρίσκει το κουμπί του μεγάλου και να το στρίβει, προς όφελός του. Ευτυχώς που αισθάνεται το σπίτι των θείων του σαν καταφύγιο. Δοξάζω το θεό γι’ αυτό.

 

Σκασιαρχείο

Σήμερα έκανα σκασιαρχείο απο τις υποσχέσεις μου. Πάτησα όλους τους κανόνες. Με μεγάλη χαρά και λίγο παδιάστικο πνεύμα τη κοπάνησα για βόλτα παρόλλο το δριμύ κρύο. Σα να έκανα κοπάνα απο το μάθημα, επειδή ούτε διάβασα, ούτε έλυσα τις ασκήσεις, ούτε βιαστικά τις αντέγραψα απο το αλλουνού τετράδιο, ώστε να δεί ο δάσκαλος οτι τουλάχιστον κάτι μελέτησα. Τη κοπάνησα ωστε να μη δώσω την ευκαιρία της κουλούρας, καλύτερα η απουσία. Βέβαια δεν πάω πιά στο σχολείο, έδωσα υπόσχεση στο καρδιολόγο να μη βγαίνω έξω όταν οι καιρικές συνθήκες βλάπτουν τη καρδιά μου. Οι νοτιάδες, ο καύσωνας, η βροχή το κρύο μπορούν να επιδεινώσουν τις βαλβίδες μου που με τόσους κόπους ανανέωσα.
Σαν τυπική Ελληνίδα που θα αντισταθεί ακόμη και σε κανόνες που την ωφελούν, βγήκα έξω στο παγωμένο αγιάζι σήμερα..πήγαμε με το Β σε μία λαϊκή αγορά μακριά απο το σπίτι μας. Και για 2 τουλάχιστον ώρες περιδιαβαίναμε στο ύπαιθρο. Οχι για να αγοράσουμε λαχανικά και φρούτα, έχω απ ολα – ψωνίζει η νύφη μου απο το Σκλαβενίτη που είναι δίπλα – αλλά για να δούμε τα εποχιακά καλούδια. Να μυρίσω το χώμα απο τις πατάτες Νάξου (αχ! το νησί μου) να πάρω μεγάλα μανιτάρια και άγρια χόρτα, μυρώνια, σέσκουλα χόρτα που δεν βρίσκεις στα σουπερ μάρκετ. Και λουλούδια. Μου παίρνουν όλα όσα χρειάζομαι τα παιδια και η νύφη μου, ποτέ όμως άνθη. Δεν έχει άραγες η καρδιά τους χώρο για κάτι που προσφέρει μόνο ομορφιά και όχι χρήση; Zητάω, κάθε φορά ένα ματσάκι εποχιακά και κάθε φορά μου λένε είτε δεν είχε είτε ξέχασα! Πηραμε λοιπόν κυκλάμινα..σε πολλά γλαστράκια. Το λουλούδι του χειμώνα και ζουμπούλια. Να γεμίσω μυρωδιές δροσάτες.

Γυρίσαμε κατά τις 3.00 για να φάμε. Ολοι ήταν θυμωμένοι μαζί μας, το κήρυγμα τσίκλα mentos στο στόμα τους. Τ’ ακούω και δεν μιλάω. Θα έρθεις στα χρόνια μου και θα δείς. Θα σου κηρύττουν τα παιδιά σου. Τρώω ένα πακετάκι τσίπς. Με αλάτι που απαγορεύεται. Βρε δε με παρατάς, θα το φάω κι ότι γίνει.
Επιβάλλεται το σκασιαρχείο απο τους όποιους κανόνες. Πότε-πότε. Ωστε οι κανόνες να έχουνε και αξία

Συνάντηση συμφοιτητών

Καλημέρα παιδάκια. Εκεί που έλεγα πως τέλος και δεν θα ξανα ασχοληθώ με τα μπλόγκια, τσούπ σαν το Τζάκ της Φασολιάς ξεπετάγομαι. Είναι όμως κάποια πράγματα που γίνονται δίπλα μας, που δεν μπορούμε να επέμβουμε αλλά με φρίκη τα βλέπουμε να ξετυλίγονται. Μέχρι να φθάσει το μαχαίρι στο κόκκαλο και εκεί ή που θα κόψει ..και θα χυθεί αίμα, η που κάποιος θα σταματήσει τη κοπή βίαια..πάλι με κόστος. Τα συναισθήματά μου χείμαρρος που παρασύρει εδώ. Τη δεδομένη στιγμή στάθηκα στήλη άλατος όμως. Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου αυτά που άκουγα, ενώ κύματα πόνου και λύπης με κατέκλυζαν.
Ο Πέτρος μου αποφάσισε να καλέσει κάποιους παλιούς συμφοιτητές του, που κρατάει κάποια επαφή μαζί τους ακόμη εννοείται, στο σπίτι για φαγητό. Μαζεύτηκαν παιδιά που τα ήξερα, τότε παλιά που κάνανε παρέα στο παιδί μου, ερχόντουσαν σπίτι, άλλα για να παίξουν χαρτιά με ότι χαρτζιλίκι διέθεταν, οι κοπέλλες γελούσαν μεταξύ τους, καμμιά φορά μαζευόντουσαν και διάβαζαν μαζί, ή και πήγαιναν διακοπές..Νιάτα με δύναμη, χαρά και κέφι για δημιουργία. Τα χαιρόμουνα αυτά τα παιδιά. Ετσι όταν ήρθαν όλοι, μας πήραν τηλέφωνο και μας είπαν αν θέλουμε να κατεβούμε να δούμε τους παλιούς..και να χαρούμε για λίγο μαζί τους. Ετσι κάποια στιγμή κατεβήκαμε όλο προσδοκίες..
..που έμειναν μετέωρες, γιατί ενώ μερικοί μας χαιρέτισαν, δεν ήταν όπως τα περιμέναμε. Μπήκαμε τη στιγμή που μία συζήτηση γινόταν μεταξύ του Πέτρου και μιάς παλιάς φίλης, που τώρα είναι χωρισμένη μητέρα 2 παιδιών. Η κόρη της κοντά στα 22 ο γιός της του Δημοτικού. Ηξερα και τον άνδρα της πριν χωρίσουν και πρίν ξεμυαλιστεί απο το κράκ.Αυτά όμως ήταν παλιές ιστορίες είχαν γίνει πρίν 15 χρόνια..και ο γιός της φίλης ήταν καμωμένος με άλλον. Η κουβέντα ήταν μεταξύ του Πέτρου και εκείνης, ο Πέτρος τη ρώταγε τα της κόρης της..που ενώ οι γονείς είναι μορφωμένοι άνθρωποι,  το παιδί χρησιμοποιείται και απο τους δυό για να αλληλο-εκβιάζονται.. παραπαίει το δύστυχο, πέρασε Πολυτεχνείο αλλά δεν πήγε γιατί ήθελε Ιατρική που δεν πέρασε και μετά είπε ότι θα κάνει Βιολογία στην Αγγλία. Στην Αγγλία με τα ακριβά δίδακτρα. Και απέτυχε μετά τον ένα χρόνο και νάτο πάλι εδώ να κάνει φροντιστήριο για να δώσει Ιατρική. . Ανακατεμένος ο ερχόμενος.  Και ο Πέτρος να της κάνει κήρυγμα για τον αποτυχημένο προσανατολισμό σπουδών του παιδιού! Αχ! Μή! Πήγα να του φωνάξω! Τον διέκοψα 4 φορές, του έκανα νόημα με τα μάτια «σταμάτα». Η γυναίκα του του πάτησε το πόδι απο κάτω, τον διέκοπτε κι εκείνη «ε άς τα αφήσουμε αυτά τώρα, να πούμε κάτι άλλο»..και εκείνος εκεί, να τη κριτικάρει..μέχρις ότου ξάφνου πετάχτηκε επάνω η κοπέλλα έξαλλη, καταθυμωμένη, άρπαξε το μπουφάν της και έφυγε.. έξαλλη.. Και παγώσαμε. Πάγωσε ο Πέτρος, η αίθουσα, όλοι. Και μετά όλοι είχαν και απο μία γνώμη.

Εμείς με τον Β. φύγαμε. Αναστατωμένοι γιατί ο Πέτρος, μας έδειξε έναν άλλο εαυτό. Οχι εκείνου, του ανακατωσούρα, του άλλου. Που ναί μεν έχει ενδιαφέρον για την εξέλιξη ενός παιδιού που ξέρει απο μωρό (με τη μητέρα του ήταν συμμαθητές πρώτα στο Φροντιστήριο, μετά στη Σχολή Χημικών, κάνανε μεταπτυχιακά στην ίδια χώρα, πήγε στο γάμο της, ήρθε στο δικό του κλπ 30 χρόνια γνωριμία) αλλά που δεν άρμοζε να ανακατευτεί. Και καλά αν ήταν και εκείνος πατέρας. Ελα μ’ όμως που δεν έκανε παιδιά. Και το είδος μηνύματος που πέρασε ήταν ότι εξαιτίας της τρέλλας των γονέων, η μικρή είναι φτερό στον άνεμο..  Αδικο ακόμη κι αν είναι αλήθεια.  Γιατί ο κάθε γονιός έχει τις δικές του ενοχές, δεν χρειάζεται εσένα να τους τις πετάς στα μούτρα και δημοσίως..

Ο Β. πάλι είπε ότι η γυναίκα είναι τρελλή και αντί να κάτσει να του χώσει καμμία για την αποκοτιά του, τόβαλλε στα πόδια. Να του πεί «Χέσε μας, κύττα τη δουλειά σου, δεν σου επιτρέπω, αει παράτα μας» να του πεί κάτι ώστε ο άλλος να συνέλθει απο το κηρυγματολόγιο. Εγινε βέβαια μεγάλη αποκοτιά, γιατί ποτέ δεν κριτικάρεις πώς ο άλλος μεγαλώνει τα παιδιά του, αλλά θα μπορούσε να σταματήσει με πιο ήπιο τρόπο.. Ο Β. λέει ότι στη θέση της θα του πέταγε το ποτήρι του κρασιού της στη μούρη..και μετά θα της ζήταγε συγνώμη και όλα θα ήταν καλύτερα.

Λένε.

Μέσα μου όμως στενοχωρήθηκα γιατί βγήκαν κάποια φαντάσματα.  Βγήκε και η απορία πόσο σκληρό μπορεί να γίνει το παιδί μου, πόσο εύκολα αρπάζεται έτοιμο να κατηγορεί τον οποιοδήποτε για το οτιδήποτε. Πόσο εύκολα ανακατεύεται εκεί που δεν τον σπέρνουν. Είτε τρελλή είναι αυτή η μάνα, είτε γνωστική, τι σε νοιάζει πώς φέρνει βόλτα το παιδί της;  Παιδί της είναι, άλλοι τα μεγαλώνουν στα πούπουλα, άλλοι τα πετάνε στους κάδους απορριμάτων. Δεν έχει κανένας δικαίωμα να κρίνει. Πόσο μάλλον και ένας άνθρωπος χωρίς παιδια. Νομίζω ότι κατάλαβε το λάθος του, της έστειλλε πολλά μηνύματα συγνώμης, σε κανένα δεν απάντησε.

Θα μπορούσε όμως αυτή η πληγή να μην είχε ανοιχθεί ποτέ.

Γιατι

Αρχισα να γράφω εδώ.. σαν νέο παιχνίδι , τότε που είχα πέσει στα βαθιά..και το μόνο που ήθελα ήταν να βουτήξω βαθύτερα, χωρίς αναπνευστήρα και να μείνω εκεί. Σκεφτόμουνα σοβαρά να τελέψω τη ζωή μου. Γιατι, είχα χάσει μία άλλη ζωή. Ζωή που μέτραγε για μένα. Ανθρώπινη η απώλεια. Και μετά το σόκ το πρώτο, μετά τη θλίψη και τα δάκρυα, έρχεται η πετρωμένη καρδιά. Είχα σκεφτεί να πέσω στις ράγες του τραίνου. Ολο στο Μοσχάτο πήγαινα, καθόμουνα με τις ώρες πάνω στη γέφυρα και αγνάντευα. Και πάντα εκεί με εύρισκε ο Β.
Αντί να πέσω να ησυχάσω μιά για πάντα, άρχισα να γράφω εδώ. Εννοείτε ότι έμαθα να γράφω και για τα μπλόγκια και τα λοιπά. Και αυτά που λένε για τα περήφανα γερατειά που διδάσκουν τους νέους είναι αστεία. Ενα ερείπιο ήμουνα που πάσχιζα να ξεχάσω μέσα απο την εικονική πραγματικότητα. Στην αρχή είπα μη βρώ και συντροφιές, μηπως βγαίνω παραπάνω, μήπως πιάσω φίλες. Κατάλαβα βέβαια ότι οπως και εγώ, μόνο ένα μέρος της πραγματικότητάς μου βγαίνει στο χαρτί, αντε να καταλάβεις αυτά που δεν λέει ο άλλος μέσα απο τα ψήγματα που λέει.
Εγραψα ότι συνέβαινε γύρω μου, την οικογένειά μου, τους γείτονες, τους φίλους. Εγραψα για αισθήματα που έχω, πώς με βλέπουν οι άλλοι, πώς βλέπω τι γίνεται. Εγραψα και αρκετά ψέμματα. Εγραψα και αναμνήσεις και μερικές αλήθειες. Τις κουκούλωσα όμως με διάφανα πέπλα ώστε να φαίνονται παραληρήματα «της γιαγιάς». Είναι στιγμές που άισθανόμουνα σαν ¨»ξοφλημένη γιαγιά», εξαιτίας αυτού του θανάτου. Σαν να γέρασα ξαφνικά, πριν της ώρας μου. Σαν να μην άξιζε να ζώ.
Το να γράφω δεν με έσωσε απο μελοδραματισμούς, ούτε ξέχασα το άτομο που πέθανε. Ποτέ δεν θα ξεχάσω. Ομως βοηθήσατε όλοι εσείς που με στηρίξατε όλο αυτό το καιρό. Τοτε που έγραφα κατινιές και παραξενιές, για περασμένα μεγαλεία. Σαν τη Μαντάμ Ορτάνς πήγα να γίνω, μόνο που εγώ δεν ήμουνα κοκότα, παρατημένη ναί, ξεχασμένη όχι. Ο πεθαμένος δεν μας παρατάει επίτηδες. Και εμείς που κλαίμε, για εμάς είναι, για αυτολύπηση, εγωϊστικά λέμε «τι θα γίνω χωρίς αυτόν/αυτήν». Θεωρίες. Η πραγματικότητα εκεί. Απώλεια. Που τώρα πιά έχει γίνει ανάμνηση. Θετικό αυτό. Ηρθε η επούλωση και ίσως το τέλος αυτής της σχέσης. Σχέση Λένας με το εικονικό γράψιμο.
Με βοηθήσατε πολύ να φθάσω ως εδώ. Κάποιοι απο εσάς με έχετε γνωρίσει, σε κάποιους άλλους έχω πεί και το αληθινό μου όνομα. Το τελευταίο ήταν δύσκολο και το έκανα μετά απο πολύ σκέψη, γιατί με το που θα το έλεγα αυτόματα θα «έκαιγα» αυτό το μπλόγκ. Κυκλοφορώ και αλλού, βλέπετε. Εχω και άλλη ζωή, πέρα απο την εικονική. Τη τελευταία λέω να τη διακόψω, προσωρινά ίσως. Ο ρόλος του τελείωσε.

Δεν ξέρω τι θα κάνω.. θα δώ. Δεν λέω αντίο, μόνο au revoir