Διαχειριστές και διαχειριζόμενοι

Χθές έγινε το σώσε τόσο στο σπίτι μας, όσο και στην ευρύτερη πολυκατοικία. Ο άνδρας μου ο Β, είναι πολύ καλύτερα απο το μικρό εγκεφαλικό επεισόδιο που είχε πάθει, λίγο το ένα του πόδι σέρνει, περπατάει με μπαστούνι, αλλά κατά τ’ αλλα έχει επανέλθει πλήρως. Μέχρι το εγκεφαλικό, είχε αναλάβει συν-διαχείριση με έναν άλλο ιδιοκτήτη, ένα (τραγό)παπά που μένει μόνος του εδώ. Κράταγε τα πρακτικά και σαν μεγαλύτερος με καλύτερες δημόσιες σχέσεις, βοηθούσε. Ο παπάς πάντα του ήταν παλιοχαρακτήρας, απο την αρχή που πάτησε το παλιοπόδαρό του στο σπίτι μας, τσακώθηκε με όλους, όλοι τον πειράζανε, πότε γαύγιζε ο σκύλος του επάνω, πότε σουλατσάριζε και κατούραγε το αυτοκίνητό του η γάτα του κάτω (καλά του έκανε), πότε κάνανε θόρυβο τα παιδια (έτσι είναι τα παιδάκια), πότε τον ενοχλούσε η τηλεόραση του γείτονα (κουφός γέρος 90+), πότε το ένα πότε το άλλο, εκείνος παραπονιόταν, εμείς δεν λέγαμε τίποτα για τα σούρτα φέρτα με τους αλητόβιους νεαρούς που έμπαζε και που τον κουτούπωναν και ξεφώνιζε απο ηδονή και τ’ ακούγαμε όλοι, μαζί με τις γάτες, τους σκύλους και τα παιδιά.

Οσο ο Β ήταν άρρωστος, ο παπάς δεν μπορούσε να βγάλει πέρα τους λογαριασμούς και τα λοιπά και άρχισε τις αυθαιρεσίες με αποτέλεσμα εμείς οι υπόλοιποι να καλέσουμε έκτακτη γενική συνέλευση, μήπως αναλάβει άλλος. Και πραγματικά ανέλαβε μία άλλη κυρία την οποία θα βοηθάω και εγώ γιατί έχω ξανακάνει διαχειρίστρια άλλες 2 φορές. Ο πάπαρδος όμως έγινε έξαλλος γιατί στη γενική συνέλευση (που είχαμε πάει μαζί με τον Β), του κάναμε έλεγχο για ττις πληρωμές του και αποδείξαμε ότι είχε φάει το αποθεματικό, δλδ περί τα 500 ευρώ. Χύμηξε λοιπόν να μας δείρει, επειδή ο Β πέρασε το εγκεφαλικό δεν μπορούσε να τον δείρει, επιτέθηκε σε εμένα με αρπαξε απο το κότσο και με μπάτσισε. Και όταν σήκωσε το χέρι για να μου δώσει άλλη μία, έφαγε μιά μπαστουνιά απο τον Β (που είχε στηριχθεί στο τοίχο εν τω μεταξύ), στη καρκάλα του και έπεσε τέζα. Και μετά κάποιοι ήρθαν κοντά μου και με βοηθούσαν και κάποιοι άλλοι φώναξαν το 100.

Το 100 ήρθε γρήγορα, 2 παιδιά πάνω σε μία μοτοσυκλέττα που προσπαθούσαν να μη γελάνε πολύ όταν κάποιος τους έλεγε τα καθέκαστα, δηλαδή πως ξεμωράθηκαν οι γέροι και έδειραν ο ένας τον άλλο με μπαστουνιές, μπούφλες και βρωμόλογα (γιατί και ο παπάς δεν είναι κανάς νιός, τάχει τα χρονάκια του). Εν τω μεταξύ συνήλθε και ο πάπαρδος, που μάλλον είχε πέσει τέζα απο το κακό του γιατί η μπαστουνιά τον πήρε ξώφαλτσα στο μάγουλο και ώμο..και τι δύναμη έχει ο Β που στηριζόταν στο τοίχο..μπροστά στους αστυνομικούς, χύμηξε να δείρει τον Β, μπήκαν αυτοί στη μέση και έφαγε ο ένας μιά μπουνιά, οπότε κάλεσε τη κλούβα να μαζέψει το παπά για επίθεση σε όργανο της τάξης. Και ώσπου να έρθει η κλούβα, ο παπάς μας στόλιζε με τα χειρότερα επίθετα και εμείς προσπαθούσαμε να μη σκάσουμε στα γέλια. Τον μαζέψανε και τελείωσε η γενική συνέλευση.

Σήμερα πέρασε αυτόφωρο για την επίθεση, πλήρωσε πρόστιμο γιατί ήταν εν βρασμώ ψυχής, είχε καθαρό μητρώο, νέος ήταν ο δικαστής μπορεί να του την έπεσε, τον αμόλησαν με συστάσεις να μαζέψει τα νεύρα του. Εμείς βέβαια με τον Β είμαστε με το λεξοτανίλ αγκαλίτσα γιατί η σφαλιάρα που έφαγα μου έφερε πρήξιμο και πήρα το γιατρό τηλέφωνο τι να κάνω. Μόλις αμόλησαν το γεροτράγο απο τη στενή, ανέβηκε δυό-δυό τα σκαλιά ξεφωνίζοντας (βγήκαν βέβαια όλοι έξω απο τα σπίτια τους και άρχισαν να τον κυνηγάνε στις σκάλες), έφθασε στο διαμέρισμά μας και άρχισε να κλωτσάει τη πόρτα..βρίζοντας. Είχε ακουμπήσει πάνω στο πορτόφυλλο με τα χέρια του και κλώτσαγε με μανία, οπότε τσάφ! ανοίγει τη πόρτα ο εγγονός μου (14 ετών) που μας έκανε παρέα και πλάτς πάρτον κάτω τον παπά με τα μούτρα. Εν τω μεταξύ τον πρόλαβαν και οι άλλοι κάτοικοι, τον άρπαξαν, τον ακινητοποίησαν, του σκούπισαν τη μύτη που είχε ματώσει και ξαναφώναξαν το 100. Το οποίο βέβαια μετά απο τα χθεσινά τον έκλεισαν μέσα. Πήραν καταθέσεις απο εμάς όλους, είδαν και τη γδαρμένη πόρτα, έχουμε και έναν γιατρό στη πολυκατοικία ό οποίος είπε ότι ο παπάς ήταν εκτός εαυτού, σαν εγκεφαλικό ή τρέλλα, να δούμε τώρα πώς θα τη βγάλει καθαρή.

Αυτά. Γελάσατε τώρα; Αν ναί, χαίρομαι παρόλλο το πρησμένο μου μάγουλο.

Advertisements

Ταιριαστά ζευγάρια

Μένω σε μία γειτονιά γεμάτη ψηλές πολυκατοικίες με πρασιές. Ολες έχουν αρκετό έως μεγάλο κήπο απο κάτω. Η κάθε πολυκατοικία είναι ένα μικρό χωριό, όπου οι γείτονες συναντιούνται στο ασανσέρ, στους κοινόχρηστους χώρους, στο δρόμο, ανταλλάσουμε φιλοφρονήσεις για το καιρό, την υγεία, τα πολιτικά..όλο χαμόγελα..ίσως να πούμε και μία λέξη παραπάνω αν γνωριζόμαστε χρόνια..Αλλά ως εκεί. Τίποτα το προσωπικό δεν ξεφεύγει. Μετά ο καθένας κλείνεται σπίτι του και δημιουργεί ευτυχία ή το δικό του Κωσταλέξι (για πληροφορίες κύττα εδώ http://www.pare-dose.net/?p=59). Απέξω όλα καλά. Ολοι βλέπουμε και κυρίως ακούμε την αφρόκρεμα των προβλημάτων του κάθε ενοίκου/κατοίκου και ανάλογα βγάζουμε τα συμπεράσματά μας..κι ας μη γνωρίζουμε όλο το πρόβλημα. Το καλοκαίρι που τα παράθυρα είναι ανοιχτά οι ήχοι ταξιδεύουν πρός κάθε κατεύθυνση. Ας πάρουμε το ζευγάρι του 5ου ορόφου. Παντρεμένοι 20 χρόνια, διπλοπαντρεμένοι και οι δυό. Τα παιδιά τους απο του παλιούς τους γάμους ζούνε αλλού. Θα έλεγε κανείς ότι αφού κατέληξαν να είναι μαζί 20 χρόνια, κάπως θα τα έχουν βρεί, ειδάλλως θα ξαναχώριζαν όσο ήταν ακόμη καιρός. Μπά, όχι!.
Κάθε σαββατοκύριακο μαλώνουν. Τους ακούω το καλοκαίρι που τα παράθυρα είναι ανοιχτά. Οι φωνές ξεκινούν κατά το μεσημεράκι του Σαββάτου, μάλλον την ώρα που ετοιμάζουν το φαγητό. Σαν τη κουδούνα του σχολείου σπάζει τη σιωπή η φωνή του ανδρα…ουρλιάζει για μία κουτάλα, για μία σταγόνα που ξέφυγε. Κατηγόριες. «Πώς το έκανες έτσι» και «Στραβομάρα έχεις»..και τα σχετικά. Ανεβαίνουν οι τόνοι γιατί προφανώς η κοπέλλα του απαντάει με φωνή λιγώτερο δυνατή και εκείνος εξαγριώνεται. Αρχίζουν οι βρισιές «βλαμμένη, χαζή, ηλίθια» ή αν δεν του εναντιωθεί και προφανώς φύγει απο τη κουζίνα έχουμε «έλα εδώ να δείς τι έκανες». Καμμιά φορά φωνάζει και εκείνη και γίνεται χαμός. Τις περισσότερες όμως φορές εκείνος κανει τη παράσταση και πρίν την αυλαία, ξεσπάει στα κλάμματα. Ο άνδρας κλαίει και οδύρεται για τη γυναίκα δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι όταν τους συναντάς έξω είναι σαν τη καλή χαρά. Ηρεμοι, ευχάριστοι και -εδώ είναι το παράξενο – πολύ ταιριαστοί. Και μάλλον ταιριάζουν, όμως γιατί ξεσπάει ο ένας στον άλλο; Και αυτό γιατί να γίνεται τις αργίες τους που υποτίθεται οτι επιτέλους ξεκουράζονται, κάνουν κοινά πράγματα; Απο Δευτέρα τρέχουν στις δουλειές τους, ξημερώματα φεύγουν, νύχτες γυρίζουν..και μένει η διήμερη εβδομαδιαία αργία για να τσακωθούν. Αδίκο δεν είναι;

Χθές το μεσημέρι μας κάλεσε μία γνωστή που μένει στο 5ο όροφο για τσάϊ. Τους ακούγαμε να τσακώνονται, ξεχωρίζαμε ακόμη και τις λέξεις που αντάλλασαν. Δύσκολο. Και να θέλεις να μην ακούς δεν γίνεται. Η γνωστή μου, ας τη πούμε Γιάννα, λέει ότι ο ανδρας που βάζει τις φωνές είναι τρελλός, έχει όλα τα καλά και συγχρόνως θέλει τον ουρανό με τ’ αστρα. Η γυναίκα είναι λυπημένη, μάλλον αυτή η αυξανόμενη τρέλλα του άνδρα της βαστάει χρόνια..κλείνει τα μάτια και τον αφήνει να ποδοπατεί. Καλά να πάθει; Χμμ! Μιά κουβέντα είναι αυτή. Ποτέ δεν ξέρει κανείς το γιατί. Και κάθε τόσο είναι άρρωστη..και έρχονται έντρομα τα παιδιά της απο το παλιό της γάμο..και προσπαθούν να τη πείσουν να τον αφήσει. Και εκείνη συμφωνεί μαζί τους..αλλά μένει. Και μετά ντύνονται, στολίζονται και βγαίνουν έξω. Και ο κόσμος τους βλέπει και λέει «Τι ταιριαστό ζευγάρι». !!

Ασθενής

Είναι το άτομο που πάσχει απο κάτι, ο ασθενής. Αν καταλαβαίνει πάνω-κάτω τι τρέχει, καλεί το κατάλληλο γιατρό, δηλαδή τον παθολόγο του και απ’ εκεί πάμε και στους ειδικούς. Καλά τα λές. Ναί πολύ καλά. Τόσο καλά που δεν καταλαβαίνω γιατί οι άλλοι δεν τα βλέπουν έτσι.

Νωρίς το απόγευμα ακούστηκαν ουρλιαχτά στη πολυκατοικία, μία γυναίκα φώναζε και μία άλλη ούρλιαζε. «Ψυχραιμία» μου λέει ο Β, κανένας οικογενειακός καυγάς θα είναι πάλι, ν’ ακούσουμε πρώτα και μετά αν είναι επεμβαίνουμε..ως διαχειριστές χμ χμ! Οι φωνές συνεχίζονταν, βγήκαν και άλλοι στο διάδρομο και είπαμε να πάρουμε τη πολυκατοικία σαν το ψάρι απο το κεφάλι , απο τους πάνω ορόφους πρός τα κάτω. Στους 2 ορόφους πάνω απο εμάς δεν ακουγόταν τίποτα το ανθρώπινο μόνο οι σκύλοι γαύγιζαν. Ο γιός ο Μάρκος που μένει δίπλα και η Α, η γυναίκα του έλειπαν. Πάμε λοιπόν έναν όροφο κάτω και βλέπουμε την αδελφή μου με μπικουτί να μιλάει με την γειτόνισσα απέναντι..άρα ούτε και εκεί ήταν ο καυγάς..που συνεχιζόταν με ορμή, τα ουρλιαχτά είχαν γίνει τσιρίδες. Οροφο-όροφο κατεβαίναμε και παίρναμε και τους άλλους μαζί μας, έτσι όταν φθάσαμε χαμηλά είμασταν λαός. Το θέαμα που αντικρύσαμε μας άφησε άναυδους.

Τσακώθηκε η ανηψιά με τη θεία. Η μία μένει με την οικογένειά της στο διαμέρισμα δεξιά, η άλλη χήρα μένει με τις γάτες της αριστερά. Με αυτή τη χήρα έχουμε προηγούμενα απο άλλες χρονιές, δεν με χωνεύει γιατί κλέβω στη μπιρίμπα και στη πόκα και μου κάνει καψόνια. Ας γίνει καλή κι ας κλέβει και εκείνη, α μα πια! Κάναμε κάποιους μήνες παρέα, απο τότε που μετακόμισε στη πολυκατοικία εδώ γιατί όταν ζούσε ο άνδρας της δεν μας έμπαζε στο σπίτι της, μας θεωρούσε παρακατιανούς «ο καραβανάς με τη μοδίστρα», ενώ εκείνη που ούτε το Δημοτικό δεν τελείωσε ήτανε Κερία. Οταν όμως έμεινε μόνη της, άνοιξε και στους παρακατιανούς το σπίτι της, και πιάσαμε με την αδελφή μου και την άλλη μου νύφη να παίζουμε χαρτιά μαζί της..όμως έγινε το σώσε γιατί όλες κλέβαμε και έτσι παίζουμε τόσα χρόνια, και ήρθε η μεγάλη ηθικολόγος και μας έβαλε πόστο. Και τι κατάλαβε, χάλασε το καρέ, εμείς συνεχίσαμε να παίζουμε οι 3 μας και εκείνη έμεινε μπουκάλα σπίτι της. Η ανηψιά της είναι η δεύτερη νύφη μου η Μ που με έχει βοηθήσει πολύ τα περασμένα χρόνια.   Τα ουρλιαχτά λοιπόν που ακουγόντουσαν ήταν τα δικά τους.

Η χήρα δεν ακούει γιατί είναι κουφή και ενώ έχει ακουστικά δεν τα φοράει γιατί λέει τη ζαλίζουν. Για να σε ακούσει πρέπει να φωνάζεις, άμα φωνάζεις δεν σε ακούει μόνο η κουφή, όλοι σε ακούμε. Της μίλαγε δυνατά λοιπόν η ανηψιά της να καλέσει γιατρό και η χήρα αντιδρούσε ουρλιάζοντας, γιατί όντας κουφή θεωρεί ότι άπαξ και εκείνη κουφάθηκε όλοι μας κουφαθήκαμε επίσης  και έπρεπε να ουρλιάζει για να ακούγεται περισσότερο απο την ανηψιά. Το θέμα που μαλώνανε, γελοίο. Παραπονέθηκε η χήρα για πυρετό, κρυάδες στην ανηψιά και η δεύτερη πρότεινε να φωνάξουν ένα γιατρό, το γιατρό που κουράρει τη θεία της. Τι πιο απλό! Αμ ! Δε!. Η χήρα τηλεφώνησε στο γιατρό της, της έκλεισε ραντεβού να έρθει στο σπίτι να τη δεί το απόγευμα. Αντί να κάτσει στο κρεββάτι, αφού είπε ότι ήταν άρρωστη, ντύθηκε, στολίστηκε, έφτιαξε και το μαλλί κράνος και στήθηκε. Πάει μέσα η ανηψιά ανήσυχη να δεί πώς είναι η θεία και τη βλέπει μοντέλλο να βάφει τα νύχια της.  Βρε της λέει, τρε λλάθηκες; Εχω πεθάνει απο αγωνία για σένα, ήρθα άρον-άρον απο τη δουλειά και τι βλέπω παρά την κατά φαντασίαν ασθενή ; Και γίνεται ένας καυγάς, ένα γλέντι τρικούβερτο, ακουγόντουσαν μέχρι τη ταράτσα. Γιατί η χήρα θεία ήθελε να της γράψει ο γιατρός αντιβιοτικά να τα έχει μήπως της χρειαστούν, όμως τέτοιες συνταγές δεν γράφουν πιά παρά μόνον ηλεκτρονικά και αύριο Παρασκευή δεν κάνει ιατρείο αυτός. Και οταν το συνειδητοποίησε τον πήρε τηλέφωνο και ακύρωσε το ραντεβού, χωρίς να ενημερώσει την ανηψιά της που γύρισε απο το γραφείο της τρομαγμένη..για να τη βρεί θυμωμένη να γκρινιάζει για τα νέα συστήματα που είναι εναντίον των ασθενών.

Μπήκε στη μέση ο Β, κατευόδωσε τη θεία που έκλαιγε ότι κανείς δεν την καταλαβαίνει..αυτή που έχει γεράσει, που είναι αααρρρρρωωωωωστηηηη και τα ηλεκτρονικά είναι εχθροί της, που η ανηψιά της είναι πολύ πεζή, που τούτο, που κείνο..μπάμ! μας έκλεισε στη μούρη τη πόρτα. Μετά ηρέμησε τη νύφη μου που ήταν θυμωμένη, μπαϊλντισμένη με τις δικολαβίες της θείας της, βαρέθηκε πιά να παίζουνε το Πέτρο με το λύκο.

Και μετά αφού ενημερώθηκε όλη η πολυκατοικία για τα γεγονότα, κάποια είπε ότι έχασαν και το χ σημαντικό σίριαλ..αλλά δεν πειράζει είχαμε άλλο λάιβ εδώ.

Πώς μπλέκουν μερικοί άνθρωποι και ενώ την ίδια γλώσσα μιλούν δεν καταλαβαίνουν τίποτα;

Γενική συνέλευση

Ο καλός διαχειριστής τις συνελεύσεις τις κάνει σπίτι του. Οχι στην είσοδο της πολυκατοικίας, στα όρθια να τους μαζέψει για να μη του μαγαρίζουν το σπίτι. Δεν μπορεί απο τη μιά να έχεις την απαίτηση να σε υπολογίζουν οι ένοικοι και οι ιδιοκτήτες και απο την άλλη να μη θές να τους μπάσεις μέσα. «Μα Λένα μου, τη σουρούκ και τη μουρούκ θα φέρεις μέσα στο σαλόνι σου, να κυττάει  το σπίτι σου, να σου κάνει κουτσομπολιά ;»  μου λέει η φιλενάδα μου.  Δε μιλάω, τι να την πώ, κουτή. Αστο, άλλη φορά θα καταπιαστώ μαζί της. Ο παλιός διαχειριστής, μας μαζευε στην είσοδο. Δύο-τρείς ώρες στα όρθια μας γκρίνιαζε, μας τα έψελνε (ήταν και παπάς) σε όλα λέγαμε ναί, βαριόμασταν να στεκόμαστε. Απο τότε που γίναμε εμείς διαχειριστές, οι συνελεύσεις γινόντουσαν στο σπίτι. Να πάρουν όλοι τα ποδάρια τους να έρθουν, να βουλιάξουν στις πολυθρόνες, να φάνε γλυκάκι και να έχουν το χρόνο να σκεφτούν, να μιλήσουν, ν’ ακούσουν, να διαφωνήσουν και να πλακωθούν. Το τελευταίο δεν το γλυτώνεις ποτέ. Ολο και κάποιος θα τις φάει. Είτε θα τονε βρίσουν, είτε θα τον κατραπακώσουν.

Τη Παρασκευή είχαμε γενική συνέλευση, όπου παρέδωσε ο παλιός διαχειριστής (με μεγάλη του χαρά) και ανέλαβαν πάλι ο Β (με μεγάλη του χαρά) και εγώ. Ο παλιός, που είναι και παπάς, αφού μας παρέδωσε το καταστατικό και το ταμείο, φρόντισε να μας ενημερώσει, παρουσία όλων, για τα βάσανα που τράβηξε για 2 χρόνια. Μαρτύρησε, όπως μας είπε, με τις λάμπες και τα ηλεκτρικά γιατί όλο χρειαζόταν να τρέχει να τα αλλάζει, δεν υπήρχε κανείς να τον βοηθήσει άμα κόλλαγε η γκαραζόπορτα, ή καιγόντουσαν όλα μαζί τα φωτάκια του χριστουγεννιάτικου δένδρου.  Διαολείσθηκε με τους πιτσιρικάδες της πολυκατοικίας που δεν σέβονται τη κοινή ησυχία αλλά χτυπάνε τα κλαπατσίμπαλά τους μέρα νύχτα, μαθαίνοντας λέει σολφέζ! Κατακεραύνωσε τους ιδιοκτήτες ζώων  που τ’ αμολάνε να αποπατούν όπου νάναι χωρίς να τα μαζεύουν μετά, και πώς τυχαίνει κάθε φορά αυτός να τα πατάει!, «πώς δεν έσπασα κανένα πόδι τη τελευταία φορά που γλίστρισα»!!. (Επειδή πάτησες ηλίθιε το ράσο, όχι τα σκ..) ακούστηκε αυτό..Αγρίεψε με τους λογείς μεταφορείς που φέρνουν εμπορεύματα με το ασανσέρ και το γδέρνουν, ξύνουν, βρωμίζουν, αντίστοιχα με τις κερίες νοικοκυρές ή βοηθούς αυτών που κατεβάζουν τις σακούλες των σκουπιδιών που στάζουν ώστε να βρωμάει ολη η πολυκατοικία..και μία «γλώσσα παπούτσι έχουν για μένα που τους έκανα παρατήρηση και μου είπαν αμα δεν σ’ αρεσουν άρπα το φλόκο και πάστρεψέ τα. Ούτε το ράσο μου δεν σεβάστηκαν» !  Κόντεψε ο πάπαρδος να παραδώσει το πνεύμα του, αντ’ αυτού παρέδωσε τη διαχείριση. Φεύγοντας απο το σπίτι μου είπε θριαμβευτικά «τέρμα να με πιλατεύουν οι Πόντιοι και το πουταναριό – ας δοκιμάσετε εσείς μαζί τους», άστοχο, γιατί οι Πόντιοι δλδ όλοι οι άνδρες και οι που..δλδ όλες οι γυναίκες του όρμησαν και του έσκισαν το ράσο. Ουρλιάζοντας ροβόλησε απο τις σκάλες πρός το διαμέρισμά του, με τις έξαλλες μαινάδες απο πίσω του και χώθηκε στο διαμέρισμά του άρον-άρον. Φτηνά τη γλυτωσε, έπρεπε να του κατέβαζαν το βρακί να μάθει άλλη φορά να μουτζώνει τη τύχη του.. Ευτυχώς για εκείνον που το έσκασε, γιατί μετά κάναμε έλεγχο στα ταμείο και στο καταστατικό και τα πράγματα δεν ήταν καθόλου καλά.

Το ταμείον της πολυκατοικίας είναι μείον. Δυστυχώς για τον πάπαρδο κατ’ αρχήν και για εμάς μετά. Γιατί λεφτά υπήρχαν, μόνο που τώρα γεμίζουν άλλες τσέπες.

Είμαι ακόμη εδώ

και σκέφτομαι. Τα πάντα και για τα πάντα. Αναρωτιέμαι για πολλά. Αλλά και για τα λίγα. Ο γιός μου δεν θα πάει στο Ντουμπάι, δεν τους άρεσε τελικά, δεν του έστειλαν σύμβαση, δεν τα βρήκαν. Στενοχωριέμαι που πάλι δεν θα έχει δουλειά, παρόλλο που προσπάθησε. Ομως πρός τι οι χαρές και τα πανηγύρια πρίν προσληφθεί; Μέχρι τη περιπτερού είχαν φθάσει τα νέα για το Ντουμπάϊ, που είναι 3 τετράγωνα μακριά. Τώρα που δεν θα πάει, απογοήτευση για όλους, τους άλλους. Και εμείς οι δυό στενοχωρηθήκαμε που θα μας έφευγε γιατί μας στηρίζει πολύ και τα παιδιά του στενοχωρέθηκαν γιατί δεν θέλανε να φύγουν απο τη χώρα, μόνο η Α πέταγε απο τη χαρά της «να φύγω μακριά να ησυχάσω απο το καθημερινό ποδήλατο», υπονοώντας μάλλον ότι εδώ της έχουμε κάνει τη ζωή αφόρητη. Να πρόσεχε να μη μου έμπαινε στο σπιτικό μου σώγαμπρη τότε. Ούτε να μου έκανε δουλειές σφουγγαρίζοντας και ψαχουλεύοντας τα συρτάρια μου «για να με καλοπιάσει». Παλιά μας είχε φάει τ’αυτιά για το χωριό της, πόσο εκείνο της άρεσε ενώ η Αθήνα είναι γεμάτη βλάχους, πόσο εκείνο είναι το τέλειο, το καλύτερο, το πλουσιώτερο..οπότε της λέω μιά φορά σ’ ενα τραπέζι έξω, «ας έμενες λοιπόν εκεί και να μην ερχόσουν Αθήνα να πάρεις το παιδί μου, να παντρευόσουνα κανένα συχωριανό σου, να μας άφηνες στην ησυχία μας»και έγινε το σώσε σε εκείνο το γεύμα, γιατί οι μισοί ξεράθηκαν στα γέλια και οι άλλοι μισοί στα κλάμματα. Και μετά με είπανε σκατόγρια.
Δεν θα φύγει λοιπόν ο κανακάρης για μόνιμα, μόνο 5 μέρες πήγε για τη συνέντευξη και για βόλτες και μαζί με την απόρριψη μας έφερε απο ένα ράσο που φοράνε οι γυναίκες εκεί, μία «αμπάγια». Μόνο για ντόμινο της Αποκριές κάνει, τη φτιάχνω τώρα, της περνάω φραμπαλάδες, λέω φέτος να ντυθώ Κοκκινοσκουφίτσα της χαράς και της καλοπέρασης και το Β θα τον ντύσω Λύκο της κρίσης..Μας έχουν καλέσει απο τώρα κάτι φίλοι για πάρτυ ενηλίκων με θέμα, «πώς να ξεφύγεται απο τη κρίση», ελπίζω ο λύκος να αργήσει να με πιάσει ή να παρασυρθεί και να κυνηγησει άλλες, γέρασα και μυαλό δεν έβαλα. Εφερε και στο μπαμπά του μία γκελεμπία και χουρμάδες. Πρώτη φορά βλέπω τέτοιους χουρμάδες, είναι σε ολόκληρο κλαδί επάνω, απαλοί και μαλακιοί. Τους φάγαμε αυτούς.
Το πρόβλημα παραμένει. Ο γιός μου δεν έχει δουλειά, έχει όμως ανάγκες. Τρώμε όλοι μαζί, κάτι είναι κι αυτό. Ψάχνει να κάνει κάτι. Κάτι που να έχει σχέση με το αντικείμενό του, τίποτ’ άλλο. Αραγε έχει τη πολυτέλεια να διαλέγει; Ο χρόνος θα δείξει.
Ανέλαβα διαχειρίστρια ξανά. Χάρηκα γιατί μ’ αρέσει η απασχόληση με τα κοινά. Το πρώτο πράγμα που έκανα είναι να πάω επάνω και να απαγορεύσω στο τσογλάνι του 6ου να κατεβάζει το σκύλο στο κήπο για να λερώσει και να τα αφήνει τα κακά εκεί. Θα φάει 3 προειδοποιήσεις, μετά θα έρθει το μπουγέλο – το έχουμε ξανακάνει, αυτός δεν το ξέρει, θα το μάθει που θα μας πάει. Κανείς δε θα του πεί τίποτα..περιμένουν όλοι το μπουγέλο.Αλλαξα και τις συχνότητες στα τηλεκοντρόλ του γκαράζ, μετά απο γενική συνέλευση εννοείται. Ετσι ώστε οι 3 κακοπληρωτές αν θέλουν να μπορούν να βγάζουν τα αυτοκίνητά τους απο τα υπόγεια θα χρειαστεί να εξοφλήσουν τα χρέη τους και να λάβουν το νέο τηλεκοντρόλ. Με βρίσανε, φωνάξανε ότι είναι παράνομο, ότι θα μου φέρουν την Αστυνομία, το Στρατό, την Αεροπορία, το μπόγια, να φέρουν ότι θέλουν, μαζί με τα λεφτά που χρωστάνε, τα παλιόσκυλα, οι τζαμπατζήδες.
Είμαι ακόμη εδώ. Αφουγκράζομαι τις μπαρουφολογίες των πολιτικών μας και την αδιαλαξία του λαού. Κατεβασμένα μούτρα, έλλειψη ενδιαφέροντος, γκρίνια για τα λεφτά που δεν έχουν. Δεν προχωράτε έτσι, χρειάζεται να βγάλετε το βρακί σας και να το φορέσετε αλλιώς.

Μυρωδιές

Πάνε 4 μήνες που η διπλανή πολυκατοικία έχει πρόβλημα. Πρόβλημα με τις αποχετεύσεις, τη καθαριότητα, τα νερά. Και επειδή συνορεύουμε αυτά τα προβλήματα είχαν αντίκτυπο και σε εμάς. Ο διαχειριστής εκείνων, γκρινιάζει στο Β (άνδρας μου και διαχειριστής)για τα όμβρια, για τα αδέσποτα που ταϊζονται απο ζωόφιλους και των 2 πολυκατοικιών (βρωμίζουν, λερώνουν, τρομάζουν το κόσμο), για τις αποχετεύσεις (που οι κάτοικοι πετάνε μέσα απο χαρτί τουαλέτας μέχρι κόκκαλα)που φράζονται τα φρεάτια και μετά θέλουν αποφράκτη..για τις κατσαρίδες και πιθανώς τα τρωκτικά που πέθαναν ( και δώστου οι απολυμάνσεις)..αλλά η βρώμικη μυρωδιά, σα το σάβανο επάνω μας. Τελικά όταν η μπόχα έγινε αφόρητη..ήταν και Αύγουστος. Η ζέστη μας καθήλωνε, οι βρώμικη μυρωδιά μας αηδίαζε. Μέχρι που αποφάσισε ο γείτονας διαχειριστής, ν’ αλλάξει συνεργείο καθαρισμού. Και τότε του σκάσανε το παραμύθι οι Βουλγάρες καθαρίστριες. «Εμείς κάνουμε καλά τη δουλειά μας, όμως ο κύριος που μένει μόνος στη ταράτσα, δεν καθαρίζει ποτέ, για΄αυτό βρωμάτε». Ο διαχειριστής θορυβήθηκε, μιά και δυό πήγε στο ρετιρέ, ένα διαμέρισμα 50 τετραγωνικών, κανονικά ήταν το σπιτάκι της ταράτσας, αλλά κάποιος το ζήτησε πρίν χρόνια και παρόλλη τη παρανομία, το έδωσε η πολυκατοικία για ενοικίαση, φθηνά. Τα λεφτά τα βάζανε αποθεματικό. Το ασανσέρ δεν έφθανε ως εκεί, ανέβηκε με τα ποδια..όμως απο τον 6ο άρχισε να γίνεται η μυρωδιά πιο έντονη..ώσπου να φθάσει επάνω κόντευε να λιποθυμήσει..
Χτύπησε το κουδούνι, τίποτα..βρόντηξε τη πόρτα, σιωπή. Ηρθε σε εμάς για συμβουλή και του είπαμε να δεί μήπως πέθανε κάποιος μέσα..καλέσαμε το 100. Ηρθαν οι αστυνομικοί, μαζί με κλειδαρά, δεν μπήκαν μέσα αμέσως, κάτι άλλα ζητάγανε, τελικά έσπασαν τη κλειδαριά..και είδαν. Μάλλον μύρισαν. Ο άνθρωπος είχε πεθάνει εδώ και μήνες. Βρισκόταν κατάχαμα δίπλα στο τηλέφωνο, το ακουστικό επάνω του, μάλλον είχε προσπαθήσει να επικοινωνήσει και έμεινε. Είχε λιώσει το σώμα του (δεν το είδα, το είδε ο γείτονας διαχειριστής και μας το έλεγε), η μυρωδιά απερίγραπτη. Ηρθαν διάφοροι φορείς, σήκωσαν τον νεκρό και τον πήγαν νεκροτομείο για να διαπιστώσουν απο τη πέθανε. Κάποιοι ήξεραν συγγενείς του, είχε μία κόρη που έμενε στην επαρχία. Την ειδοποίησαν, είχαν τσακωθεί και δεν του μίλαγε. Τώρα όμως αναγκαστικά εκείνη ήταν που τράβηξε το λούκι των διεργασιών, δικαστήρια, και το καθαρισμό του χώρου.
Ο γείτονας πέθανε απο καρδιά. Ηταν γύρω στα 80, έμενε μόνος σαν τη καλαμιά στο κάμπο. Μονόχνωτος δεν μίλαγε σε κανέναν. Σοκαρίστηκα απο το θάνατό του, αραγε δε θα μπορούσαν να τον έβαζαν σε ένα γηροκομείο, να του παρήχαν μία βοήθεια ώστε να μη πεθάνει έτσι, ενώ θα μπορούσε να ζήσει; Τρέχει τώρα η κόρη του και ο δικηγόρος της στα δικαστήρια, τον θεωρούσαμε φτωχαδάκι, ενώ το σπίτι του στη Χαλκίδα το είχε δώσει στη κόρη του, να μένει και εκείνη ούτε που του μίλαγε. Εκλαιγε πολύ η κοπέλλα, και ο άνδρας της και οι κόρες της σαστισμένες. Δεν έδωσε τότε τόπο στο θυμό της για όσα τις έλεγε ο πατέρας της, σταμάτησε να του μιλάει. Νάτες τώρα οι τύψεις που τον έβγαλε απο τη ζωή της, τον αφησε να πεθάνει μόνος, άφησε το μπαμπά της να βρωμίσει.
Δεν ξέρω. Ανατρίχιασα.

Λένα..χα χα χα!

Πρίν απο χρόνια, μου είχαν κάνει δώρο ένα βιβλίο για μία βιογραφία ενός παιδιού, Ιρλανδού του Πάντυ Κλάρκ. Ο τιτλος αλλά και το περιεχόμενο μου είχε κάνει πολύ εντύπωση γιατί περιέγραφε δύσκολες στιγμές αλλά και ξέγνοιαστες..ζωή παιδιού.

Αυτές τις μέρες έχουμε πολλές υδραυλικές σκοτούρες, που μας θυμούνται τα καλοκαίρια συνήθως. Αλλά και τας αργίας, εορτάς και όταν είμαστε γενικά εκτός σπιτιού. Για μία ακόμη φορά υπήρχαν διαρροές, όχι μυστικών της C.Ι.Α., ή των τραπεζών που συγχωνεύονται (κλάφτα μέτοχοι). Υπήρχαν διαρροές απο το 5 όροφο, όπου τρύπησαν-έσπασαν κάτι σωλήνες μπάνιου και τα νερά, σαν το ασανσέρ, πήγαν πρός τα κάτω, αρχικά στο 4, μετά στο 3 και τέλος σε εμάς.  Πλημμύρισε το πατάρι (όπου φυλάγαμε τα στρατιωτικά του Β, στράβωσαν τα πηλήκια και έγιναν αποκριάτικα), βγήκαν σταγόνες στο ταβάνι του μπάνιου και ρυάκι μπήκε στους κάτω ορόφους. Ο ενοικιαστής του 5 διακόπευε. Κλειδί δεν είχε αφήσει. Ηρθε ο ιδιοκτήτης με αστυνομία, ανοίξαμε για να μπεί ο υδραυλικός+τσιράκι, του τα κάναμε του ανθρώπου χάλια μέσα στο μπάνιο του, γιατί σπάσανε τα πλακάκια, βγάλανε και το δάπεδο..για να βρεί ο υδραυλικός απο πού τρέχει, τράβαγε τα μαλλιά του ο του 4ου ορόφου γιατί τα νερά είχαν πέσει στο κρεββάτι του και το κάνανα λούτσα και αυτός κοιμόταν στρωματσάδα κλπ. Φώναζε και απειλούσε όπου στο τέλος του λέει ο Β «σκάσε μας έπρηξες» και εκείνος σηκώνει το χέρι να τον χτυπήσει, σκύβει εγκαίρως ο Β και τρώει το φούσκο ο αστυνομικός που είχε έρθει για τη πιστοποίηση βλάβης και ανοιγματος του διαμερίσματος, ο αστυνομικός που ήταν μπρατσωμένος πλήν κοντός. Γίνεται θηρίο ο αστυνομικός, σκάμε εμείς στα γέλια, τρομάζει ο του 4 που χτύπησε «όργανο» και γίνεται το εξής επεισόδιο:  Αγριοκυττάζει ο αστυνομικός τον του 4 και του λέει κάποιες κουβέντες που δεν επαναλαμβάνονται για τι θα τον κάνει που τον χτύπησε.. Ο του 4 στην αρχή ζαρώνει και μετά γονατίζει «ήμαρτον, τον άλλο το γάϊδαρο ήθελα να δείρω όχι εσάς (πολυχρονεμένε) καλέ, γλυκέ, όμορφέ μου». Ο άλλος αστυνομικός να έχει κοκκινήσει απο τα συγκρατημένα γέλια, να προσπαθεί να δείχνει σοβαρός. Εμείς οι υπόλοιποι να έχουμε λιώσει γιατί όταν ο του 4 ορόφου γονάτισε, η μύτη του ήταν εκατοστά μακριά απο τα απαυτά του αστυφύλακα (ήταν κοντός είπαμε)..και βάλαμε τσόντα στο νού μας, εκεί που έλεγε τα ήμαρτον..και το είδε και ο ίδιος και κοκκίνησε περισσότερο.. καθώς του ότι ο του 4 είναι πάρα πολύ gay.  Και «έλα στο σπίτι μου να σε ψήσω καφέ, να σε κεράσω καϊσι που έφτιαξα με τα χεράκια μου» να λέει και εμείς να ψιθυρίζουμε «και που να δείς τι άλλα θα σε κεράσεει», δυστυχώς τα άκουσε και ο αστυνομικός που μας λοξοκύτταγε και βροντοφώναξε «εγώ είμαι ΚΑΙ πολύ άντρας» ερριξε και μιά σπρωξιά στο γονατισμένο, θύμωσε αυτός και του λέει «αϊ μωρή μικροτσούτσουνη απ’ εδώ» τον μούτζωσε και έφυγε.

Χαχαχαχα! Ολοι γελούσαν..και τα νερά τρέχανε.. εκτός απο τον ιδιοκτήτη του μικρού τσουτσουνιού (πού το έκοψε ότι ήταν μικρό, ο θεός ξέρει) που είχε μαυρίσει απο το κακό του και ήθελε να κόψει μήνυση για εξύβριση.. «Δεν σου έβρισε και τίποτα», του είπε ο Β » μόνο το τέτοιο σου».. χαχαχαχα!   Τα μαζέψανε οι αστυνομικοί και φύγανε.. και εμείς βαλθήκαμε να καθαρίσουμε λιγο τις βρωμιές των υδραυλικών.. Τέσσερις μέρες θα δουλεύουν εκεί…άρα έχουμε άλλες 2 μέρες. Μετά έρχονται στο σπίτι μας και τρώνε, μιλάμε και κυρίως πεθαίνουμε στα γέλια.  Σήμερα κάλεσα για φαγητό (στις 2.00) και το φλώρο του 4 μήπως ξεθυμάνει!.

χαχαχα Λένα