Θάνατος και γέννηση

Εχω καιρό να γράψω. Ούτε θυμάμαι απο πότε. Οχι δεν πέθανα επειδή σταμάτησα τις γραφές, δεν ήθελα απλά να είμαι ο παρατηρητής της ζωής μου. Να γράφω για τη σαλάτα της ζωής μου, τις παλιές δόξες με τις πιπεριές και τα κρεμμυδάκια τους, μαζί με τις μπαγιάτικες ντομάτες της καθημερινότητας. Να δέρνομαι και να απαιτώ συμπαράσταση.

Τέλος εποχής. Πέθανε ο Β απο εγκεφαλικό, στον Ευαγγελισμό. Μιά μέρα σαν τις άλλες. Ενα απομεσήμερο, όταν όλοι είχαμε φύγει και το απογευματινό επισκεπτήριο δεν είχε αρχίσει. Μόνος του, παρέδωσε. Πρίν λίγους μήνες.                                                                       Δεν μου το είπαν αμέσως, τη νύχτα εκείνη με άφησαν να κοιμηθώ, πιστεύοντας οτι το αξίζω. Ομως δεν κοιμήθηκα, γιατί ένοιωθα μιά αναστάτωση, δεν ξάπλωσα κάν, πήγα στο γραφείο και σκάλιζα κάτι παλιές φωτογραφίες, κάτι γράμματα. Επινα και λίγο κρασάκι, επειδή απαγορεύεται. Αϋπνία χωρίς αιτία. Ελεγα. Μετά όλα έγιναν αργά, το τηλέφωνο, ο νεκρός εκεί δα. Η κηδεία, η ταφή, η ταβέρνα και οι φίλοι. Απ’όλες τις πλευρές άνθρωποι συνέρρεαν να μου πούν, κάτι να πούν, να με αγγίξουν, να με αγκαλιάσουν, να με δούν, να μου σκουπίσουν τα δάκρυα που έτρεχαν αλλά που δεν τα αισθανόμουν. Είχα παγώσει απο την αισχύνη. Που τόσα χρόνια έλεγα «να πεθάνει ο πήξος, δήξος με έφαγε πιά», και τώρα νά! Μην εύχεσαι το κακό έλεγε μιά παλιά δασκάλα μου, μόνο το καλό να δίνεις, ή το τίποτα αν δεν έχεις να δώσεις.

Και όταν τελειώσουν οι παράτες και πάει ο καθένας σπίτι του και τα παιδιά στις δουλειές τους, μένεις παρέα με τη τηλεόραση και τη γάτα αν έχεις. Η το καναρίνι που έχω. Και έτσι θα μπορούσε να είναι το τέλος της ιστορίας, ε;

Μάλλον όχι.

Ακόμη και τώρα υπάρχει συνέχεια της ιστορίας.  Ο εγγονός μου εδωσε Πανελλήνιες φέτος και πήρε καλούς βαθμούς έπιασε ένα 17,5 περίπου σε θεωρητική κατεύθυνση. Δεν ξέρω σε ποιά σχολή θα πάει, θα μείνει πάντως Αθήνα. Η μαμά του, η νύφη μου η Α, είναι έγγυος για τρίτη φορά..ενώ ο γιός μου είναι στη Κορέα. Με το ταχυδρομείο της έστειλε το σπέρμα του; Δεν λέω κουβέντα γιατί είμαι ευτυχισμένη, της είπα να βασισθεί επάνω μου, λέξη δεν θα πώ στο γιό μου..ότι είναι ήδη 2 μηνών..την έστειλα ταξιδάκι στη Κορέα με δικά μου έξοδα, να τον δεί..ε μετά θα του πούμε ότι ήταν ολίγον πρόωρο. Χαμπάρι δεν παίρνουν οι άντρες απο τέτοια..σιγά μη το ψάξει..ούτε εμείς θα ψάξουμε πόσες Κορεάτισσες γκάστρωσε..

Ετσι θα γίνω γιαγιά για 3 φορά. Πήγα στο γιατρό και μου έκοψε νέα δίαιτα, αλλά με παρασπονδίες, δικαιούμαι 1 μικρό ποτηράκι κόκκινο κρασί πού και πού. Ηδη έχασα 10 κιλά, περπατάω κάθε μέρα στηριζόμενη σε μία γυναίκα που έρχεται και με κάνει παρέα για αρκετές ώρες καθημερινά. Τη πληρώνω βέβαια, αλλά με ευχαριστεί που δεν έμεινα μόνη να μιλάω με το καναρίνι.

Εν τούτοις, έχω τύψεις.

 

 

 

 

Advertisements

Evil eye (Κακό μάτι)

Αν υποθέσουμε ότι οι σκέψεις μας που γίνονται λέξεις, που γίνονται φράσεις και εκστομίζονται πρός τον οποιονδήποτε, δημιουργούν ένα κύμα που περιβάλει τόσο αυτόν που τις ξεστόμισε όσο και εκείνον που τις παρέλαβε, μιλάμε για το μάτιασμα. Ετσι λέγεται στη κοινή γλώσσα, άλλοι πιστεύουν στην ύπαρξή του, άλλη το περιγελούν. Σαν μάτιασμα, δεν το πιστεύω, πιστεύω όμως στο κύκλο που κάνουν οι λέξεις. Ο τρόπος που μιλάμε για τους άλλους, κυρίως για όσους καταβάθος αντιπαθούμε, αφήνει ένα αποτύπωμα γύρω μας. Μιά αύρα περιφρόνησης, θυμού, ζήλιας, μοχθηρίας μας περιβάλει όταν διαβάλουμε τους άλλους, ακόμη και όταν παραπονιώμαστε για κείνους που μας πόνεσαν, υπάρχει η αύρα πόνου. Το αποτύπωμα αυτό φεύγει απο εμάς και πάει και κολλάει πάνω σε εκείνον για τον οποίο αναφερόμαστε δημιουργώντας του μία δυσάρεστη για τον παραλήπτη στιγμή, αν είναι ευαίσθητος στο μάτιασμα, κάτι παθαίνει πχ. ένα στραβοπάτημα, του πέφτει το πιάτο απο το χέρι, γίνεται κάτι πέρα απο το συνηθισμένο, διακόπτεται η ροή της πραγματικότητάς του και το δυσάρεστο αναπάντεχο προκύπτει. Καμμία χάντρα προστασίας απο το «κακό μάτι» δεν θα τον προστατέψει. Αργά ή γρήγορα κάτι θα του τύχει. Αρα θα μπορούσαμε να πούμε ότι το μάτιασμα έπιασε τόπο και τελείωσε. Αμ δε!

Εχω παρατηρήσει ότι οι μοχθηρές σκέψεις αφού πάνε στον παραλήπτη, γυρίζουν πίσω σε εμάς με την ίδια σφοδρότητα. Ετσι αν ευχηθούμε να πάει στο διάολο ο πίξος και ο δήξος που μας τσάντισε, κάτι μπορεί να πάθει εκείνος, θα πάθει όμως και ο αποστολέας. Και αυτός ο κύκλος μας μαθαίνει να προσέχουμε τις σκέψεις μας. Πόσο μάλλον και τις λέξεις μας που βγαίνοντας απο το στόμα μας μπορούν να βλάψουν κυρίως εμάς.

Το σβκ που μας πέρασε είχα μία τέτοια εμπειρία. Είχα πάει μαζί με άλλα 4 άτομα σε ένα κτήμα, όπου αφού διασκεδάσαμε σε επαφή με τη φύση, ήταν και ηλιόλουστη μέρα, μας δώσανε χόρτα, εσπεριδοειδή, τη καλή τους καρδιά, μοιραστήκαμε το φαγητό τους, φύγαμε μεσημεράκι. Ενας όμως απο τη παρέα κάκκιασε απο τη φιλοξενία και ίσως να ζήλεψε κιόλας..έτσι άρχισε να λέει κάτι σαχλαμάρες ότι το σπίτι τους ήταν ερείπιο, οι τοίχοι με ρωγμές, θα πέσουν στην επόμενη βροχή, στον επόμενο σεισμό. Μου ήρθε να τον πνίξω εκείνη την ώρα που αντί να απολαύσει τις ξεχωριστές στιγμές που περάσαμε, να ευχαριστήσει τα τόσα καλούδια «απο το χωριό» που μας πρόσφεραν, έβγαζε ζηλιάρικη χολή. Υστερα απο αρκετή ώρα του έφυγε ένα σφράγισμα στο δόντι του και θεώρησα ότι οι μοχθηρές του σκέψεις επέστρεψαν και τον συγύρισαν. Την επομένη μέρα που πήρα τηλέφωνο τους ιδιοκτήτες του αγροκτήματος για να τους ευχαριστήσω, μου είπαν μεταξύ των άλλων ότι λίγο μετά που φύγαμε, έπαθε ανεξήγητη βλάβη το αυτοκίνητό τους και έσκασε και ένα λάστιχο!!.

Αρα κάτι γίνεται με το κύκλο του ματιάσματος..Ελεγε παλιά η συχωρεμένη η Θάτσερ »

«Πρόσεξε τις σκέψεις σου γιατί γίνονται λέξεις. Πρόσεξε τις λέξεις σου γιατί γίνονται πράξεις. Πρόσεξε τις πράξεις σου γιατί γίνονται συνήθειες. Πρόσεξε τις συνήθειές σου γιατί γίνονται ο χαρακτήρας σου. Πρόσεξε το χαρακτήρα σου γιατί γίνεται το πεπρωμένο σου.  Γινόμαστε αυτό που σκεφτόμαστε» – Margaret Thatcher

Πατερούλης

Διάβασα ένα άρθρο για αφιερώσεις σε βιβλία, της Αννα-Σίλιας με έμφαση σε εκείνο το ένα βιβλίο που της έδωσε ο πατέρας της μετά το θάνατό του, που της το άφησε σαν διαθήκη του, το άρθρο όλο εδώ. Με κέντρισε αυτό το άρθρο γιατί μου θύμισε το δικό μου πατέρα, που δεν έμοιαζε με τον δικό της αλλά που επηρέασε τις σχέσεις μου με τους ανθρώπους.
Παλιές φωτογραφίες του μπαμπά μου έχω, όλες στημένες μπροστά στο φωτογράφο, καμμία αυθόρμητη. Και στις στημένες φαντάζει άγριος και φιλύποπτος πρός το διαβολικό μηχάνημα με τη κουκούλα μπροστά του, με το δεξί του χέρι σφιγμένο γροθιά για να υπερασπισθεί τη καθήμενη γυναίκα του δίπλα. Η οποία γυναίκα είναι συνοφρυωμένη, έτοιμη να το βάλει στα πόδια. Αφού λέγανε στις οικογενειακές ιστορίες, ότι άμα ήταν να τους βγάλουν φωτογραφία, με το ζόρι τους έπειθαν, τη δε μάνα μου την έσερναν κατά κάποιο τρόπο γι’ αυτό έβγαινε στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες με παρεξηγημένο ύφος.
Ο πατέρας μου ήταν κοινωνικός, ευχάριστος, χωρατατζής, λίγο αυστηρός με τ’αδέλφια μου , λογικός με εμένα, φόβητρο για τον άνδρα μου, συντροφικός με τη μάνα μου, πολύ γυναικάς με τις γυναίκες, μάγκας με τους άνδρες, καλός με τα παιδιά. Ηταν πολύ εργατικός παρόλη την αναπηρία του (επι Β. Παγκοσμίου Πολέμου), δούλευε ταξιτζής, έφευγε το πρωϊ και γύριζε καμμιά φορά και την άλλη μέρα αν είχε καλή κούρσα. Η μάνα μου ήταν ράφτρα, στην αρχή δούλευε σε υφαντήριο και αργότερα στο σπίτι, έπαιρνε φασόν απο βιοτεχνίες και κάλυπτε τα έξοδα των παιδιών και συντελούσε στο εισόδημα της οικογένειας. Η καταγωγή της μάνας μου ήταν απο τη Σμύρνη της Μικράς Ασίας, κοριτσάκι είχε μπεί στα καράβια με τους γονείς της, αλλά χωρίς τον αδελφό της που χάθηκε. Και ο πατέρας μου απο τη Σμύρνη ήταν μόνο που ζούσε στη Νάξο όταν έγινε η καταστροφή του 1922. Η οικογένεια της μάνας μου πήγε πρώτα στη Χίο, που είχε συγγενείς και μετά στη Νάξο γιατί ο παπούς μου βρήκε εκεί δουλειά. Μεγάλωσα σ’ αυτό το νησί, πήγα σχολείο εκεί, γνώρισα τον Β απο το Δημοτικό..γι’αυτό μου είναι αγαπημένο..όλο να επιστρέφω θέλω. Στο νησί μείνανε μέχρι τη δεκαετία του ’50, μετά μετακόμισαν στην Αθήνα ώστε ο τραυματίας μπαμπάς μου να δουλεύει το ταξί που του έδωσε το Κράτος. Ηταν ανάπηρος πολέμου.
Οταν γνώρισα τον μπαμπά μου, ήταν πάντοτε πονεμένος, έσερνε το ένα του πόδι και φορούσε χοντρά γυαλιά με παχιά τζάμια γιατί δεν έβλεπε καλά. Είχε τραυματισθεί απο θραύσματα χειροβομβίδας που έσκασε δίπλα του, έκανε πολλές εγχειρήσεις στα μάτια του για να μπορεί να βλέπει με το ένα καλά με το άλλο λίγο, αρκετό όμως για να δουλεύει το ταξί. Παρόλλα όμως τα δεινά, είχε κέφι. Εκαναν πάρτι συχνά στο σπίτι, όπου όλοι οι φίλοι κάποιο φαγώσιμο έφερναν και μαζί καλοπερνούσαν σε βεγγέρες και χαρές. Τα Χριστούγεννα, πολλές γιορτές ονομαστικές και άλλες γιορτινές. Μετά αποκριές ξεφαντώματα για 15 μέρες, όλοι ντυνόμασταν μασκαράδες με ότι είχαμε ή μας έφτιαχνε η μάνα. Τι χαρά ήταν αυτή, γυρίζαμε απο σπίτι σε σπίτι και κάναμε όλοι πλάκα. Σε έναν τέτοιο χορό ξαναείδα τον Β, που αντίστοιχα και η δική του οικογένεια είχε φύγει απο τη Νάξο και είχε έρθει Αθήνα. Είμασταν και οι δυό 17ρηδες..όχι μικρά και ερωτευτήκαμε κεραυνοβόλα πρός μεγάλη οργή του πατέρα μου, γιατί θεωρούσε ότι ο Β ήταν τζουτζές (γελοίος) και αρνιόταν να δώσει τη κόρη του σε ένα τέτοιο υποκείμενο. Υποκείμενο που ο ίδιος ο πατέρας μου είχε βάλει στο κόρφο του σαν το φίδι, γιατί μαζί με τον Β δούλευε το ταξί, εκείνος το βράδυ, ο νεαρός το πρωϊ. Οσο ο Β τον βοηθούσε ήταν καλός, τίμιος, παλληκάρι. Μόλις τα έρριξε στη κόρη του έγινε γάϊδαρος, βρωμίλος, μπαγάσας και τζουτζές. Το τι καψόνια έκανε ο πατέρας μου στο Β πρίν παντρευτούμε, δεν λέγεται. Τον έστελνε σε θελήματα μακρινά (μήπως η απόσταση μπεί εμπόδιο ανάμεσά μας), να βρεί δρόμους που δεν υπήρχαν, πελάτες που τον περιμεναν την επομένη, ότι ανέκδοτα ήξερε, αντί για τους Πόντιους έβαζε το Β στη θέση τους και τα βασικά δηλαδή «τι τη θέλεις την Ελένη», «ας την ήσυχη» και το φοβερό «δεν είναι για τα δόντια σου». Στο γάμο μας με το Β, δεν ήθελε να έρθει να παραδώσει τη κόρη του στον ανεπρόκοπο (γιατί ο Β είχε παρατήσει το ταξί και πήγε σε στρατιωτική σχολή για να γίνει αξιωματικός) και μετά το γάμο που συγκατοικούσαμε για ένα διάστημα, του έβγαλε τη Παναγία.
Ομως, ο πατέρας μου, ήταν πατερούλης για μένα. Ημουν ίσως η πρωτότοκη και γι’ αυτό όλα αυτά, η μάνα όμως έλεγε ότι τον ενδιέφερα γιατί ήμουνα έξυπνη, ετοιμόλογη απο παιδάκι και καλή στα γράμματα. Βέβαια δεν σπούδασα γιατί παντρεύτηκα και ίσως γι’ αυτό να θύμωσε με το Β, ότι στέρησε ο έρωτας απο τη κόρη του μιά άλλη ζωή, αν μορφωνόμουνα να είχα άλλους κόσμους μπροστά μου αντί τη βιοπάλη. Η αδελφή μου ήταν αντίστοιχα έξυπνη με εμένα, ωραιότερη γιατί είχε τα μάτια της μάνας μας – γκριζογάλανα – μπήκε Πανεπιστήμιο και έγινε φιλόλογος. Δούλευε καθηγήτρια σε δημόσια σχολεία μέχρι που βγήκε στη σύνταξη. Ομως δεν την αγαπούσε τόσο, ίσως γιατί του γκρίνιαζε, ποιός ξέρει. Η αδελφή μου ακόμη μου το χτυπάει αυτό, δηλαδή ότι ο μπαμπάς εμένα προτιμούσε. Σαν και τώρα θυμάμαι την αγκαλιά του. Κάθε που με έβλεπε στενοχωρημένη με έπαιρνε αγκαλιά, χωνόμουνα μέσα στα μπράτσα του και ήταν σαν τη μέγιστη προστασία και θαλπωρή. Τίποτα δεν μπορούσε, τη στιγμή εκείνη, να ταράξει την ευφορία της πατρικής αγάπης.

Ο πατέρας μου πέθανε τη δεκαετία του ’70 απο πέσιμο. Χτύπησε στο σβέρκο και έζησε λίγες ώρες. Θα μπορούσε να ζήσει μερικά χρόνια ακόμη, χρόνια καλά. Δεν ήταν γραφτό. Στη κηδεία ο Β δεν ήθελε να έρθει (τρωγόντουσαν όλα αυτά τα χρόνια), με κλωτσιές πήγε. Για κείνον ήταν ανακούφιση που έφυγε ο γέρος. Για μένα, θλίψη.

Φάρος

Είναι κάποιες στιγμή στη ζωή που απο το πουθενά εμφανίζεται ένας κάποιος άνθρωπος. Εμφανίζεται τη στιγμή που τον έχουμε πιο μεγάλη ανάγκη. Εμφανίζεται απο το πουθενά, μόνο για να μας συμπαρασταθεί, για να μας μιλήσει, για να δώσει κατεύθυνση, ή απλά να φωτίσει το δρόμο μας. Ανδρας ή γυναίκα. Την ώρα της μεγάλης αγωνίας, όταν είμαστε στο έμπα της διχάλας της ζωής, να πάω εδώ ή εκεί;να κάμω τούτο ή το άλλο; να προχωρήσω ή να σταματήσω; να και ο Φάρος με τη μορφή μιάς άγνωστης γυναίκας σε μία γιορτή άλλων, ενός καλού κυρίου πελάτη στο μαγαζί μου (τότε που ακόμη το είχα), μία γυναίκα στο τρόλλεϋ..ένα παιδί στα φανάρια. Ο Φάρος δεν έχει ηλικία, εχει μόνο αυτό που χρειάζεσαι τη στιγμή που το χρειάζεσαι.
Εψαχνα χθές κάτι παλιά χαρτιά, γράμματα απο γνωστούς και φίλους, καρτ ποστάλ απο απίθανες χώρες, βρήκα μία απο τη Γκάνα μιάς παλιάς ράφτρας που είχαμε στο μαγαζί. Ηταν φάρος στη ζωή μου η γυναίκα αυτή, που τη φωνάζαμε Μαρία γιατί το δικό της όνομα ήταν δύσκολο,..και ελπίζω να τη βοήθησα αρκετά. Σκεφτόμουνα τότε να ζητήσω διαζύγιο απο τον Β και με μαλάκωσε όχι για χάρη των παιδιών, για χάρη δική μου. Για να μην έχω σκληρή ζωή..όπως είχε εκείνη. Πέταξα την αδιαλαξία και τον εγωϊσμό μου απο το παράθυρο και κύτταξα τις ανάγκες του άλλου απο τη δική του σκοπιά. Το πακέτο με τις κάρτες και τα γράμματά της δεμένο με πορτοκαλιά κορδέλλα. Γιατί να πέσει στα χέρια μου αυτό το συγκεκριμμένο πακέτο, τώρα που σκέφτομαι την αρρώστεια του μικρού μου γιού. Μανιοκατάθλιψη. Δεν φθάνει το πίτσι-πίτσι με έναν ψυχολόγο..τώρα πια αρχίσανε τα δύσκολα.
Διαβάζω τα γράμματά της και σκαλίζω τα δώρα που μας έστελνε..κάρτες κυρίως με τα νέα της, ζωγραφιές των παιδιών της που ερχόντουσαν μέσω Ιεραποστολής, κάτι στριφτά όμορφα κορδόνια, χρωματιστά μαντήλια, μικρά αγαλματάκια απο ξύλο. Της στέλναμε χρήματα τότε, μέσω της Εκκλησίας πάντα. Για να ορθοποδήσει. Οταν είχε πρωτοέρθει στην Ελλάδα και στη δούλεψή μας γελούσαμε γιατί ζούσε στη πόλη Κουμάσι..και κάναμε λογοπαίγνια τι κουμάσι ράφτρα θα ήταν, εμείς τελικά είμασταν μεγάλα κουμάσια που υποψιαζόμασταν τους αδύνατους. Φταίω. Οι Φάροι είναι μόνιμα αναμένοι, εκεί φωτίζουν δίνοντάς μας τη λάμψη και τη καθοδήγηση όταν μας κατακλύζει η παγωνιά. Απο τότε φαινόταν το πρόβλημα του Μάρκου, στα γράμματα της Μαρίας είδα ξανά τις οδηγίες της..να το προσέχω το παιδί, να του βρώ σοβαρό χόμπυ μακριά απο τα φιλαράκια και τις βόλτες, το προσπάθησα, τον έβαλα στην αρχή στο κολυμβητήριο, μετά στην ιστιοπλοϊα, πήρε και δίπλωμα..όμως αναχώρησε και τόρριξε στις ηδονές, της ηλικίας. Το μήλο κάτω απο τη μηλιά θα πέσει. Εχω ψάξει όλο το διαδίκτυο για τις παρενέργειες των φαρμάκων που του δώσανε..θα κάνει και ψυχοθεραπείες. Εχει και τη δουλειά του, ευτυχώς. Ακόμη έχει δουλειά.
Η Μαρία αναφέρει σε ένα γράμμα της ότι μας καμαρώνει που στεκόμαστε Φάροι στα παιδιά μας. Που δεν τα εγκαταλείπουμε ποτέ. Νοιώθω τόσο άχρηστη, που τα είδε τότε όλα αυτά τα προσόντα, ε; Ξεχνιέμαι στα γράμματά της, στις φωτογραφίες του χωριού της, τόσες φορές μας κάλεσε, ποτέ δεν πήγαμε στη Γκάνα. Θάπρεπε. Πολλά δεν κάναμε όταν έπρεπε. Κάποια στιγμή σταμάτησε η αλληλογραφία μας, πέθανε η φίλη μας, μας το έγραψε ο παπάς της ιεραποστολής. Η γλυκιά της καρδιά και η ελπίδα για καλύτερο αύριο ήταν ο Φάρος της. Λαμπρός πάνω σε ψηλά βράχια για να φαίνεται απο μεγάλες αποστάσεις.
Αμήν.

Παιδιά Δημοτικού

Το σπίτι μου είναι διαγώνια απέναντι απο ένα δημόσιο Δημοτικό σχολείο. Βλέπω τα παιδάκια το πρωί να έρχονται, ακούω τις φωνές τους σαν τιτιβισματα πουλιών, το κουδούνι το πρωϊνό, τα διαλείμματα που η γειτονιά γεμίζει φωνούλες και μετά νέκρα ήταν τα πουλάκια φύγουν το μεσημεράκι. Οταν έπιασα αυτό το διαμέρισμα άνοιξε η καρδιά μου που έιδα το σχολείο κοντά. Σαν να έπιανα επαφή με τη νιότη, με τα χρόνια εκείνα που δεν τα προσέχουμε αρκετά γιατί βιαζόμαστε να μεγαλώσουμε.

Κάθε πρωϊ τα μαθητούδια μαζεύονται στο σχολείο. Παλιά θυμάμαι πηγαίναμε πολλά μαζί και μας συνόδευε ένας γονιός ή τα μεγαλύτερα αδέλφια μας. Δεν υπήρχαν όμως ούτε δρόμοι της προκοπής ούτε τόσα αυτοκίνητα. Τώρα συνήθως τα φέρνουν οι γονείς τους με το αυτοκίνητο ή με πόδια. Οχι σε κοπάδια, αλλά ένας γονιός ανά παιδί. Και σχεδόν πάντα ο γονιός κουβαλάει τη σάκα του μαθητή. Σε αυτό διαφωνώ πολύ ξεύρετε. Γιατί η μαμά να κουβαλάει τη τσάντα του μικρού; Η τσάντα είναι δική του ευθύνη όχι του γονιού του, ας την έχει κρεμασμένη στη δική του ράχη. Το ειπα αυτό και κάποιος μου απάντησε ότι  σε ένα κράτος όπως η Ελλάδα με μειωμένη κοινωνική πρόνοια, τώρα ο γονιός μοιράζεται «το βάρος » της μάθησης του παιδιού, αύριο το παιδί «θα κουβαλήσει» το βάρος της περίθαλψης του γονιού.  Και πάλι δεν μου άρεσε η απάντηση. Ας μη πηγαίνουμε τόσο μακριά, η ευθύνη της μάθησης βαραίνει το μαθητή. Ο γονιός μπορεί να υποστηρίζει/προστατεύει με τη παρουσία του αλλά οφείλει να μαθαίνει το βλαστάρι του ν’ αναλαμβάνει τις ευθύνες του. Οπως ευθύνη του παιδιού είναι να διαβάζει μόνο του τα μαθήματά του χωρίς ο γονιός να ανακατεύεται και να το εξετάζει/γκρινιάζει/μαλώνει/δέρνει. Αν δεν πάει καλά, βεβαίως να το βοηθήσουν, άστο όμως να δοκιμάσει και το ίδιο μόνο του. Στο τέλος, ξέροντας ότι ο γονιός πάντα θα το ξελασπώνει/σκουντάει για τα παραπάνω, τίποτα δεν θα κάνει μόνο του, δεν θα παίρνει ούτε μία πρωτοβουλία.

Ερχονται τα παιδάκια στο σχολείο σαν μία πολύχρωμη μπάλα απο χρώματα. Το καθένα φοράει ό,τι θέλει. Μπορείτε να με χαρακτηρίσετε οπισθοδρομική, όμως θεωρώ ότι η παλιά μπλέ ποδιά που φοράγαμε τα κοριτσάκια ήταν πιο κατάλληλη για το σχολείο απο το σημερινό ενδυματολογικό θέμα των σχολείων όπου τα παιδιά είναι σαν κινούμενες πασαρέλες. Και καλά αν το σχολείο είναι σε μία εύπορη γειτονιά. Τι γίνεται όμως αν μερικά παιδάκια δεν είναι τόσο οικονομικά άνετα ώστε ν’ αλλάζουν κάθε μέρα ρούχα για το σχολείο; Ενώ αν υπήρχαν οι ποδιές, όλα θα ήταν ίδια και ο ανταγωνισμός θα μειωνόταν τουλάχιστον. Απ’ όσο ξέρω σε πολλά ξένα σχολειά διατηρούν ακόμη τις στολές, δεν φοράνε ποδιά εκεί, αλλά ένα είδος στολής με τη κονκάρδα του σχολείου να φαίνεται στο πουλόβερ τους. Ολα να μοιάζουν το ίδιο και να μην ανταγωνίζονται στο ρούχο απο τόσο μικρή ηλικία. Φυσικά δεν θα γλυτώσουν τον ανταγωνισμό αυτό, όμως μεταφέρεται στ’ αργότερα. Σε όποιον λέω αυτές τις απόψεις διαφωνούν, λένε ότι είμαι παλαιών αρχών.

Ερχεται το διάλειμμα όπου όλα συνωστίζονται γύρω απο μία καντίνα που πουλάει κακή τροφή για παιδιά, τυποποιημένες σαχλαμάρες, τίποτα της προκοπής. Τόσο δύσκολο είναι να προσφέρει  1 γάλα/1 πορτοκαλάδα χυμό το κάθε σχολείο στα παιδιά;  Είναι καλύτερα να πετάνε τα πορτοκάλια στις χωματερές, απο το να τα χρησιμοποιούμε για τα δημόσια σχολεία, για τα παιδιά του μέλλοντος;   Χρόνος υπάρχει, προϊόντα υπάρχουν για να μπεί έστω και 1 γεύμα στα σχολεία, διάθεση όμως άφαντη.   Πάλι όμως με κατηγορούν ότι είμαι παλάιών αρχών, τα τσίπς, οι τσικολάτες  και τα φουντούνια είναι πολύ καλύτερα απο μία φρέσκια πορτοκαλάδα ή ένα σαντουιτσάκι.

Οταν χτυπάει το κουδούνι για το σχόλασμα, κοσμοχαλασιά απο πόδια και φωνές. Ολα βιάζονται πώς να ξε-φύγουν, ποιό θα φθάσει πρώτο στη πόρτα..και να πέσει στη μαμαδίστικη αγκαλιά που το περιμένει. Και λές με το νού σου, πάει τελείωσε κι αυτό, θα πάνε σπίτι θα ησυχάσουν. Είμαι φαίνεται πολύ παλαιών αρχών γιατί τότε είναι που δεν ησυχάζουν, βροχή τα ιδιαίτερα και οι δραστηριότητες. Ιδιαίτερα κάνουν τα παιδάκια που δεν τα καταφέρνουν καλά στα μαθήματα, γιατί κανένας γονιός δεν δέχεται το παιδί του να μη παίρνει καλούς βαθμούς. Ετσι φέρνει στο σπίτι πολλούς δασκάλους που θα του διδάξουν τη μασημένη περίληψη της περιλήψεως ακόμη και για τα Θρησκευτικά, ώστε να πάρουν το πολυπόθητο βαθμό και να κορδώνεται η μαμά τους. Οι καλοί μαθητές πάλι έχουν πολλές  δραστηριότητες όπως μπαλέτο, μπάσκετ, κολύμπι, καράτε, ζωγραφική, λές και το πρώτο μέλημα των γονέων είναι να τα απασχολούν διαρκώς έξω απο τη πόρτα, ώστε να μη μένει μία στιγμή για να χαλαρώσουν, να παίξουν σαν παιδιά, να τα πούν με τους γονείς τους.

Και έρχεται η νύχτα και πέφτουν ξερά στον ύπνο – που όμως είναι γεμάτος όνειρα..για παιχνίδια που ίσως παίξουν..κάποια στιγμή. Οποτε αποκτήσουν ελεύθερο χρόνο. Κάποτε

Αν ξαναζούσα τη ζωή μου..

«Την επόμενη φορά

θα τολμούσα να κάνω περισσότερα λάθη.
Θα χαλάρωνα, θα γυμναζόμουν,
θα ήμουν πιο ανόητη από όσο ήμουν μέχρι τώρα.
Θα έπαιρνα λιγότερα πράγματα στα σοβαρά.
Θα διακινδύνευα περισσότερο.
Θα ταξίδευα περισσότερο.
Θα ανέβαινα σε περισσότερα βουνά
και θα κολυμπούσα σε περισσότερα ποτάμια.
Θα έτρωγα περισσότερα παγωτά και λιγότερα φασόλια.
Θα είχα ίσως περισσότερα πραγματικά προβλήματα
αλλά λιγότερα φανταστικά.

Βλέπεις, είμαι ένας από αυτούς τους ανθρώπους
που ζουν συνετά και λογικά κάθε ώρα της ημέρας, κάθε μέρα.
Ω, είχα και τις καλές μου στιγμές
και αν έπρεπε να το ξανακάνω θα ήθελα να έχω ακόμα περισσότερες.
Στην πραγματικότητα θα προσπαθούσα να έχω μόνον καλές στιγμές.
Απλά στιγμές τη μία μετά την άλλη,
αντί για μια ζωή με τόσα χρόνια μπροστά από την κάθε μέρα.
Είμαι ένας από αυτούς τους ανθρώπους
που δεν πάνε πουθενά
χωρίς να έχω μαζί μου
το θερμόμετρο, τη θερμοφόρα, το αδιάβροχο, το αλεξίπτωτο.
Αν έπρεπε να το ξανακάνω,
θα ταξίδευα με λιγότερες αποσκευές.

Αν μπορούσα να ξαναζήσω τη ζωή μου,
θα ξεκίναγα ξυπόλυτη, νωρίς την άνοιξη
και θα έμενα έτσι μέχρι το φθινόπωρο.
Θα πήγαινα σε περισσότερους χορούς.
Θα πήγαινα σε περισσότερα λούνα παρκ.
Θα μάζευα περισσότερες μαργαρίτες. »

Ναντίν Στέρ, 85 ετών
Λούισβιλ, Κεντάκι

Σωφερίνα

Εμαθα να οδηγώ αυτοκίνητο πάρα πολύ νέα, αμέσως μετά το Πόλεμο, όταν πηρε ένα ο μπαμπάς μου ως Ανάπηρος Πολέμου. Οπως έμαθε εκείνος μάθαμε όλοι εμείς, μαζί με τη μαμά μας. Δεν ήταν και τίποτα το δύσκολο, εκ περιτροπής οδηγούσαμε όταν πηγαίναμε εδώ και εκεί. Ηταν ένα Ρόβερ δεν θυμάμαι το μοντέλο, ήταν όμως γερό, σκυλί για τα σημερινά δεδομένα. Καθόταν ο μπαμπάς στη θέση του συνοδηγού και συνήθως εγώ γινόμουνα οδηγός όντας εκείνη που «είχε μπεί στο νόημα της οδήγησης» με τη πρώτη. Ημουνα μία σωφερίνα και το λάτρευα.
Μετά το γάμο μας με το Β, δεν είχαμε αυτοκίνητο, που να τα βρούμε τα λεφτά τότε για τέτοια. Μας έδινε όμως ο μπαμπάς μου το ρόβεράκι τα Σάββατα και πηγαίναμε. Το πρόβλημα ήταν ο Β που θεωρούσε υποτιμητικό να κάθεται στο πλάι και «να τον πηγαίνει» μιά γυναίκα. Χάλαγε το τουπέ του, ντρεπόταν, ιδίως όταν περνάγαμε απο γειτονιές και ολη η μαρίδα που μας κυνηγούσε απο πίσω τον γιουχάριζε.. Πάτησε πόδι και ήθελε να οδηγεί εκείνος. Ομως δεν ήξερε. Και ο μπαμπάς μου δεν του το έδινε ..για να μάθει επειδή φοβόταν μη το κάνει σμπαράλια. Επρεπε να πάρει μαθήματα.
Ποιός να του τα δώσει όμως; Που να βρεί δάσκαλο και με τι λεφτά να τον πληρώνει; Ευτυχώς το θέμα λύθηκε απο τον Στρατό. Εχοντας αποφοιτήσει απο τη σχολή Ευελπίδων και μπεί στο ένδοξο στράτευμα (μετά το Πόλεμο εννοείτε) βρήκε κάποιους φαντάρους φίλους του και του μάθανε να οδηγεί ΡΕΟ..του δώσανε μάλιστα και δίπλωμα οδήγησης.
Το έφερε λοιπόν ένα απόγευμα στο σπίτι του πεθερού του, ότι ορίστε τώρα που έχω δίπλωμα, ενώ η κόρη σου δεν έχει, μπορώ να οδηγώ με ασφάλεια, φέρ το Ρόβερ λοιπόν. Ο μπαμπάς όμως ανένδοτος, δεν το έδινε με τίποτα. Γιατί το ρόβερ ήταν για να εξυπηρετεί το μπαμπά μου όχι για να κάνει το κομμάτι του ο νεαρός, ασε που κατα βάθος δεν του είχε εμπιστοσύνη μη του το ξύσει. Αναψε ο Β και κόρωσε, αλλά το αμάξι δεν το πήρε. ΚΑτάπιε το σάλιο του.. και έκοψε τα πολλά-πολλά με τα πεθερικά. Για πολλά χρόνια δεν είχαμε αυτοκίνητο, κάτι με τις μεταθέσεις του Β, κάτι με τα δικά μου ταξείδια στο εξωτερικό, μπήκε η δεκαετία του ’70 και είπαμε να πάρουμε ένα.. Και τι αυτοκίνητο, ένα Autobianchi A112 που ήταν της μόδας τότε, το πήραμε θυμάμαι σχεδόν καινούργιο απο κάποιον που έπρεπε να φύγει επειγόντως για το εξωτερικό, ζήτημα να είχε κάνει 1000 χιλιόμετρα. Το ονομάσαμε Μπιάνκα γιατί ήταν άσπρο και πολύ γλυκό.
Στην αρχή το οδηγούσα εγώ σχεδόν αποκλειστικά, γιατί ο Β έλειπε στις μεταθέσεις του και σε εμένα έπεφτε το βάρος των μετακινήσεων κυρίως για τα μαθήματα των παιδιών και να τα περιμένω τα βράδυα απο τα πάρτυ που πήγαιναν. Ηταν ο Πέτρος μου κλεισμένα 13 χρόνια, τον περίμενα όμως τις νύχτες απ’ έξω δεν τον άφηνα να γυρνάει μόνος..μήπως του τύχει κανένα κακό, ποτέ δε ξέρεις. Οσο μπορούσα τα πρόσεχα. Οταν όμως ο Β ερχόταν να μας δεί, τότε το οδηγούσε εκείνος, ο θεός να το κάνει οδήγημα..όλο χτυπήματα σε κολώνες, γρατζουνιές σε τοίχους και σπασμένα φανάρια. Ηταν ατζαμής ο άτιμος, του έβγαινε αυτόματα. Και όσο με έβλεπε να οδηγώ καλά και στρωτά, τόσο θύμωνε και πάταγε το γκάζι..

Που τα θυμήθηκες όλα αυτά βρέ Λένα; Καθάριζα κάτι παλιά κουτιά και βρήκα μία στοίβα απο κλήσεις της Τροχαίας, πακέτο ολόκληρο, μέχρι και μπροστά στον Αγνωστο Στρατιώτη είχε παρκάρει ο αθεόφοβος, καβάλλησε το πεζοδρόμιο και το άφησε εκεί να το κουτσουλάν τα περιστέρια! Τι χρόνια, τι αναμνήσεις.. όπως τότε που του πήρανε τις πινακίδες (για 100η φορά) γιατί παρκάριζε όπου γουστάριζε, δεν λογάριαζε τίποτα και πάντα βέβαια τους τις επέστρεφαν όταν τον έβλεπαν με όλη του τη στρατιωτική εξάρτηση.. τον πίστευαν όταν τους γέμιζε μπαρούφες για τους λόγους που είχε παραβιάσει όλα τα κόκκινα της Πανεπιστημίου, που έτρεχε σαν το δαίμονα για «μυστική αποστολή του Στρατού Ξηράς»! Μάλλον καμμιά γκομενίτσα θα είχε δίπλα και θα πήγαινε να τη ζαλίσει!
Τι ωραίες αναμνήσεις..
θυμάμαι επίσης όταν πήραμε το Πεζώ στη δεκαετία του 80 που σώνει και καλά το οδηγούσε μόνο εκείνος στην αρχή..Ηταν τότε που έγραφα απο μία διαθήκη κάθε που πηγαίναμε οικογενειακή εκδρομή, φοβούμενη για τα παιδιά κυρίως.. Αλλά μετά απο 3-4 χρόνια πάλι εγώ πήρα το τιμόνι..γιατί έπαθε κωλικό του νεφρού και κάποιος έπρεπε να τον πηγαίνει στους γιατρούς..
Αρχές Σεπτεμβρίου έρχεται το νέο μας αμάξι.. Γριά-ξε-γριά θα το οδηγήσω. Το περιμένω πώς και πώς.