Μπάλ Μασκέ

Την παλιά προπολεμική εποχή ο κόσμος έκανε πολλές βεγγέρες, δεν υπήρχε τηλεόραση, οπότε οι Αποκριές γιορτάζοντο με πολύ κέφι και εφευρετικότητα. Η μάνα μου μήνες πρίν έραβε τα κοστούμια που της παράγγελναν οι κυράδες, να ντυθούν αυτοκράτειρες, μάγισσες, πιερόττοι και κολομπίνες, κυρίως ντόμινο ζητάγανε που ήταν μαύρα σατέν ή και χρωματιστά για να πάνε στα Μπουρμπούλια και να χαρούν. Τα μπουρμπούλια ήταν χορoί όπου  όλοι κι όλες σκεπασμένοι με τα ντόμινο και μάσκες + γάντια πήγαιναν , δεν ήξερες με ποιόν χόρευες, ευκαιρία γνωριμιών με γνωστούς-αγνώστους ενώ ο έρωτας ήταν το επόμενο βήμα. Και κανένας δεν έλεγε τίποτα για τα τυχόν κέρατά του/της.  Στη Κατοχή οι αποκριές δεν γιορταζόντουσαν, ο κόσμος υπέφερε, μετά ήταν ο Εμφύλιος, πάλι φασαρίες. Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 ο κόσμος άρχισε να ξεθαρρεύει και να ξαναζεί. Οι γονείς μου ντυνόντουσαν μασκαράδες και πήγαιναν σε φιλικά σπίτια με τα πόδια ή μπαίναν μασκαρεμένοι στα λεωφορεία, μαζί με πολλούς άλλους και κάνανε πολύ γέλιο. Στις γειτονιές πέρναγε ο καρνάβαλος και όλοι του πέταγαν τρόφιμα και σερπαντίνες, επίσης πέρναγε και ο Τσέλιγκας που ήταν ένα μασκαρεμένος βοσκός καβάλα σε ένα σκουπόξυλο που στη κορυφή είχε κεφάλι γαϊδάρου. Πλήθος παιδιών τον ακολουθούσε με γέλια και πειράγματα. Θα σας γράψω μία προσωπική εμπειρία.

Θυμάμαι αρχές του ΄’60 μόλις είχε γεννηθεί ο Πέτρος, είχαμε οργανώσει στο σπίτι μας χορό μεταμφιεσμένων. Είχα ράψει το δικό μου κοστούμι, που ήταν χανούμισα με πέπλα, έξω στομάχι, σαλβάρια και κόκκινα πασουμάκια με γυριστές μύτες, είχα ράψει και του παιδιού, νομίζω κάου μπόη τον είχαμε ντύσει τότε, είχαν έρθει και τα πεθερικά μου να γιορτάσουν μαζί μας, η πεθερά μου ντύθηκε άντρας (ήταν πολύ ψηλή) με μουστάκια και μπερεδάκι στραβό και στο παντελόνι της είχε κρεμάσει/ραψει ένα γουδοχέρι δεμένο με ένα σπάγγο. Κάθε που την πλησίαζε μία γυναίκα, τράβαγε το σπάγγο και ΝΑΑΑ της σηκωνόταν το γουδοχέρι σαν ανδρικό μόριο αλλά πελώριο και πεθαίναμε στα γέλια.  Πρίν έρθει στο πάρτυ μας είχε μπεί και σε λεωφορείο, όπου ανεβοκατέβαινε το γουδοχέρι πρός μεγάλη ευθυμία των επιβατών.

Ο πεθερός μου όμως και ο Β είχαν αποφασίσει να φτιάξουν ένα γάϊδαρο που θα κυκλοφορούσε και θα πείραζε τον κόσμο. Εφτιαξα το κοστούμι, δηλαδή ένα μεγάλο ύφασμα που θα τους έφτανε μέχρι τα γόνατα, βάλαμε ένα κεφάλι γαϊδάρου μπροστά με μάτια σχισμές, κόλλησα και μιά ουρά, μιά χαρά ήταν.  Είπαν να πάει ο πεθερός μπροστά, να είναι το κεφάλι και ο Β πίσω να είναι πισινός και πόδια. Με αυτή την εντύπωση έμεινα, το είχα πεί κιόλας σε μερικές φίλες. Οταν όμως δοκίμασαν το κοστούμι, αποφάσισαν τη τελευταία στιγμή ν’ αλλάξουν γιατί ο Β ήταν ψηλώτερος, οπότε πήγε εκείνος στο κεφάλι και ο πεθερός που ήταν και χοντρούλης πήγε καπούλια.  Και βγαίνει ο γάϊδαρος στο σπίτι και χυμάμε όλες μας να του κλωτσάμε τον πισινό, μερικές τον καβάλλησαν, του βάζαμε και  χέρι..νομίζοντας ότι είναι ο Β, ιδιαίτερα εγώ το τι του είχα κάνει δεν λέγεται..γιατί στις Αποκριές τα ήθη ήταν πιο ελεύθερα. Ευτυχώς όταν έγιναν τα αποκαλυπτήρια του γαϊδάρου, ήμουνα στη κουζίνα, άκουγα όμως. Αποκαλύφθηκε ο πεθερός πίσω και ο Β μπροστά, ένας πεθερός «αναμμένος» που άρχισε να ψάχνει τις γυναίκες και να σηκώνει φούστες για τα κόκκινα τούρκικα πασουμάκια που τον είχαν «τσουρουφλίσει» χρόνια είχε να του σηκωθεί τόσο..»και εγώ να δείτε τι θα της κάνω αυτής της τσούπρας που μου έφαγε τ’ αρχ@@»..έντρομη χώθηκα στο δωμάτιό μας και έβγαλα τα πασούμια και ξυπόλητη εμφανίσθηκα μη γίνω ρεζίλι. Και δώστου ο πεθερός να ψάχνει και να πιάνει γάμπες.. ενώ εγώ έκανα τη πάπια και να γελάνε όλοι γιατί εκτός απο τον πεθερό όλοι ήξεραν τα καθέκαστα. Εμεινε στα χρονικά ο γάϊδαρος. Η πεθερά το έμαθε αλλά δεν ξέρω αν του το είπε ποτέ.     

Να σας παραθέσω και 2 τραγουδάκια που βρήκα. Είναι όμως ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΑ ΓΙΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥΣ.

Τα βρήκα εδώ

Αιντε, καλή αποκριά!

Advertisements

Οταν τα λόγια είναι φτώχια

Αναρωτιέμαι, είναι και τα δικά σας σαββατοκύριακα δύσκολα όπως τα δικά μου ή ανέμελα; Γίνονται πράγματα που σας συναρπάζουν, σας κατατροπώνουν αν θέλετε ή είναι απλά χαλαρά;

Το Σάββατο είχαμε πάει σε μία Λευτερία που γιόρταζε, παλιά μου φίλη που κάναμε παρέα όταν τα αγοράκια μου ήταν παιδιά του Δημοτικού. Ο Πέτρος έπαιζε με τους συνομήλικους γιούς της, ο Μ ήταν νήπιο τότε. Οι μαμάδες λοιπόν τα λέγανε και εκείνες, μιά χαρά τα πηγαίναμε, δεν είμαι δύσκολος άνθρωπος και εκείνη παρόλλο που δεν δούλευε σαν και εμενα ήταν καταδεκτική.  Είχε καλέσει και άλλες 2-3 φίλες απο τα παλιά, χαρήκαμε πολύ που τους ξαναείδαμε, μετά το φαγητό οι άντρες πήγαν με τους άντρες και εμείς οι 4 μαζί. Οπως παλιά που καθόμασταν στο μπαλκόνι και παίζαμε χαρτιά.

Η παλιά φίλη είναι λυπημένη. Αισθάνεται σαν το Κολοσσό της Ρόδου που με ανοιχτά τα πόδια να στηρίζεται σε δύο ηπείρους που απομακρύνεται η μία απο την άλλη. Και το χάσμα απο κάτω άβυσσος. Ο μεγάλος της ο γιός ο Γ, καταξιωμένος επιχειρηματίας κάνει πράγματα που την πονούν σαν τα καρφιά του Ιησού.

Παντρεύτηκε μικρός, μετά το στρατιωτικό του, μία παλιά του συμμαθήτρια (ας την πούμε Δ.) που είχε πτυχίο Πανεπιστημίου. Οι γονείς του δεν τη θέλανε, κλασσικό παράδειγμα πιά, τα παιδιά όμως είχαν άλλη γνώμη.  10 χρόνια μαζί και μετά αρχίσαν οι καυγάδες. Οι λόγοι άγνωστοι, απόρροια όμως αυτών ήταν τα γυροβολήματα του Γ με άλλες γυναίκες, αδιαφορία, γκρίνια. Αντί να χωρίσουν και ο καθένας να ξαναφτιάξει τη ζωή του, κάνανε δύο παιδιά με εξωσωματική τα οποία τώρα είναι 5 και 7  ετών αντίστοιχα. Γελάει πικρά η Ελευθερία όταν σκέφτεται αυτά τα παιδιά, που υποτίθεται έγιναν για να ξανα-ενώσουν το ζευγάρι!! αν είναι δυνατόν!. Μετά τη γέννηση των παιδιών  ο Γ γυρίζει περισσότερο γιατί οι απαιτήσεις μεγαλώνουν, «πνίγεται» στο σπίτι δεν μπορεί. Ούτε και σαν ξενοδοχείο δεν τόχει, τρώει κοιμάται αλλού σε διάφορες πόλεις και χώρες. Η Δ., δουλεύει και συνεχώς γκρινιάζει, θέλει κείνο, θέλει τούτο κυρίως όμως δεν θέλει ο σύζυγος να της φέρεται έτσι. Που νάξερε ότι τα χειρότερα έρχονταν. Πήγε ο Γ. ένα ταξείδι στη Καραϊβική στο νησί του Φιντέλ για δουλειές. Ενα πολύ φτωχό μέρος όπου όλοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι και που όλοι εκδίδονται. Απ΄ότι έμαθα η πορνεία είναι πολύ συνηθισμένη εκεί και χαίρει εκτίμησης απο το ίδιο το κράτος. Κόβουν και απόδειξη!. (Περιττό να σας πώ οτι έπεσα απο τα σύννεφα, είχαμε πάει πρίν 4 χρόνια ένα ταξείδι με τουριστικό γραφείο εκεί, δεν αντιλήφθηκα τίποτα).  Ο Γ ερωτεύτηκε μία εκδιδόμενη γυναίκα. Είναι κατά πολύ μεγαλύτερή του, μας έδειξε φωτογραφίες της, λίγο εως πολύ εύσωμη-τίποτα σπουδαίο, η σύζυγός του είναι πολύ καλύτερη. Ομως ο Γ την αγάπησε, πάει και τη βλέπει κάθε 3 μήνες, δεν ξέρουμε τι βλέπει σε αυτή τη γυναίκα ό,τι όμως κι αν είναι θέλει να τη παντρευτεί και να τη φέρει στην Ελλάδα.  Περιττό να πώ ότι όταν ο Γ δεν είναι κοντά της, εκείνη συνεχίζει να εκδίδεται.., αυτό όμως δεν τον ενοχλεί!

Η Δ. δεν του δίνει διαζύγιο. Αδυνάτισε τόσο που εισήχθει στο νοσοκομείο, νευρική ανορεξία και παράνοια είπαν οι γιατροί. Κάθε που ξεφωνίζουν τα παιδιά της τους επιτίθεται και τα χτυπάει μέχρι αίματος, μετά καλεί ασθενοφόρο και ωρύεται ότι κάποιος τους επετέθει, έχουν γίνει τα μικρά σαν τρομαγμένα ποντίκια. Οι γιαγιάδες κάνουν ότι μπορούν, εκ περιτροπής τα αναλαμβάνουν,  παρόλλη την απόγνωση που αισθάνονται. Ως πότε όμως; Και αν γίνει δικαστήριο και κριθεί η μητέρα ακατάλληλη, μία πρώην πόρνη θα είναι καλή μητέρα για αυτά τα παιδιά που γίνανε με τόσους κόπους;

Κόλλησε το σάλιο στο στόμα μου. Κάθομαι και αγωνιώ για τα δικά μου παιδιά ενώ υπάρχουν πολύ χειρότερα. Τι να της πώ αυτής της παλιάς φίλης ; Με τέτοια δυστυχία όλα τα λόγια είναι φτώχια. Σάστισα.

17

Μιά φορά και έναν καιρό όταν ήμουνα γύρω στα 45, κάναμε παρέα με ένα ζευγάρι που καταγόταν απο τα νησιά του Ιονίου. Κάθε καλοκαίρι πήγαίναμε στο νησί τους για λίγες διακοπές στην αρχή και αργότερα περισσότερες φορές γιατί μας φιλοξενούσαν. Το ζευγάρι είχε μία κόρη τη Ν. φοιτήτρια της Νομικής ήταν, ένα πανέμορφο καλό κορίτσι. Τα δικά μου παιδιά ήταν μικρά, δεν κάνανε παρέα με τη Ν, κάναμε όμως παρέα η μαμάδες. Με την έλευση της Χούντας, ο πρώτος που πιάσανε ήταν ο πατέρας της Ν γιατί ήταν στέλεχος στο τοπικό ΚΚΕ. Τον βάλανε φυλακή και για χάρη του φέρανε έναν ειδικό συνταγματάρχη (αν θυμάμαι καλά) να «τον κάνει να μιλήσει» και να πεί ονόματα συντρόφων του που δεν ξέρανε ήδη.  Τον δείρανε, του κάνανε φάλαγγα, τον βιάσανε σεξουαλικά αλλά δεν κατέδιδε. Ο βασανιστής του όμως βρήκε άλλο τρόπο να τον κάνει να μιλήσει. Κόλλησε στη κόρη του και κατάφερε να την κατακτήσει.  Με την υπόσχεση ότι θα ελευθερώσουν τον πατέρα της, είπε το ΝΑΙ και έγινε γάμος. Το ζευγάρι έμεινε στο νησί λίγο, μέχρι να εξολοθρευθεί ο πυρήνας του κομμουνισμού και μετά μετακόμισαν Αθήνα. Οι γονείς και φίλοι μας μείνανε πίσω.

Η Στ. (η μητέρα της Ν) λέει ότι την εξεβίασε ο Β (βασανιστής) τη κόρη της που θυσιάστηκε για τον πατέρα της. Ο άντρας της λέει ότι εξαιτίας του καταστράφηκε η ζωή της κόρης τους. Η κόρη είπε όμως ότι στο πρόσωπο του Β (βασανιστή) βρήκε τον έρωτα της ζωής της, ξαφνικά έγινε μία πριγκήπισσα με πολλά κρυστάλλινα γοβάκια. Του έκανε και ένα παιδί.

Και όταν έπεσε η Χούντα και γίνανε οι δίκες και των βασανιστών, η κόρη εμφανίσθηκε να υπερασπίσει τον άνδρα της. Που βεβαίως καταδικάστηκε για τις πράξεις του. Και ο πατέρας της εμφανίσθηκε στο δικαστήριο να περιγράψει τα βασανιστήρια και τη κατεστραμμένη του υγεία απόρροια αυτών. Και μετά βγήκαν πλήθος μάρτυρες που περιέγραφαν συμπεριφορές και συλλήψεις. Πέσαμε απο τα σύννεφα ο Β και εγώ, φαντάζομαι και οι γονείς της. Ο,τι δεν είχε μαρτυρήσει ο πατέρας της κάτω απο τα βασανιστήρια, τα είπε εκείνη όλα στον «αγαπημένο της». Πολλοί άνθρωποι συνελήφθησαν είτε φταίγανε είτε όχι και βασανίστηκαν. Και όλα ξαφνικά άλλαξαν.

Η κατακραυγή στο νησί ήταν τεράστια. Δεν μπορούσε η κόρη να πατήσει το πόδι της εκεί. Το παιδί το πήραν οι γονείς της και του άλλαξαν το επίθετό του, για να γλυτώσει το μίασμα. Αυτό δεν έφταιγε τίποτα. Ηρθαν στην Αθήνα και μέναμε κοντά. Ηταν και η Στ. πολύ καλή μοδίστρα, δούλευε όμως ιδιωτικά. Με τα λεπτά της ζούσαν γιατί ο άνδρας της δεν είχε δουλειά. Αργότερα βέβαια του βγάλανε σύνταξη «ήρωα». Αλλά ώσπου να την πάρει στο χέρι άργησε.

Τους θυμάμαι αυτούς τους φίλους μας σαν σήμερα. Πέθανε πρώτος ο σύζυγος πρίν χρόνια, ύστερα απο λίγο και η κόρη. Μερικοί λένε οτι είχε καρκίνο, άλλοι ότι αυτοκτόνησε, άλλοι ότι τη σκότωσαν γιατί σκόπευε να ξαναπαντρευτεί. Ποιός ξέρει γιατί άραγε? Η Στ. ζεί αλλά γύρισε πάλι στο νησί.

Ευτυχώς στην Ελλάδα του σήμερα οι μνήμες δεν μένουν πολύ μέσα μας. Σβήνουν και οι παλιοί κατακριτέτοι, αλλάζουν φορεσιά και γίνονται άξιοι να μας κυβερνούν.

Καφές πικρός, βαρύς, χωρίς καϊμάκι. Ασπρο πάτο.

Καθημερινές συντροφιές

Ελαβα πρόσκληση απο τον Σωτήρη Κ να γράψω για τα αντικείμενα που συνοδεύουν το καθημερινό μου σεργιάνι στη ζωή. Δυστυχώς δεν είμαι καλή στις φωτογραφίες, δύσκολα μπορώ να τις κατεβάζω. Ισως λοιπόν βγούνε «στο πανί¨ίσως όχι. 

α) Το μπρίκι . Κάθε μέρα σαν συνταξιδιώτης με παίρνει απο το χέρι και μου ανοίγει τα μάτια. Ενα καφεδάκι τούρκικο, βαρύ γλυκό με καϊμάκι. Τώρα τον λένε ελληνικό. Τα ίδια κάνανε και με το Τουρκολίμανο. Παίζουμε με τις λέξεις.

β) Το κουλουράκι, αυτό που θα βουτύξω μέσα στον καφέ μου. Είναι κακοί τρόποι, το ξέρω αλλά μ’ αρέσει. Μουστοκούλουρο, πάει ο Β μέρα παρά μέρα στο φούρνο και παίρνει. Το μουλιάζω τόσο όσο να βαπτισθεί αλλά να μη καταδυθεί. Οι απολαύσεις δίνονται σε μικρές δόσεις σε όσους μπορούν να τις χαρούν.  

γ) Εφημερίδεεεεες! Πέρναγε παλιά ο εφημεριδοπώλης, τις είχε παραμάσχαλα και μοίραζε. Δεν μπορώ χωρίς εφημερίδα. Θέλω να την πιάσω στα χέρια μου και ας μου μαυρίσει τα δάχτυλα, θα διαβάσω αυτά που μου αρέσουν, θα τα συζητήσουμε και μετά θα τη διπλώσουμε για όποτε κάνουμε ψάρια. Απλώνω τ’ αλεύρια πάνω της. Είδατε χρήσεις;

δ) Τηλέφωνο, τηλεόραση.  Δεν μπορούσα χωρίς αυτά, τώρα έχει προστεθεί και το κομπιούτερ. Η επαφή με τον έξω κόσμο γίνεται και παθητικά, να βλέπω -ν’ακούω αλλά και εικονικά να μιλάω και να μου μιλούν. Είμαι ίσως απο τις λίγες της γενιάς μου που ασχολούνται με τη τεχνολογία. Οσες φίλες μου ζούν ακόμη μαγειρεύουν, πλέκουν, κεντάνε, αλλά δεν μπλογκάρουν.

ε) Κομπολόι. Πάντα μου άρεσαν τα κομπολόγια αλλά ήταν προνόμιο των ανδρών. Το βάζαν στην αριστερή τσέπη και το πασπάτευαν και εμείς οι χαζούλες πιστεύαμε ότι με αυτό έπαιζαν. Εχω και εγώ ένα κομπολόϊ εδώ και χρόνια και όταν κάθομαι μπροστά στο χαζοκούτι, με αυτό παίζω.  

στ) ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, πίνω πλέον μόνο. Δεν με πίνει, όμως, αν και ένα καλό γερό μεθύσι κάνει καλό. Βλέπεις τη ζωή με άλλα μάτια αφού ξεθυμάνει και φύγει απο μέσα σου.

Αυτές ήταν οι μικρές καθημερινές αλεπουδίτσες της ζωής μου.

Να ζητήσω τώρα απο τη κoλώγρια, th zoyzoyna, τη giotavita και την Τανίλα να συνεχίσουν, τις μικρές νυχτερινές-καθημερινές μουσικές;

Απο καρδιάς

 Μιά Δευτέρα μπήκα στο Ωνάσειο για εγχείρηση καρδιάς, θα μου βάζανε bypass για να μπορώ να συνεχίσω να ζώ χωρίς δύσπνοια και φόβο ότι «ώς εδώ». Την αγωνία μου πρίν, την έχω γράψει, μιλήσει, πεί, βιώσει. Ομως χρειαζόταν να γίνει. Η ημερομηνία ορίσθηκε, το ραντεβού επίσης. Ετσι ξεκίνησα.

Η εισαγωγή μου στο Νοσοκομείο κάλυψε 3 αυτοκίνητα. Οχι δεν πήγα με ασθενοφόρο, γιατί τότε θα ήταν μόνο ένα, απλώς όλη η οικογένεια μπήκε στα αυτοκίνητα και με συνόδεψε πανηγυρικά. Ενώ ο άντρας μου κανόνιζε την εισαγωγή μου, σε χαρτιά, ασφάλειες και παραπεμτικά, όλο το σόϊ περίμενε υπομονετικά, άλλοι καθιστοί, άλλοι όρθιοι όλοι όμως κρατώντας απο ένα μπόγο. Σαν τους τσιγγάνους που πάνε με όλα τους τα υπάρχοντα εδώ και εκεί, έτσι κι εμείς. Κατ’ αρχήν ήταν η ασθενής, δηλαδή εγώ, που είχα στα χέρια τη τσάντα μου και το νεσεσέρ μου. Οι δυό μου νύφες είχαν απο μία πελώρια σακκούλα με ότι μπορούσε να φανταστεί κανείς για είδη πρώτης ανάγκης, περιοδικά, walkman, μπαταρίες άπειρες, κινητό και φορτιστή, τσίκλες, σοκολάτες, φυστίκια (αυτά μου τα πέταξε απο το παράθυρο η νοσοκόμα), την ατζέντα των τηλεφώνων μου, σφουγγάρια, σαμπουάν, ενα κάρρο πράγματα που οι γυναίκες σκέφτονται.  Οι δυό μου γιοί, κουβάλαγαν μία μεγάλη βαλίτσα γεμάτη ο ένας και ένα σακ βουαγιάζ άδειο (για τα άπλυτα) ο άλλος. Τα δύο μου εγγόνια πήγαιναν μπροστά και ενημέρωναν όποιον κύτταζε απορημένα ότι «σήμερα μπαίνει η γιαγιά στο νοσοκομείο να της αλλάξουν καρδιά». Το καρπούζι με το μαχαίρι και μία ροκάνα έλειπαν απο το σκηνικό.

Κάποια στιγμή μπήκαμε στο δωμάτιο που είχε μαζί άλλη μία κυρία, με σωληνάκι, καθόλου δεν μίλαγε παρόλλη τη φασαρία της τοποθέτησης που κάναμε. Κάτσανε μετά τα παιδιά λίγο μαζί μου και μετά τα ξαπέστειλλα. Χώθηκα στο κρεββάτι και άνοιξα την τηλεόραση, είχε και ακουστικά παρακαλώ για να μην ενοχλώ τους δίπλα.  Την επομένη ήρθε μία νοσοκόμα και μου έδωσε ένα ταγάρι όπου μέσα είχε διάφορα πράγματα, να μετράω μόνη μου την πίεση δεν θυμάμαι για τι ήταν αυτό, είδα τους γιατρούς, έκανα πάλι κάποια τέστς  και την Τετάρτη εγχειρίστηκα. Κατά τη διάρκεια της εγχείρησης δεν θυμάμαι τίποτα. Μου είπαν όμως ότι έκατσα στην εντατική μία ολόκληρη μέρα. Θυμάμαι μόνο ότι ξύπνησα με ένα στόμα σαν τσαρούχι. Και δυσκαμψία. Ημουνα φασκιωμένη απο το λαιμό και κάτω. Και πονούσα. Ούτε τα χέρια μου δεν μπορούσα να σηκώσω. Απελπισία μαύρη με έπιασε. Οι γιατροί όμως χαμογελούσαν το ίδιο και τα παιδιά μου.

Στις μέρες που ακολούθησαν, σταδιακά με σήκωσαν παρόλλο που αισθανόμουνα τα πόδια μου σαν μολύβι, μου κάναν κάποιες αλλαγές, είδα και τη τομή, ελπίζω να θρέψει τέτοιο σφάξιμο δεν το περίμενα, οι περιγραφές με τρόμαξαν, απο ότι μου είπαν έσπασαν όλο το στέρνο για να βάλουν 3 by pass.  Σακκουλάκια με αίμα που έσταζε έβλεπα και πόνο, με τραβούσε όλο το στήθος μου απο παντού.. Ηταν και κάποιες δύσκολες νύχτες που άρχισα να βήχω και τρέχανε. Δεν θυμάμαι  τι ακριβώς μου δίναμε, με τάιζαν συνεχώς, δεν παραπονιέμαι το φαγητό ήταν πολύ καλό, όμως  όλο μου το είναι ήταν εστιασμένο στο μέσα μου. Το αριστερό μου χέρι σαν παράλυτο, φοβήθηκα, όμως τελικά άρχισε να λειτουργεί.

Και ναι! είχα άπειρη συμπαράσταση απο όλους, οι γιοί μου ερχόντουσαν τα απογεύματα να με δούν, τι γλυκά που είναι τα αγόρια, όλο φιλιά και αγκαλιές. Οι νύφες μου κυνήγαγανε τις νοσοκόμες να με περιποιούνται, με βοήθησαν αργότερα να πηγαίνω και στο μπάνιο μόνη μου γιατί τους καθετήρες δεν τους θέλω. Με λούσανε, με πλύνανε, μου βάλανε κολώνιες. Μου φέρανε και ένα λάπτοπ σε κάποια φάση αν και η νοσοκόμα στραβομουτσούνιασε.

Και γύρισα σπίτι με οδηγίες του ενός μέτρου. Η αναχώρηση ήταν σαν την άφιξη. Ενα τσούρμο τσιγγάνοι, διέλυσαν την κατασκευή, φορτώθηκαν τους μπόγους και φύγανε. Το μόνο διαφορετικό ήταν ότι δεν με διαλαλούσαν. Τα εγγόνια ήταν στο σχολείο. Θετικό κι αυτό.

Τώρα δεν πονάω τόσο, υπάρχει μία δυσκαμψία στα χέρια, δεν μπορώ να σκύβω, να σηκώνω βάρη, να οδηγώ, να κάθομαι μπροστά στο φούρνο να με παίρνει η ζέστη. Μου πήρανε μία Μολδαβή γυναίκα να με φροντίζει. Καμμία σχέση με την προηγούμενη, είναι μία πολύ καλή και σοβαρή κοπέλλα γύρω στα 40 που έχει ξαναδουλέψει με εγχειρισμένη κυρία. Λίγο-λίγο θα χρειαστεί να περπατάω κάθε μέρα ή και να αρχίσω να ανεβαίνω σκάλες. Για γυμναστική. Χρειάζεται να το χωνέψω αυτό ότι τώρα στα γεράματα θα ανεβοκατεβαίνω σκάλες. Και να τρώω αυτά που λέει ο γιατρός τουλάχιστον τον πρώτο καιρό. Μετά βλέπουμε. Τα διουρητικά θα τα παίρνω όμως εφ’ όρου ζωής. Θα χρειαστεί να συνηθίσω να τρέχω για πιπί κάθε τόσο. Πολλά τα δύσκολα.

Κάθε τρείς περίπου μέρες θα πηγαίνω στο γιατρό για αλλαγή, μέχρι να κλείσει η πληγή εντελώς και μετά θα βάζω τις γάζεις μόνη μου. Τα έχω λίγο χαμένα. Για μία στιγμή είχα πιστέψει ότι θα κοιμηθώ μιά και καλή στη νάρκωση, όπως η φίλη μου η Τζένη πρίν λίγους μήνες. Βέβαια εκείνη είχε ζάχαρο, εγώ δεν έχω. Ο θάνατός της όμως με συγκλόνισε. Πίστεψα ότι και εγώ θα γνώριζα τον αδελφό του ύπνου.

Απατήθηκα.

Καλώς σας βρήκα

Πειρατές

Υπήρχε μία εποχή που στο ραδιόφωνο ήταν οι Χ σταθμοί. Και όλοι μας ανεξαιρέτως, μαζί με τη νεολαία ακούγαμε πειρατικούς σταθμούς που εξέπεμπαν απο διάφορες περιοχές, όλοι αφιέρωναν τραγούδια στη Μαρία, Κατερίνα απο Γαλάτσι και στο Γιώργο που αγαπάει την Ειρήνη. Επίσης ρώταγαν πώς ακούγονται σε άλλες περιοχές, παίρναμε λοιπόν τηλέφωνο και λέγαμε ότι «σας πιάνουμε μιά χαρά στην Καλλιθέα» και εκείνοι χαιρόντουσαν γιατί ο σταθμός ήταν στη Κυψέλη! Και μετά θέλανε γνωριμία και κουβέντα κλπ.

Τώρα όλοι οι σταθμοί είναι νόμιμοι. Καλό αυτό δεν λέω. Η γλύκα όμως του απαγορευμένου χάθηκε.

Baby love

 Η Μ στα 23 της χρόνια ήταν μία λαμπερή, έξυπνη κοπέλλα που τράβαγε τα βλέμματα όλων. Δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη με τα κλασσικά μέτρα και σταθμά, δεν είχε μπλέ μάτια, ξανθά μαλλιά, θεϊκό κορμί, δεν ντυνόταν σαν μοντέλλο, με γόβες στιλέττο  και τις επιταγές της μόδας και δεν «μάσαγε». Ηταν απλή, καλοβαλμένη αλλά όχι «νούμερο». Δεν έκανε καμμία προσπάθεια να αρέσει σε κανέναν, έδινε την εντύπωση ότι είναι ανεξάρτητη και έτσι θέλει να μείνει. Αυτό την έκανε πολύ ποθητή στα μάτια των ανδρών, τους έλεγε κατά κάποιο τρόπο ότι «ναι μεν αλλά» χωρίς δεσμεύσεις.  Ετσι πάντα είχε συντροφιά χωρίς να κοπιάζει καθόλου. Ποτέ όμως δεν είχε ερωτευτεί.

Και μετά πήγε Αγγλία για μεταπτυχιακά. Επιασε και δουλειά εκεί, το πρωϊ πανεπιστήμιο, το βράδυ δουλειά. Εκεί γνώρισε τον Arthur (ας τον πούμε «Α» για συντομία), που ήταν τότε 17 ετών. Είχε τελειώσει τα A levels του και είχε γίνει δεκτός στο U.C. του Λονδίνου. Ο έρωτας ήταν σφοδρός και αμοιβαίος, για τη Μ, πρώτη φορά αυτό το κάτι τη συνέπαιρνε, για τον Α., τρελλάθηκε με τη μεγαλύτερή του Μόλις ο Α ενηλικιώθηκε παντρεύτηκαν αμέσως. Ζούσαν απο τα χρήματα που έστελνε η μαμά της Μ για τη διαβίωσή της/τους και απο τη δουλειά της τα βράδυα. Φτωχικά, σε ένα δωμάτιο αλλά με πάρα πολύ αγάπη.

Μόλις η Μ τελείωσε το μεταπτυχιακό, έπιασε full time δουλειά για να ξαλαφρώσει τη μαμά της και για να τους συντηρήσει γιατί ο Α σπούδαζε. Τα πρώτα συννεφάκια όμως είχαν αρχίσει να μαζεύονται. Κατ’ αρχήν δεν έπιανε παιδί. Επιανε όμως πολλές μυκητιάσεις.  Ο γυναικολόγος έμμεσα της είπε ότι ο σύζυγος θα έπρεπε να φοράει προφυλακτικό όταν «δεν είναι μαζί της» γιατί της μετέδιδε αφροδίσια. Αυτό την αναστάτωσε γιατί ήξερε ότι της ήταν πολύ πιστός. Ποτέ δεν είχε κυττάξει άλλη γυναίκα. Τον ρώτησε κιόλας και εκείνος τη διαβεβαίωσε ότι μόνο εκείνη αγαπά. Μετά όλα ξεχάστηκαν γιατί έπιασε παιδί, γεννήθηκε ένα μικρούτσικο μέν καθότι πρόωρο, αλλά υγιέστατο κοριτσάκι.  Ο κόσμος όλος ήταν αυτό το παιδί, για όλους. Μόλις ο Α. τελείωσε τις σπουδές, έκανε τα χαρτιά του και βρήκε δουλειά στην Ελλάδα. Και γύρισαν πίσω.

Η Ελλάδα όμως απεδείχθει μεγάλη παγίδα. Μετά τον πρώτο χρόνο, βροχή άρχισαν να πέφτουν τα ανώνυμα γράμματα, γυναίκες την έπαιρναν τηλέφωνο και την απειλούσαν ότι θα της βγάλουν τα μάτια αν «δεν μαζέψει τον άνδρα της» και το αποκορύφωμα ήταν μιά νύχτα που ενώ της είχε πεί ότι θα έλειπε για επαγγελματικό ταξείδι, την πήραν τηλέφωνο απο ένα αστυνομικό τμήμα ότι είχαν συλλάβει τον Α να σουλατσάρει στο Ζάππειο και να έχει εμπλακεί σε καυγά. Εντρομη, άφησε το παιδί στη μητέρα της κάτω και με ένα ταξί πήγε στο εν λόγω αστυνομικό τμήμα όπου ο αξιωματικός υπηρεσίας με τρόπο της είπε ότι ο σύζυγος «αγόραζε υπηρεσίες» ανηλίκων αγοριών κάτι που είναι αδίκημα διεθνώς και ότι είχε εμπλακεί με τον μαστρωπό ενός 9χρονου παιδιού για τα λεφτά.  Η Μ. δεν κατάλαβε τι ακριβώς έγινε στο Ζάππειο αλλά πολύ αργότερα..αυτό που είδε όμως την έκανε να παγώσει. Τον Α τον είχαν κάνει του αλατιού, είχε φάει μπουνιές στο πρόσωπο και του είχαν σπάσει 2 πλευρά με κλωτσιές. Τον είχαν επίσης ληστέψει. Η εκδοχή του ήταν ότι έχοντας επιστρέψει νωρίτερα απο το ταξείδι του, είχε πάει με κάτι φίλους του για ποτό και έκοψε δρόμο απο το Ζάππειο για να πάρει τη μοτοσυκλέτα του, όταν εδέχθει επίθεση. Μήνυση όμως δεν κάνανε. Ούτε οι μέν, ούτε οι δε. Οι καυγάδες όμως τώρα άρχιζαν. Ξαφνικά η Μ άρχισε να υποψιάζεται και να ελεγχει, που πήγες και με ποιούς και ο Α., να γυρίζει όλο και πιο αργά τα βράδυα μεθυσμένος στουπί. Στην καθισιά του έπινε ένα μπουκάλι τζίν ξεροσφύρι.  

Ενός κακού μύρια έπονται. Τρείς μήνες αργότερα μπλέχτηκε ο Α. σε ένα τροχαίο όταν είχε τη μικρή πίσω του με αποτέλεσμα το παιδί να σκοτωθεί ακαριαία και εκείνος να νοσηλευτεί 6 μήνες στο ΚΑΤ για πολλαπλά κατάγματα και χτύπημα στο κεφάλι. Η Μ. τρελλάθηκε και έπαθε ψυχικό κλονισμό. Επεσε όλη η οικογένεια επάνω τους να τους βοηθήσει. Οταν μπόρεσε να ξαναπερπατήσει ο Μ, η σχέση τους είχε καταστραφεί οριστικά. Ανοιχτά της είπε ότι ήταν gay, ότι προτιμούσε αγόρια εως 13 ετών τα οποία ψάρευε στο εξωτερικό έξω απο τα σχολεία και εδώ έξω απο φροντιστήρια, οτι απο τις γυναίκες μόνο εκείνη αγαπά και ότι τα αγοράκια είναι απλά σέξ.

Η Μ. ζήτησε διαζύγιο και ο Α. αντέδρασε. Επεσαν εκβιασμοί, έβαλε ανθρώπους και της έσπασαν το αυτοκίνητό της (συνελήφθησαν και ομολόγησαν) τον απείλησε να τον στείλει στο εδώλιο για παιδεραστεία..στο τέλος το έδωσε. Η Μ. μετά απο λίγο καιρό παντρεύτηκε τον γιό μου τον Πέτρο που τον γνώρισε στο γραφείο της.

Για την Ιστορία τώρα. Χρόνια αργότερα έμαθε ότι ο Α., έκανε τα χαρτιά του στην Ελλάδα και διορίσθηκε σε δημόσιο Γυμνάσιο καθηγητής στην επαρχία.