Η πολυκατοικία

Ζώ σε πολυκατοικία τα τελευταία 40 χρόνια. Πιο πρίν έμενα στη Καλλιθέα στο σπίτι της πεθεράς μου, κάτω εκείνη, πάνω εμείς με τον άνδρα μου και τα παιδιά. Ηταν καλή η πεθερά μου, καλή με όλους εκτός απο τον άνδρα μου, που του τράβαγε τ’ αυτιά για τις αποκοτιές του, κοτζάμ άνδρας παντρεμένος και να κάθεται σούζα μπρός στη μάνα του, μισή πιθαμή γυναίκα, για να τον μαλώνει. Ηταν κι αυτός όμως ζόρικος. Μαζί του τα έβαζε και ο πατέρας του (ανάπηρος πολέμου), εκεί όμως απλά βριζόντουσαν. Η πεθερά ήταν καλή και νοικοκυρά, μου πρόσεχε τα παιδιά όταν δούλευα και όταν ο Β. ήταν σε ταξίδια λόγω στρατού. Είχε βγάλει (με τις κλωτσιές) τη Σχολή Ευελπίδων παλιά και έκανε καριέρα στρατιωτική, μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε. Τα πεθερικά ήταν απο τη Νάξο, όμως όταν τραυματίστηκε ο πατέρας του σπιτιού και δεν μπορούσε να ζεί στο νησί μόνιμα, μετακόμισαν στη Καλλιθέα σε ένα μικρό σπιτάκι που είχανε προικώο, το φτιάξανε και μείνανε εκεί ώσπου πέθαναν. Οταν πέθαναν τα πεθερικά ο Β έκλαιγε συνεχώς και δεν ήθελε να δεί τη Καλλιθέα στα μάτια του. Φύγαμε λοιπόν και πήγαμε σε άλλη περιοχή, παραθαλάσσια. Μείναμε σε πολυκατοικία που τότε θεωρείτο μεγάλη υπόθεση, δηλαδή να έχεις θέρμανση και τρεχούμενο ζεστό νερό, ωραίο σπίτι καινούργιο αλλά μικρότερο απο το παλιό – που αυτό σήμαινε ότι δεν μπορούσες να πάρεις μαζί σου τα επιπλά σου γιατί δεν χώραγαν, ωστε να πάρεις άλλα μικρότερα που χώραγαν. Πολυκατοικία σήμαινε, νέα ζωή. Το σπίτι των πεθερικών έγινε και αυτό πολυκατοικία, υπέγραψε ο Β και οι αδελφές του τα συμβόλαια. Οταν τελείωσε η εκεί πολυκατοικία εκείνες έμειναν εκεί, ο Β όχι, ήθελε ν’ αγναντεύει θάλασσα και όχι τα σώβρακα της μπουγάδας του απέναντι. Μιλάμε για το 1969. Η πολυκατοικία είχε 6 πατώματα, ασανσέρ, θέσεις για παρκάρισμα στο υπόγειο – παράξενο για την εποχή γιατί τότε κανείς δεν σκεφτόταν να κάνει παρκιν, δεν ήταν και υποχρεωτικό, ο μηχανικός όμως είχε 2 αυτοκίνητα και ήθελε να τα στεγάζει με ασφάλεια, ετσι έδωσε ανα διαμέρισμα θέσεις για παρκάρισμα. Αυτό μας βγήκε σε μεγάλο καλό, γιατί άμα γυρίζεις ψόφιος απο τη δουλειά, που να κάθεσαι να ψάχνεις για θέση πάρκιν, το γύρω-γύρω όλοι έκαναν οι άλλοι. Μέχρι το 1980 είχαν 4πλασιαστεί τα αυτοκίνητα και οι θέσεις είχαν μείνει οι ίδιες.

Η πολυκατοικία είχε και άλλους κατοίκους, άλλους ιδιοκτήτες, άλλους ενοικιαστές. Οι πρώτοι έβγαζαν με κλήρο και έναν διαχειριστή – ξεκίναγε περήφανος τη καριέρα του και κατέληγε καρπαζοεισπράκτορας, όπως όλοι τελικά οι διαχειριστές. Οταν φροντίζουν καλά τα συμφέροντα όλων, κανείς δεν έλεγε ούτε ένα ευχαριστώ, μόλις κάτι πάει στραβά, άρχιζε η μουρμούρα. Οι ιδιοκτήτες έλεγχαν τα πάντα, οι ενοικιαστές συμφωνούσαν υποχρεωτικά γιατί αν δεν τους άρεσε μπορούσαν άνετα να φύγουν. Ο πρώτος διαχειριστής ήταν γυναίκα, μία κυράτσα της αυλής, σαν τη παλιά ταινία με τη Κατερίνα Γιουλάκη σπιτονοικοκυρά.. έξοχη στο ρόλο της και στους επόμενους βέβαια ρόλους της. Διαόλου κάλτσα, έβαζε τους νοικάρηδες να τσακώνονται συνεχώς με τους ιδιοκτήτες τους αλλά να τα βρίσκουν τελικά και έτσι να μη μετακομίζουν, και εκείνη σαν το περιστέρι της ειρήνης κάπου ανάμεσα. Τις πράξεις της αριθμητικής τις έκανε σαν το μπακαλόγατο, τσάκα-τσάκα ήξερε τα ποσοστά των διαμερισμάτων, έβγαζε τους λογαριασμούς εύκολα χωρίς χαρτί και μολύβι και για επαλήθευση έκανε και τις προσθέσεις. Με ένα σφουγγαρόπανο κυκλοφορούσε και αλλοίμονο αμα πάταγες εκεί όπου είχε πλύνει.. χαμός. Τα πιτσιρίκια τα δικά μου που φεύγανε για σχολείο το πρωϊ, συνήθως πάταγαν στα νερά και επίτηδες ρίχναν και σάλτα για να κάνουν γραμμές… Janitorrτους παραφύλαξε και μετά τους έδωσε μιά σφαλιάρα του καθενός και υποσχέθηκε να το πεί στο μπαμπά τους άμα τον δεί. Και μετά κάνανε τις Παναγίες, γιατί ο Β. νευρίαζε άσχημα όταν τα παιδιά του συμπεριφερόντουσαν σαν αγροίκοι. Οι άλλοι ας είναι ότι θέλουν νάναι, οι γιοί του θα είναι Κύριοι.

Οι καιροί περνάνε και ο κοσμος φεύγει, μετακομίζει ή πάει στην Παράδεισο, που έλεγε κάποιος συγγραφέας που δεν θυμάμαι. Τώρα μένουν τα παιδιά των πρώτων κατοίκων και τα εγγόνια. Λίγα είναι νοικιασμένα, οι ιδιοκτήτες που είδαν τα λεφτά τους να μειώνονται, ξενοίκιασαν τα διαμερίσματα και μπήκαν μέσα εκείνοι. Ο Β. και εγώ εναλλάξ, γίναμε πολλές φορές διαχειριστές απο τότε που συνταξιοδοτηθήκαμε. Σαν διαχειριστές τα είδαμε όλα. Γιατί η ποιότητα του ανθρώπου φαίνεται στη καθημερινότητά του, όχι όταν περφουμάρετε και φοράει τα καλά του και κάνει τον Ευρωπαίο, ενώ είναι πανάθλιος νταής απο το χωριό. Ετσι θα γράψω για το μεγάλο ειδύλλιο της πολυκατοικίας μας για έναν μεγάλο έρωτα που πολύ δύσκολα έσβησε.. αλλά η ανάμνησή του διαρκεί ακόμη….

Advertisements

Μία ιστορία

Πήρα φόρα, απο χθές και θα γράψω μία ιστορία που μου είπαν. Να τη βγάλω απο πάνω μου γιατί τσούζει το δέρμα μου. Με ενοχλεί να γίνονται τέτοια πράγματα όμως ποτέ δεν ξέρεις πως πραγματικά ζεί κανείς γιατί οι πόρτες στο σπίτι του είναι κλειστές. Τότε που ζούσαμε στα χωριά, ότι και να συνέβαινε όλοι το μάθαιναν, σκατοκουτσομπολιό λές, ναί αλλά υπήρχε υποστήριξη. Οι αντρες πιάνανε το γαμπρό και ανάλογα το παράπτωμα τον μάλωναν ή τον κάνανε τόπι, οι γυναίκες τη νύφη. Τώρα με την αποξένωση της συγχρονης ζωής, όσοι τολμούν μιλούν στους ψυχολόγους, στις «κολλητές», ή τα καταπίνουν.

Μιά φορά και έναν καιρό, μετά τον Β’ΠΠ όμως, ήταν ένα ζευγάρι με 3 παιδιά – 2 κορίτσια και 1 γιός. Εκείνος στρατιωτικός, πρώην πεζοναύτης, ή κάπου στις Ειδικές Δυνάμεις δούλευε, η γυναίκα στο σπίτι με τα παιδιά. Γνώρισα τη γυναίκα κάποια παλιά εποχή, μία ευχάριστη νοικοκυρά αν και κάπως μαζεμένη. Τον άνδρα της τον είχα δεί μιά με δύο φορές, είχε παράξενη συμπεριφορά: ενώ ήταν περιποιητικός με τις γυναίκες μιλούσε άσχημα στη δική του γυναίκα «έλα εδώ, πάρτο αυτό, κουνήσου ξημερώσαμε» και αυτή έκανε άμεσα ότι τη πρόσταζε χωρίς αντίρρηση, ίσως και με χαμόγελο. Με ενοχλούσε αυτό, αλλά αφού άρεσε σ’ εκείνη, όλα θα ήταν καλά.

Χρόνια αργότερα μία απο τις κόρες τους έμενε δίπλα απο το σπίτι μου τότε που ζούσα στη Καλλιθέα – στο διπλανό διαμέρισμα. Είχε παντρευτεί έναν έμπορο και είχε κανει μαζί του ένα μικρό αγοράκι, στο νήπιο πήγαινε. Κάθε σαββατοκύριακο το ζευγάρι μάλωνε.. αυτή του έβαζε τις φωνές και αυτός – που ακουγόταν περισσότερο – την έλεγε τρελλή, ίδια η μάνα της, τούτο κείνο., στο τέλος άνοιγε τη πόρτα και έφευγε και εκείνη έκλαιγε. Ολα αυτά μπροστά στο παιδί που κρυβόταν κάτω απο το τραπέζι. Αν δεν κρυβόταν και πήγαινε κοντά τους ξεσπούσαν και οι δυό στο παιδί και το δέρνανε. Ηταν πολύ δύσκολη η συμβίωση μαζί τους γιατί δεν νοιώθαμε άνετα να καλούμε κόσμο στο σπίτι όταν απο τον τοίχο δίπλα να ακούμε μωρή, μαλάκα και του κόσμου τις βρισιές. Του είχαμε κάνει σύσταση, να μαζέψει τη γλώσσα του και τη γυναίκα του, να σταματήσουν το θόρυβο, να ενοχλούν. Τίποτα δεν έγινε γιατί δεν μαλώνανε τις ώρες κοινής ησυχίας, τις άλλες ώρες μαλώνανε. Μιά μέρα μόνο η γειτόνισσα μου είπε την ιστορία της μάνας της (την έγραψα πιο πάνω περιληπτικά) και μου έδειξε τη πικρία της, ότι απο τον ένα βάναυσο και υβριστή πατέρα, έπεσε στην ίδια πάστα συζύγου. Εκλαιγε που την πάτησε έτσι. Κάποια στιγμή μετακόμισαν.

Πρίν 5 χρόνια πουλήθηκε στον 5 όροφο ένα διαμέρισμα σε ένα ζευγάρι. Μεσόκοποι και οι δυό. Τότε που μπορούσα ακόμη να κάνω πράγματα, ήμουνα και διαχειρίστρια, πήγα επάνω να τους γνωρίσω. Ο συζυγος με θυμόταν, ήταν ο γιόκας της κυρίας γειτόνισας στη Καλλιθέα..τι μικρός που είναι ο κόσμος. Το ζευγάρι είχε και τη μάνα τους μαζί, τη δική του μάνα που είχε άνοια. Τη περιποιόντουσαν και οι δυό εναλλάξ, την φρόντιζαν και την αγαπούσαν. Αυτό ήταν καλό. Το κακό είναι που τσακώνονται κάθε τόσο μεταξύ τους για το τίποτα, ποιός θα κατεβάσει τα σκουπίδια, γιατί δεν κατέβασες τη λεκάνη στη τουαλέτα, ηλίθια είσαι που δεν ξέρεις να χρησιμοποιείς έναν απλό υπολογιστή, όλο βόλτες-ψώνια και τις φίλες σου, άλλες ηλίθιες σαν και σένα, κότες απο το γραφείο σου,αει σιχτίρ ζώο. Εμένα θα πείς ζώο, που σε στηρίζω με το μισθό μου, ανεπρόκοπε όλο στο καφενείο και στο γκόλφ! Ακου γκόλφ! Αυτό σε μάρανε, η ξενομανία.. και μετά δέρνονται. Αυτός πρέπει να είναι τρελλός που τη μπατσίζει γιατί τη γνώρισε, όπως μου είπε, πρίν χρόνια σε μία σχολή καράτε, ήταν η δασκάλα τους, αυτός μικρότερος. Κάθε που τη χτυπάει, μετά κυκλοφορεί με μπαστούνι. Και λέμε όλοι στη πολυκατοικία ότι δεν αντέχουμε άλλο, τους φέραμε και το 100 να τους κάνει σύσταση, το χαβά τους αυτοί.

Αναρωτιέμαι και λέω πόσο επηρεάζουν τα παιδιά οι γονείς τραμπούκοι. Απο ένα πεζοναύτη περιμένεις να είναι επιθετικός με τους άλλους, όχι μέσα στο σπίτι του – αυτό μάλλον δεν ισχύει. Τι κρίμα που και οι επόμενες γενιές κάνανε τα ίδια λάθη, δεν ξεπέρασαν ποτέ τον πόνο που ένοιωθαν και βίωναν. Και μετά έκαναν πάλι τις λάθος επιλογές, ίσως για να ξορκίσουν το παρελθόν, που έγινε παρόν και ίσως να γίνει και μέλλον.

Σκοτωθήκανε πάλι χθές το βράδυ.

 

 

 

Είμαι εδω και συγχρόνως λείπω

Υπάρχω ακόμη, παρόλλα τα προβλήματα υγείας. Αρθριτικά, καταρράκτης και στα δύο μάτια, δεν περπατάω πολύ και βγαίνω μόνο με το αυτοκίνητο.

Δεν γράφω πιά σχεδόν καθόλου. Ξέχασα τη παλιά ζωή γιατί έχω νέα ζωή μπροστά μου. Ασχολούμαι με τα παιδιά και τον νεαρό μου νοικάρη που σπουδάζει γιατρός. Είναι στο δεύτερο έτος τώρα, ήδη έχει μπεί στο πνεύμα της σχολής. Είναι καλή παρέα, ιδιαίτερα άμα συμπέσουμε στο τραπέζι. Μαγειρεύω για εκείνον και για μένα. Εχω κάτι να κάνω.

Δεν τον ενοχλώ καθόλου ούτε επεμβαίνω στη ζωή του. Δυό φορές έφερε και τη κοπέλα του εδώ και μείνανε μαζί το βράδυ. Κάποιο σαββατοκύριακο ήταν. Το πρωϊ, δεν ήξερε πως να το χειριστεί, άλλαζε πόδι συνέχεια, μέχρι που βρήκε το τραπέζι στρωμένο με 3 πιάτα. .και κατάλαβε ότι οι τυπικότητες είναι για τους γέρους στη καρδιά.

Ζώ καλά στην Αθήνα, έχω συντροφιά και γάτα. Δεν το βλέπω να πηγαίνω φέτος στο νησί της συμπεθέρας, αυτό που βλέπω είναι οτι η συμπεθέρα μάλλον θα έρθει να ξεκαλοκαιριάσει εδώ γιατί θα κάνει μιά εγχείριση και μετά θα χρειάζεται παρέα. Εχασε τον άνδρα της πέρυσι απο ανακοπή. Και το νησί δεν τη χωράει. Δύσκολη η μοναξιά όταν γερνάει το σώμα. Θα έρθει άμα τελειώσει η Σχολή του μικρού και φύγει εκείνος για διακοπές. Τότε θα έρθει η συμπεθέρα να μείνουμε ξανά μαζί.

Οπότε όσο κι αν λείπω απο το ιντερνέτ, είμαι ακόμη εδώ.

Μικρόκοσμος

Τι γίνεται όταν σε ένα γραφείο, κάποιοι υπάλληλοι έχουν πολλές απαιτήσεις απο τους εργοδότες τους, όταν πέρα απο τον καλό μισθό περιμένουν και συχαρίκια?. Τα οποία ποτέ δεν έρχονται εννοείται. Δεν ξέρω κανέναν εργοδότη που να χαϊδολογάει τους υπαλλήλους του (όχι σεξουαλικά), να τους έχει κορώνα στο κεφάλι του και Κεχαγιά στη πλάτη του. Να τους λέει μπράβο κάθε τόσο, να τους κτίζει την αυτοπεποίθηση, να τους δίνει περισσότερη εξουσία (δλδ το ελεύθερο να καταπιέζουν τους υπόλοιπους) και τελικά να τους αφήνει να τον καβαλήσουν! Αυτά ούτε στα παραμύθια, χρυσό μου!. Σε πληρώνουν καλά και με το μήνα (πράγμα πολύ σημαντικό σήμερα που οι δουλειές και οι αμοιβές παίζουν κρυφτούλι), ντάν! πέφτουν οι παράδες στο λογαριασμό σου, όμως σε τρέχουν κιόλας. Τι νόμιζες ότι θα πέφτουν τα μισθά και εσύ θα κάααααθεσαι? Δεν είμαστε καλά! Γκρινιάζεις συνεχώς για το πόσο σε καταπιέζουν, κάνε αυτό, κάνε και εκείνο, σου πατάνε το ωράριο, σε βάζουν να εκπαιδεύεις το νέο προσωπικό (ενώ εσύ δεν τόχεις το διδασκαλίκι) και να κυνηγάς τις λαθούρες των νεώτερων συναδέλφων μιά που είσαι παλιά καραβάνα, σου φορτώνουν τα άπειρα και τελικά ΔΕΝ εκθειάζουν τα ταλέντα σου. ΕΚΘΕΙΑΖΟΥΝ εκείνες τις συναδέλφους που δουλεύουν εθελοντικά, που δεν παίρνουν μισθά, αλλά επειδή βαριούνται στο σπίτι, πάνε στο γραφείο και τους βοηθάνε!!! Αυτές τις νερόκοτες εκθειάζουν και τους λένε 1000 γλυκόλογα, ενώ εκείνες μπαίνουν και βγαίνουν όποτε τους καπνίσει, ενώ εσύ τραβάς κουπί όλο το 8ωρο. Σου έρχεται να τις πιάσεις απο το μαλλί και να τους τα πείς χύμα.. αλλά δεν μπορείς να το κάνεις, προσπαθείς να τους τις σπάσεις ώστε να μην έρχονται! Τους λές για το ένα λάθος τους, για το δείνα λάθος τους μήπως στενοχωρηθούν και φύγουν..Μετά θα είσαι ηρωϊδα, μέ τόσα που θα έχεις μέσα στο κεφάλι σου!

Ολα αυτά τα λέει η Α (η νύφη μου) σχεδόν κάθε μέρα όταν γυρίζει απο τη δουλειά της. Οι επιθυμίες της υπερφίαλες, χωρίς επαφή με τη πραγματικότητα. Δέρνεται γιατί δεν την αγαπούν οι εργοδότες της, γιατί δεν της κάνουν όλα τα παραπάνω, αλλά νοιάζονται υπερβολικά για τις «νερόκοτες» τις γνωστές τους, πιθανώς και συγγενείς τους, κυρίες που δίνουν τον χρόνο τους, που βοηθάνε αμισθή..που τη βοηθάνε πολύ με το χαμόγελο. Και εκείνη η βλαμμένη ζηλεύει και τους σκάβει το λάκκο..

Την έπιασα μιά μέρα και της τά’πα ένα χεράκι! Εχει δουλειά καλή, μιά εποχή που η ανεργία είναι καθημερινότητα για πολύ κόσμο. Αντί να χαίρεται που τα αφεντικά της την πληρώνουν καλά και στην ώρα τους (αντί να της χρωστάνε ή να της δίνουν ένα μικροποσό έναντι κάθε μήνα), αντί να ευχαριστεί το θεό που η εταιρεία που δουλεύει πάει καλά και δεν προβλέπεται πτώχευση, βάζει φυτίλια στις άλλες συναδέλφους για να τσακώνονται όλοι με όλους. Και οι 2-3 συνταξιούχες φίλες της μαμάς του αφεντικού που έρχονται και βοηθάνε τρώνε τη χολή, αντί να χαίρεται που παίρνουν ένα βάρος απο τη πλάτη της. Της μίλησα για τις εργασιακές σχέσεις, ότι άπαξ και σε θεωρούν υπάλληλό τους θέλουν να σε τρέχουν, να κάνεις και πήδους μέσα απο πύρινα στεφάνια ώστε να σε πληρώνουν «δίκαια» σύμφωνα με τα κριτήριά τους. Επαγγελματική σχέση έχετε, ούτε οι γονείς σου είναι, ούτε ο μπαμπούλης σου, δύσκολο είναι να το καταλάβεις?

Δεν παίρνει απο λόγια.. Συνεχίζει να δέρνεται που δεν την αγαπούν..δεν την εκτιμούν, δεν της λένε μπράβο!

Σταμάτησα να της μιλώ. Δεν ακούει.. χαμένη μέσα στην υπερφίαλη εικονική πραγματικότητά της..

Οι μεγάλες προσδοκίες. Θυμήθηκα το αντίστοιχο βιβλίο του Ντίκενς, το έβγαλα απο τη βιβλιοθήκη και το ξανα-διαβάζω τώρα που κάνει κρύο και δεν βγαίνω έξω..

Ράβω πολύ γιατί έχω παραγγελίες απο το νησί της συμπεθέρας. Τα μεγάλα κομμάτια φύγανε, έχω τώρα ένα παλτό να τελειώσω και ένα ακόμη ένα, νυφικό για τον Μάϊο.. Το νυφικό σκεφτήκαμε να είναι κοντό, με δαντέλα επάνω, έξω λαιμό και μπράτσα και φουσκωτή φούστα κάτω…το κοριτσάκι που θα το βάλει είναι νέο, το θέλει και απαλό ρόζ..σαν κουφετάκι θα είναι..

Διαβάζω, στοχάζομαι και ράβω..

Καλή χρονιά σε όλους!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μύλος στη πολυκατοικία

Οταν χτίστηκε η πολυκατοικία που μένουμε ήταν πρίν 20 χρόνια. Οι οικοπεδούχοι πήραν διαμερίσματα, τα υπόλοιπα πουλήθηκαν. Μετά φτιάξανε κήπους, μπροστά μεγάλο, πίσω μικρότερο γιατί υπήρχε πυλωτή για παρκάρισμα. Το παλιό οικόπεδο είχε μία σειρά απο δένδρα τα οποία δεν κοπήκανε, τα διατηρήσανε και μετά την αποπεράτωση του νέου κτιρίου, φυτεμένα περιμετρικά ήταν 2 πεύκα μπροστά, 4 κυπαρίσσια πίσω 3 θηλυκά και ένα αρσενικό και κάτι μεγάλα φοινικοειδή στα πλαϊνά. Στη μέση έβαλαν τριανταφυλιές, γκαζόν, διάφορους ωραίους θάμνους, γιασεμιά και αγγελικούλες στα πλάγια ώστε να έχουμε φυσικό φράχτη, ιβίσκους διάφορα πολύχρωμα. Εγινε ένας ωραίος κήπος. Με τα χρόνια παρουσιάστηκαν υγρασίες στο υπόγειο πάρκινγκ, στην οροφή, τις κλείναμε, αλλά ξαναβγαίνανε ώσπου φέτος την άνοιξη να ανοίξουν σε πολλές μεριές με αποτέλεσμα να πλημμυρίσουμε. Ετσι κάναμε γενική συνέλευση για να το λύσουμε..

Ηρθαν διάφορα συνεργεία και έδωσαν προσφορές και ο τότε διαχειριστής, πέταξε τις προσφορές και προώθησε έναν γνωστό του. Εχασε όμως τη διαχείριση απο τη τωρινή διαχειρίστρια, να τη πούμε κα Μαρία, η οποία έφερε δικό της συνεργείο, «αρα αυτή θα μαζέψει τις μίζες» είπε ο πρώην διαχειριστής και έπεσε ξύλο (τον έδειρε ο σύζυγος της κας Μαρίας για δεύτερη φορά φέτος).  Απο τότε ξεκίνησαν τα βάσανα και γίναμε μύλος.Αντί να κάνουν τις εργασίες το καλοκαίρι, που φεύγει ο κόσμος και που θα είχαν άνεση χώρου (γιατί έπρεπε να βγάλουν το χώμα του πίσω κήπου, να σκάψουν, να φτάσουν στη πλάκα και να δούν τι έγινε, αλλά να μη πετάξουν το χώμα γιατί μετά το τέλος της δουλειάς, θα το έβαζαν πίσω) να σωριάσουν το χώμα στη πυλωτή ή στην αυλή μιά που θα έλειπαν τα περισσότερα αυτοκίνητα, δεν το κάνανε γιατί θέλανε να πάνε διακοπές. Ετσι τώρα που άρχισαν τα σχολεία και όλοι είναι στο πάγκο τους, άρχισαν τα σκαψίματα. Οσοι είχαν αγοράσει θέσεις πάρκινγκ στη πυλωτή δεν μπορούσαν να παρκάρουν γιατί εκεί σώριασε το συνεργείο το χώμα που βγάλανε.. και θύμωσαν και άρχισαν οι καταγγελίες.. Επίσης τα οικονομικά όλων μας είναι σε κακή κατάσταση λόγω των περικοπών και δεν μας περισσεύουν να πληρώνουμε  30+ ευρώ το μήνα τον κ Πανάκριβο.

Αλλη γενική συνέλευση η νέα διαχειρίστρια να ωρύεται οτι βάσει συνελεύσεως επελέγει το συνεργείο (που είναι και βαφτισιμιός σου, λέει ο ένας)  και τι να το κάνω το χώμα και που θα το βάλει το χώμα (θα σούλεγα τώρα της λέει άλλος), αντί να δώσει τόπο στην οργή κάθεται και χαλιέται απαντώντας στο κάθε ένα πνευματικά ανάπηρο συγκάτοικο, αρπάζεται και έχουμε καυγά. Επεμβαίνει και ο παπάς που ήταν διαχειριστής παλιά αλλά που τον έδιωξε πυξ λάξ και βγάζει κάτι άπλυτα στη φόρα, οπότε τρώει και το μπερντάκι του απο τον άνδρα της κυρά-Μαρίας, καλείται το 100, έρχονται 2 νέα παιδιά και κάνουν χάζι το γενικό ξεμώραμα.

Αρχισαν τα σκαψίματα πρίν 10 μέρες.. κομπρεσέρ όλες τις ώρες, εκτός 3-5 μμ. να σου φεύγει το κεφάλι. Συνεργείο ανέλαβε τη δουλειά ένας μαύρος (όχι νέγρος, εννοώ κακομοίρης) δουλεύει μόνος του…τι να σου κάνει. «Επίτηδες το κάνετε» φωνάζει η Σουβλίτσα του κάτω ορόφου, στη διαχειρίστριας «για να τρέχουν τα μεροκάματα και οι μίζες και να πληρώνουμε, σκατούλα»! «Που θα μου πάς, την απειλεί ο 6ος, μαύρη θα σου κάνω κάθε μέρα την απλωμένη μπουγάδα σου, όλο χώμα». Η διαχειρίστρια έστειλε εξώδικο σε όλους όσους χρωστάνε κοινόχρηστα απο πέρυσι.. οι διαξιφισμοί συνεχίζονται.. οι αστυνομικοί γελάνε..μας μάθανε πιά..

Ηθελα να ξερα αν παντού σε όλες τις πολυκατοικίες γίνονται τέτοια ευτράπελα ή μόνο εμείς έχουμε το προνόμιο.

Παγαποντιές

Εφυγε η νύφη μου και τα 2 της παιδιά χθές για Κορέα..θα κάνουν πολλές ώρες να φθάσουν και απο εκεί θα τους περιμένει ο Μάρκος μου για άλλο ένα 3 ωρο ταξίδι μέχρι το σπίτι του..κοντά στο ναυπηγείο που δουλεύει. Θα μείνουν 1 μήνα. Με πήραν τηλέφωνο ότι έφθασαν καλά. Τους βλέπω και στο skype.Ξέρουν πιά ότι γράφω στους υπολογιστές, όχι όμως και το μπλόγκ μου. Δεν είμαι η Θεά Λένα γι’ αυτούς αλλά η Γιαγιά. Μπροστά τους γράφω με 2 δάχτυλα αργά και μπερδεύω τα πλήκτρα. Μη ξεμπροσθιασθούμε κιόλας. Συνεχίζω να γράφω στον υπολογιστή της Μ. κάνω τη πάπια και δεν παίρνω δικό μου. Μου τον άφησε, πρίν φύγει διακοπές..εκείνη πήρε μαζί της το κινητό της και ένα τάμπλετ.

Υποσχέθηκα ότι θα ποτίζω τα φυτά τους, θα το αερίζω, θα το σιγυρίσω, θα το προσέχω και μέρες πρίν γυρίσουν, θα το καθαρίσω και θα τους μαγειρέψω. Θα κάνω και τις παγαποντιές μου, αυτό όμως δεν το είπα. Θα ψάξω τα συρτάρια τους. Είναι μία κακή συνήθεια που μου άρεσε απο μικρή. Παρόλλες τις μπούφλες που είχα φάει απο τη μάνα μου και τον Β, συνέχισα να το κάνω, πρόσεχα όμως να γίνεται απαλά σαν τους εξαδάκτυλους χωρίς ίχνη και όταν έλειπαν μακριά για δουλειές. Εψαχνα όχι πολύ συχνά ώστε να μη ξέρουν πότε θα «χτυπήσω» και να θεωρούν ότι μετά τις ξυλιές/συστάσεις έκοψα τη συνήθεια. ΧΑ! Μελέτησα όλες τις ταινίες του 007, έχω διαβάσει σε βίπερ Σιμενόν, Αρσέν Λουπέν, έχω εξασκηθεί σαν τα κλεφτρόνια. Οργανώθηκα. Αγόρασα το πρώτο εργαλείο, μία φωτογραφική μηχανή Πολαρόϊντ   απο τη Γαλλία, με δεσμίδες χαρτιών για την αυτόματη εκτύπωση φωτογραφιών. Ετσι πρίν ψάξω το συρτάρι, το φωτογράφιζα πως ήταν τακτοποιημένο, ώστε να το επαναφέρω όπως φαινόταν στην εκτύπωση. Ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Κανείς ποτέ δεν κατάλαβε τίποτα. 

Μα τι ψάχνεις βρε Λένα μου ; Θέλω να μάθω ποιός γκάστρωσε τη νύφη μου. Τίνος είναι το παιδί που θα κάνει. Και θα τον βρείς καταχωνιασμένο στο συρτάρι  η στη ντουλάπα ; Χαχα! Αστειάκια. Η μικρή μου η νύφη η Α, δεν είναι πολύ εξοικειωμένη με τα κομπιούτερ, γράφει σημειώματα, γράμματα σε συγγενείς με το χέρι. Την έχω δεί να έχει ένα μπλόκ φύλλων απο το οποίο γράφει τα γράμματα, κόβει τα φύλλα και ταχυδρομεί φακέλλους, συχνά τα πάω εγώ στο ταχυδρομείο για να έχω και θελήματα να κάνω όταν περπατάω. Γράφει με στυλό μπίκ, όχι μαρκαδοράκια, τα γράμματα αφήνουν αποτύπωμα στα πίσω φύλλα. Με απαλό μολύβι θα τα ξεπατικώσω και θα βρώ το όνομα του πατέρα του παιδιού. Πές πως το βρήκες, τι θα το κάνεις ; Θα του ζητήσεις το λόγο ; 

Ωχ! πιά και εσείς, αφήστε με να ερευνήσω και αν βρώ κάτι, θα είσθε οι πρώτες που θα το μάθετε..

 

 

From here to Eternity

Κάθομαι σπίτι λόγω ζέστης με φούλ κλιματισμό. Μαγειρεύει η γυναίκα ιμάμ σήμερα, νηστεύουμε κάπως μέχρι της Παναγίας.., το βραδάκι με τη δροσιά θα περπατήσουμε 2 χιλιόμετρα περίπου, θα πάμε για παγωτό και επιστροφή. Κάθε βράδυ περπατάμε, μαζί με όλους τους γείτονες μπροστά στη θάλασσα. Περπατάμε, σταματάμε να χαιρετίσουμε, να πάρει η Αγγελική (η κοπέλα που με προσέχει) αραποσίτι ή φιστίκια ή μαλλί της γριάς..και προχωράμε αργά. Στο ζαχαροπλαστείο βλέπουμε και άλλους γνωστούς, καθώς και πολύ νεολαία που χαίρεται. Μ’ αρέσουν τα νέα παιδιά που είτε ανέμελα είτε πορωμένα στις ιδεολογίες του τώρα ξεχύνονται μπροστά. Χθές ήρθε η Τζένη να φάμε παγωτό. Εκείνη δεν περπατάει, τη φέρνει ο άνδρας της με το αυτοκίνητο (οδηγεί χωρίς δίπλωμα, του το πήραν στα 85 του) και κάθεται μαζί μας. Στέλνουμε την Αγγελική να βολτάρει, της δίνουμε λίγα λεφτά και ραντεβού εδώ σε 1 ώρα. Εχει και εκείνη ανάγκη να ξεσκάσει, να αισθανθεί ελεύθερη.

Λέμε για τις υπερφίαλες προσδοκίες. Του Β κυρίως, του άνδρα μου που πέθανε το Μάρτιο. Επινε απο νέος γιατί είχε μεγάλα σχέδια, σχέδια που έφθαναν τ’ αστέρια, αλλά καθ’οδόν για τη Γή διαλύονταν σαν χαρτοπόλεμος. Ηθελε να σπουδάσει, να γίνει κάποιος με το πτυχίο και την αξία του. Αλλά δεν τράβαγε τα γράμματα, τον τραβούσανε οι κοπέλλες. Επινε ένα ποτήράκι να πάει κάτω το χαμένο όνειρο. Πήγε στο Στρατό, να κάνει καριέρα..όμως απο τη Σχολή Ευελπίδων όλο καυγάδες έκανε, παρορμητικός είχε δείρει και έναν ανώτερό του γιατί…δεν θυμάμαι το λόγο. Εφτασε στο βαθμό του Συνταγματάρχη με το ζόρι βιάζονταν να τον συνταξιοδοτήσουν. Ενα ποτήρι μεγάλο μπάμ και κάτω. Μετά ποτέ δεν τον ξαναπήραν, μπήκε στο μαγαζί του πατέρα του που ήταν ράφτης. Προκοπή μηδέν ομως επειδή ήταν μπήχτης τον βγάζανε έξω στα καρότσια του πεζοδρομίου να προσελκύει πελάτισες. Ο πεθερός μου μεγάλωνε τ’ αγόρια μου, γιατί δούλευα τότε μοδίστρα σε οίκο νυφικών και δεν πρόφταινα. Απο το ζευγάρι κάνει καριέρα όποιος μπορεί να φέρνει λεφτά στην οικογένεια.

Το όνειρο του Β ήταν να κάνει μεγάλη ζωή, να γίνει κάποιος αστέρας του σινεμά, της μπίζνες, στη τηλεόραση αργότερα. Κυνηγούσε τη θεά Τύχη στον ιππόδρομο, στα στοιχήματα, στα βελάκια, όχι όμως στα χαρτιά, ευτυχώς δεν του άρεσαν. Κυνηγούσε γυναίκες πλούσιες, συχνά τις έτρωγε απο τους μνηστήρες τους, το όνειρό του ήταν  να τον ερωτευθεί μία ασχημούλα σαν τη Χριστίνα Ωνάση. Θα έκανε τη τύχη του και εκείνη τη δική της. Δεν τον ερωτεύτηκε όμως. Βάλε άλλο ένα, μπάρμαν.  Αγαπούσε τα παιδιά του πολύ ήταν φίλος τους, ανέμελος, τα πήγαινε στο Ροντέο της Κηφισιάς και τ’ ανέβαζε στη ρόδα, ενώ εκείνα τσίριζαν απο χαρά. Οταν έγιναν έφηβοι αρχίσαν να καυγαδίζουν και τότε τα έδερνε. Ο Μάρκος μου τον μίσησε για το ξύλο, του άρπαξε μιά φορά τη βέργα και τον έκανε μαύρο. Σούρνωντας πήγε στο καπηλειό, όρθιος τα κοπάνησε, πόναγε το πετσί του δεν καθόταν στα σκαμνιά του μπάρ. Να δέρνονται γιοί και πατέρας, φρίκη. Εκλεινα τα μάτια και τ’ αυτιά μου και δούλευα περισσότερο. Απεταξάμην των ευθυνών μου. Αποτάσσομαι.

Θυμάμαι τα όνειρά του που δεν έγιναν. Θυμάμαι και αυτά που έγιναν. Τον αγαπούσα παρά τα ελαττώματά του.