Τις άϋπνες νύχτες

Ξενυχτώ.

Δεν έχει νόημα να βάζω όρια, κανόνες, πρέπει. Δεν κοιμάμαι γιατί θέλω να ξαγρυπνώ. Δεν είναι ο Β δίπλα μου, ώστε να μην ανάβω το φώς. Ακόμα κι αν έφυγες για το γύρο του κόσμου θα σαι πάντα δικός μου, αλλά ακόμη δεν θα είμαστε μαζί. Και θα μου λείπεις γιατί θα είσαι μέσα στη ψυχή μου, το τραγούδι της ερήμου που θα με ακολουθεί.

Ασχημο πράγμα η μοναξιά τη νύχτα με πανσέληνο ή και χωρίς πανσέληνο

 

 

Γαιδουριές

 Είπα να περάσουν οι γιορτές για να βάλω μία σκέψη στο πανί. Τριβέλιζε το μυαλό μου και γινηκε αιτία 2 φορές να μου χαλάσει η βασιλόπιττα. Γιατί όταν είμαι αλλού βάζω τις ποσότητες κουτουρού και το αποτέλεσμα, πάει στα σκουπίδια. Και μετά στέλνω πάλι τον Β στο σουπερμάρκετ για νέα υλικά. Και δικαίως δυσανασχετεί. Αυτή τη φορά όμως είμαστε και οι δυο θυμωμένοι. Και εγώ μεν τα γράφω στο χαρτί και βρίσκω τις σκέψεις-απόψεις-συμβουλές σας βοήθεια και σανίδα της δικιάς μου σωτηρίας, ο Β όμως είναι αψής, παρόλλο που γέρασε το αντράκι δεν έφυγε ποτέ απο πάνω του, αυτός δεν ήταν ποτέ τζάμπα-μάγκας, μία απο τις πολλές του χάρες. Παραμονές νέου χρόνου και είμαστε τσακωμένοι. Πάλι. Τιποτα καινούργιο για μας, ε;

Ο Μ και η Α έφυγαν για να κάνουν Χριστούγεννα μακριά απο όλους. Δεν είχαν κλείσει εισιτήρια να πάνε ένα ωραίο ταξείδι εκτός Αθηνών όπως τόσοι και τόσοι, όχι, το αποφάσισαν αφού ο Πέτρος τους κάλεσε να φάμε όλοι μαζί στο νέο του σπιτικό. Πρώτα Χριστούγεννα όλοι μαζί κάτω απο την ίδια στέγη. Στη πρόσκλησή του του είπαν «θα έρθουμε ΑΝ ΔΕΝ ΠΡΟΚΥΨΕΙ ΚΑΤΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ» και 2 μέρες πρίν, του είπαν ότι δεν θα έρθουν τελικά θα πάνε στο εξοχικό κάτι φίλων τους που έχουν περισσευούμενο δωμάτιο. Και το θέμα δεν ήταν δυνατόν να αποσιωπηθεί γιατί το ανακοίνωσαν σε όλη την οικογένεια, όταν είχαμε μαζευτεί να παίξουμε χαρτάκια για το καλό!!.

Και νάταν μόνο αυτό! Ούτε στην επέτειο 50+80 ήτανε, «σιγά τώρα μη γιορτάζουμε τη γιαγιά!. Αντί να πεθάνει η κωλό-γρια στην εγχείρηση και να μας ξεφορτώνεται θέλει δώρα και πάρτυ!». (Αυτά μας τα εκμυστηρεύτηκαν τα εγγόνια, ότι τα έλεγαν η Α και η φίλη της στα ιδιαίτερα, ψιθυριστά, όπως και κάτι άλλα κακκίες για τ’ αδελφια μου, όλα αθροίζονταν στο ότι υπάρχει μακροζωϊα στην οικογένεια μας, δυστυχώς κατά την άποψή της)! 

Λοιπόν ..πειράχτηκα! Αν ο στόχος ήταν να με πικάρουν..το πέτυχαν! Ο Β όμως δεν πειράχτηκε, αφηνίασε. Περίμενε τον Μ να γυρίσει απο τας εξοχάς και του έκανε καυγά. Και γύρισε νευριασμένος σπίτι να μου πεί ότι ο κύριος λόγος που φύγανε τα κωλόπαιδα ήταν «οι επιχειρήσεις»..Ακουσον άκουσον! Γιατί οι γκαρδιακοί φίλοι που για χάρη τους «άδειασαν» τους αγαπημένους τους είναι πεπειραμένοι έμποροι και «χρειάζονται τα φώτα τους για να τρέξουν την νέα τους επιχείριση με επιτυχία»!!!!!!!!!!!!!

Ευχές

Καλά Χριστούγεννα εύχομαι σε όλους σας

Να βιαστείτε με τα ψώνια σας, αφήστε τους κατήγορους του καταναλωτισμού να σας κουνάνε το δάχτυλο, πρώτοι-πρώτοι εκείνοι ψωνίζουν τα περισσότερα. Αγοράστε όσα ονειρεύεστε ή θέλουν τα παιδιά σας, τους το οφείλετε για να συνεχίσουν να πιστεύουν στα θαύματα. Και σε εσάς, βεβαίως. Δεν υπάρχει ωραιότερο θέαμα απο τα χαρούμενα μάτια των μικρών που βλέπουν να ξετυλίγονται τα όνειρά τους μέσα απο τις κορδέλλες!

Ετοιμάστε κάτι ιδιαίτερο για το τραπέζι σας, τις μέρες αυτές όλα επιτρέπονται, τις δίαιτες και τους γιατρούς κλειδώστε τους σε συρτάρια. Ακόμη και έτοιμο να είναι το μενού, πάλι θα δώσει μία χροιά γιορτής στους φίλους σας. Γελάστε, αφεθείτε, χορέψτε, ξεκουμπώστε και τα κουμπιά του παντελονιού σας – κανένας δεν θα προσβληθεί, ίσα-ίσα η οικοδέσποινα θα αισθανθεί ανταμοιβή για τους κόπους της. Πιείτε μετά σνάπς για να χωνέψετε, κάνουν καλό γιατί όπου νάναι θα ξαναφάτε!

Παίξτε! Με τα πιτσιρίκια, με τους μεγάλους, το τραινάκι του παιδιού στο πάτωμα, στο allou η μεγάλη ρόδα συνεπαίρνει, το Χριστουγεννιάτικο χωριό στην Αθήνα ανταμείβει σε υπερθέαμα, κάντε και λίγο πατινάζ, ακόμη κι αν πέσετε, τουλάχιστον δοκιμάσατε!. Οταν φύγει το παιδί απο μέσα μας, είμαστε έτοιμοι για τη κάσα!.

Κάντε μία ευχή στο πεφταστέρι, πείτε την ψιθυριστά και μετά σφραγίστε την. Είναι τα δικά σας όνειρα για τη Νέα χρονιά.

Μη

«Μη το πουλήσεις το μερίδιό σου μαμά απο το μαγαζί, είναι ένα ακόμη έσοδο για την οικογένειά μου, τι θα κάνω χωρίς αυτό;» λέει ο Μάρκος

«Μή το πουλήσεις το μερίδιό σας μπαμπά απο το μαγαζί, μ’ αρέσει να πουλάω ρούχα, να βλέπω πελάτες, να απασχολούμαι και με κάτι άλλο και να αμείβομαι φυσικά για τους κόπους μου» λέει ο Μάρκος

«Μη το δώσετε το μερίδιό σας μητέρα σε κανέναν τρίτο, το είπα στους συγγενείς και φίλους μου, μήπως το πάρουν φθηνά απο εσάς’ λέει η Α.    

«Μη ψάχνετε για άλλους αγοραστές μητέρα, αν το κάνατε δωρεά στα εγγόνια, θα το δουλέψουμε μαζί με τον Μάρκο και τα παιδιά θα έχουν μία στρωμένη δουλειά όταν μεγαλώσουν, αν τη θέλουν, λέει η Α.

«Μη τρελλαθούμε όλοι ομαδικά» λέω εγώ!

Αχ Σωτήρ’ μου, Σωτήρ’ μου

Τη Δευτέρα μετά το γυμναστήριο αισθανόμουνα σαν ένα σακκί με κόκκαλα. Απόρησα κιόλας γιατί με πονούσαν και εκείνα που δεν ήξερα ότι υπήρχαν. Τρίτη και Τετάρτη που είχε λασπερό καιρό, λέω θα κάτσω μέσα μην αρπάξω υγρασία. Μέσα κάθισα, γυμναστική όμως έκανα. Νέο βιολί, οι σκάλες. Πώς της ήρθε της Μ να πάμε λέει στην αποθήκη να βρεί τα στολίδια του Χριστουγεννιάτικου δένδρου που απο τη μετακόμιση της λείπανε. Ο μήνας έχει 14 Νοεμβρίου, καρδούλα μου της λέω, έχουμε καιρό. Οχι, τωρα να πάμε. Κατεβήκαμε απο το ασανσέρ τους 3 ορόφους, βρήκε τα πράγματά της και μετά λέει το φοβερό «αντε μητέρα απο τις σκάλες» .

Σας έχει τύχει να χάνετε τα λόγια σας τη πιο ακατάλληλη στιγμή και να λέτε ανοησίες και οι άλλοι να σας κυττάνε περίεργα και να κρυφογελούν. Ανοιγόκλεινα το στόμα μου σαν φρεσκοπιασμένος ροφός προσπαθώντας ν’ αντλήσω δικαιολογητικά και αποτύγχανα. «Αντε, άντε πάμε» και ανεβήκαμε τους 4 ορόφους. Μέχρι να φτάσω επάνω έφυγε η ψυχή μου.

Στο σπίτι της Μ ήταν όλα διαφορετικά. Επιασα να τους φτιάξω ψαρόσουπα, εκείνη έτρεχε σε δουλειές της, έπαιξα και με το κομπιούτερ, έκανα και τις βόλτες μου. Πήρα και τα τηλέφωνά μου, είδα και τηλεόραση. Το μεσημέρι όμως που γύρισε με ξανα-ανέβασε απο τις σκάλες μέχρι το σπίτι μου, 3 πατώματα πάνω. Σαν τους ραφτάδες, μου έκοψε κοστούμι: Τις καλές μέρες γυμναστήριο, τις κακές μέρες σκάλες πολυκατοικίας.. πούφ, πούφ..κοντεύω να σκάσω..

Το βράδυ είχα τσάι κάτι φίλους μας, έφτιαξα γλυκά, πήραμε και μερικά αλμυρά. Να πώ όλα καλά;

(Αφιερώνω το άρθρο στον μπλογκο-φίλο Σωτήρη)

Το φτηνό φαϊ

ούε οι σκύλοι δεν το τρώνε. Πήρε η νύφη μου κάτι ρούχα απο τους Κινέζους και σκίστηκαν αμέσως. Σήμερα μου τα έφερε για μαντάρισμα, να περισσώσω ότι μπορώ. Δύο παντελόνες απο ύφασμα λεπτό σαν χαρτί, ούτε η βελόνα δεν το πιάνει. Μπαλώνεις δεξιά και σκίζεται αριστερά. Πολύ χαμηλή η ποιότητά τους. Κοροίδεύουν τον κόσμο που βλέπει φτήνια και ορμάει νομίζοντας ότι κάνουν οικονομία.

Απο την άλλη τα καλά ρούχα κοστίζουν πολλά και ο κόσμος δεν μπορεί να τα πληρώνει. Αυτοί που μπορούν δεν έχουν γραμμάτια, παιδιά, υποχρεώσεις. Ζούν με τους γονείς τους και κάνουν και τους άνετους. Οι υπόλοιποι κάνουν ότι μπορούν. Παίρνουν μερικά καλά κομμάτια γιατί στην Ελλάδα η φίρμα μετράει και τα ανακατεύουν μεταξύ τους.

Δύο μέρες το πιλατεύω το κινέζικο ρούχο. Δεν στέκεται με τίποτα, λές και δεν θέλει να αλλάξει σε κάτι άλλο απο αυτό που είναι. Κουρέλι. Στη νύφη μου δεν θα πώ τίποτα. Ισως να το καταλάβει απο μόνη της.