Απο καρδιάς

 Μιά Δευτέρα μπήκα στο Ωνάσειο για εγχείρηση καρδιάς, θα μου βάζανε bypass για να μπορώ να συνεχίσω να ζώ χωρίς δύσπνοια και φόβο ότι «ώς εδώ». Την αγωνία μου πρίν, την έχω γράψει, μιλήσει, πεί, βιώσει. Ομως χρειαζόταν να γίνει. Η ημερομηνία ορίσθηκε, το ραντεβού επίσης. Ετσι ξεκίνησα.

Η εισαγωγή μου στο Νοσοκομείο κάλυψε 3 αυτοκίνητα. Οχι δεν πήγα με ασθενοφόρο, γιατί τότε θα ήταν μόνο ένα, απλώς όλη η οικογένεια μπήκε στα αυτοκίνητα και με συνόδεψε πανηγυρικά. Ενώ ο άντρας μου κανόνιζε την εισαγωγή μου, σε χαρτιά, ασφάλειες και παραπεμτικά, όλο το σόϊ περίμενε υπομονετικά, άλλοι καθιστοί, άλλοι όρθιοι όλοι όμως κρατώντας απο ένα μπόγο. Σαν τους τσιγγάνους που πάνε με όλα τους τα υπάρχοντα εδώ και εκεί, έτσι κι εμείς. Κατ’ αρχήν ήταν η ασθενής, δηλαδή εγώ, που είχα στα χέρια τη τσάντα μου και το νεσεσέρ μου. Οι δυό μου νύφες είχαν απο μία πελώρια σακκούλα με ότι μπορούσε να φανταστεί κανείς για είδη πρώτης ανάγκης, περιοδικά, walkman, μπαταρίες άπειρες, κινητό και φορτιστή, τσίκλες, σοκολάτες, φυστίκια (αυτά μου τα πέταξε απο το παράθυρο η νοσοκόμα), την ατζέντα των τηλεφώνων μου, σφουγγάρια, σαμπουάν, ενα κάρρο πράγματα που οι γυναίκες σκέφτονται.  Οι δυό μου γιοί, κουβάλαγαν μία μεγάλη βαλίτσα γεμάτη ο ένας και ένα σακ βουαγιάζ άδειο (για τα άπλυτα) ο άλλος. Τα δύο μου εγγόνια πήγαιναν μπροστά και ενημέρωναν όποιον κύτταζε απορημένα ότι «σήμερα μπαίνει η γιαγιά στο νοσοκομείο να της αλλάξουν καρδιά». Το καρπούζι με το μαχαίρι και μία ροκάνα έλειπαν απο το σκηνικό.

Κάποια στιγμή μπήκαμε στο δωμάτιο που είχε μαζί άλλη μία κυρία, με σωληνάκι, καθόλου δεν μίλαγε παρόλλη τη φασαρία της τοποθέτησης που κάναμε. Κάτσανε μετά τα παιδιά λίγο μαζί μου και μετά τα ξαπέστειλλα. Χώθηκα στο κρεββάτι και άνοιξα την τηλεόραση, είχε και ακουστικά παρακαλώ για να μην ενοχλώ τους δίπλα.  Την επομένη ήρθε μία νοσοκόμα και μου έδωσε ένα ταγάρι όπου μέσα είχε διάφορα πράγματα, να μετράω μόνη μου την πίεση δεν θυμάμαι για τι ήταν αυτό, είδα τους γιατρούς, έκανα πάλι κάποια τέστς  και την Τετάρτη εγχειρίστηκα. Κατά τη διάρκεια της εγχείρησης δεν θυμάμαι τίποτα. Μου είπαν όμως ότι έκατσα στην εντατική μία ολόκληρη μέρα. Θυμάμαι μόνο ότι ξύπνησα με ένα στόμα σαν τσαρούχι. Και δυσκαμψία. Ημουνα φασκιωμένη απο το λαιμό και κάτω. Και πονούσα. Ούτε τα χέρια μου δεν μπορούσα να σηκώσω. Απελπισία μαύρη με έπιασε. Οι γιατροί όμως χαμογελούσαν το ίδιο και τα παιδιά μου.

Στις μέρες που ακολούθησαν, σταδιακά με σήκωσαν παρόλλο που αισθανόμουνα τα πόδια μου σαν μολύβι, μου κάναν κάποιες αλλαγές, είδα και τη τομή, ελπίζω να θρέψει τέτοιο σφάξιμο δεν το περίμενα, οι περιγραφές με τρόμαξαν, απο ότι μου είπαν έσπασαν όλο το στέρνο για να βάλουν 3 by pass.  Σακκουλάκια με αίμα που έσταζε έβλεπα και πόνο, με τραβούσε όλο το στήθος μου απο παντού.. Ηταν και κάποιες δύσκολες νύχτες που άρχισα να βήχω και τρέχανε. Δεν θυμάμαι  τι ακριβώς μου δίναμε, με τάιζαν συνεχώς, δεν παραπονιέμαι το φαγητό ήταν πολύ καλό, όμως  όλο μου το είναι ήταν εστιασμένο στο μέσα μου. Το αριστερό μου χέρι σαν παράλυτο, φοβήθηκα, όμως τελικά άρχισε να λειτουργεί.

Και ναι! είχα άπειρη συμπαράσταση απο όλους, οι γιοί μου ερχόντουσαν τα απογεύματα να με δούν, τι γλυκά που είναι τα αγόρια, όλο φιλιά και αγκαλιές. Οι νύφες μου κυνήγαγανε τις νοσοκόμες να με περιποιούνται, με βοήθησαν αργότερα να πηγαίνω και στο μπάνιο μόνη μου γιατί τους καθετήρες δεν τους θέλω. Με λούσανε, με πλύνανε, μου βάλανε κολώνιες. Μου φέρανε και ένα λάπτοπ σε κάποια φάση αν και η νοσοκόμα στραβομουτσούνιασε.

Και γύρισα σπίτι με οδηγίες του ενός μέτρου. Η αναχώρηση ήταν σαν την άφιξη. Ενα τσούρμο τσιγγάνοι, διέλυσαν την κατασκευή, φορτώθηκαν τους μπόγους και φύγανε. Το μόνο διαφορετικό ήταν ότι δεν με διαλαλούσαν. Τα εγγόνια ήταν στο σχολείο. Θετικό κι αυτό.

Τώρα δεν πονάω τόσο, υπάρχει μία δυσκαμψία στα χέρια, δεν μπορώ να σκύβω, να σηκώνω βάρη, να οδηγώ, να κάθομαι μπροστά στο φούρνο να με παίρνει η ζέστη. Μου πήρανε μία Μολδαβή γυναίκα να με φροντίζει. Καμμία σχέση με την προηγούμενη, είναι μία πολύ καλή και σοβαρή κοπέλλα γύρω στα 40 που έχει ξαναδουλέψει με εγχειρισμένη κυρία. Λίγο-λίγο θα χρειαστεί να περπατάω κάθε μέρα ή και να αρχίσω να ανεβαίνω σκάλες. Για γυμναστική. Χρειάζεται να το χωνέψω αυτό ότι τώρα στα γεράματα θα ανεβοκατεβαίνω σκάλες. Και να τρώω αυτά που λέει ο γιατρός τουλάχιστον τον πρώτο καιρό. Μετά βλέπουμε. Τα διουρητικά θα τα παίρνω όμως εφ’ όρου ζωής. Θα χρειαστεί να συνηθίσω να τρέχω για πιπί κάθε τόσο. Πολλά τα δύσκολα.

Κάθε τρείς περίπου μέρες θα πηγαίνω στο γιατρό για αλλαγή, μέχρι να κλείσει η πληγή εντελώς και μετά θα βάζω τις γάζεις μόνη μου. Τα έχω λίγο χαμένα. Για μία στιγμή είχα πιστέψει ότι θα κοιμηθώ μιά και καλή στη νάρκωση, όπως η φίλη μου η Τζένη πρίν λίγους μήνες. Βέβαια εκείνη είχε ζάχαρο, εγώ δεν έχω. Ο θάνατός της όμως με συγκλόνισε. Πίστεψα ότι και εγώ θα γνώριζα τον αδελφό του ύπνου.

Απατήθηκα.

Καλώς σας βρήκα