Ολα του γάμου δύσκολα 2

Βλέπω, ακούω και δεν μιλώ. Απέναντί μου μένουν άνθρωποι, στην απέναντι πολυκατοικία στο ίδιο ύψος με τον δικό μας όροφο. Μας χωρίζει ένας στενός δρόμος. Αντρόγυνο με 2 παιδιά του Γυμνασίου. Βλέπω τη γυναίκα τα απογεύματα και τα σαββατοκύριακα.
Παχιά σαν και εμένα, ξεμαλλιασμένη, με κάτι φαρδιές γκελεμπίες και μουτρωμένη μονίμως. Ο σύζυγος ψηλός, ξερακιανός, γυαλάκιας με τη πίπα στο στόμα, μεσα κυρίως στο σπίτι. Κάθε απόγευμα μαλώνουν. Μαλώνουν τα παιδιά μεταξύ τους, το αγόρι στο Γυμνάσιο είναι, το κορίτσι στο Δημοτικό. Δέρνονται, χωρίζουν και ξαναδέρνονται. Συχνά τα πρωίνά ακούω τη μητέρα τους να τα βρίζει, “μαλάκα” ξεφωνίζει στο αγόρι, “που μου θές και ταξί για να πάς στο σχολείο σου, επειδή έχω γρίπη, να πάρεις το λεωφορείο ανεπρόκοπε, γάϊδαρε, που έχεις την απαίτηση να σηκωθώ να σε πάω…” άλλη φορά λέει “καργιόλα (στη κόρη της), τα πέταξες όλα κάτω και περιμένεις απο τη μάνα σου να σε ξεβρωμίσει..ζώο, χαϊβάνι, μαλάκω…”. Τις αργίες τσακώνεται με τον άνδρα της “αμάν η πίπα, βρωμάς ” και της λέει “σαν φάλαινα έχεις γίνει, χάσε κανένα δράμι”.
Απο τον Σεπτέμβριο όμως δεν μαλώνουν τόσο πιά.. ήσυχα φεύγουν τα παιδιά το πρωϊ, και εκείνη σαν πιο αδύνατη να είναι απο πέρυσι. Στις 9.00 έρχεται μία Φιλιπινέζα, κάθε πρώϊ έρχεται. Καθαρίζει, και το μεσημεράκι σιδερώνει.. ..Τις Δευτέρες και Τετάρτες..κατά τις 3.30 εμφανίζεται ο σύζυγος, μαζί με τη πίπα του..που τη πέφτει στη κοπέλλα. Χαίρεται εκείνη που τον βλέπει, πηδάει στην αγκαλιά του και μετά..δεν τους βλέπω γιατί πάνε μέσα.. Ακούω όμως τους αναστεναγμούς και την έκσταση. Μετά η κοπέλλα ντύνεται και φεύγει.
Το ζευγάρι σταμάτησε να μαλώνει. Η γυναίκα δεν βρίζει τα παιδιά, τα αγκαλιάζει και τα χαϊδεύει. Ο άνδρας της όμως χαϊδεύει και την άλλη. Αυτό αντί να σπάσει το ζευγάρι, το βοηθάει να ξεπεράσουν τα προβλήματά τους. Παράξενο δεν είναι;

Ολα του γάμου δύσκολα

Ξανάπιασε το κρύο και βάζω το κεφάλι μέσα. Σπίτι, μαγείρεμα, εικονικός κόσμος. Πορευόμαστε εμείς οι ηλικιωμένοι σαν φαντάσματα. Αμα αρρωστήσουμε μας προσέχουν, άμα είμαστε καλά κυττάνε το δικό τους κόσμο..σαν φαντάσματα πορευόμαστε..βλέπουμε, ακούμε και δεν μιλούμε. Τέσσερα ζευγάρια γυρίζουν γύρω μας..τεσσερις μικρόκοσμοι. Της ευρύτερης οικογένειας.
Συχνά ακούμε το σύζυγο της διπλανής οικογένειας (ας τη λέω 1 για συντομία) να φωνάζει και να βρίζει. Τοίχοι απο χαρτί, καμμία ηχομόνωση. Η κουζίνα μου είναι δίπλα με δωμάτιό τους, μάλλον γραφείο. Κάτι με το κομπιούτερ κάνει, κάθεται αργά τις νύχτες. Ολα του φταίνε, κυρίως δε οι άλλοι. Ακόμη και το Ιντερνέτ “να πέσει” αρχίζει τα τηλέφωνα και μέσα στη μαύρη νύχτα και βρίζει όλο το κόσμο. Τσακώνεται με τη γυναίκα του σε καθημερινή βάση. Της μπαίνει για το οτιδήποτε, για πράγματα που δεν τα κατέχει, λέει βλακείες και τη στενοχωρεί. Την ακούω να κλαίει, στο μπάνιο. Δεν έχουν παιδιά, ευτυχώς. Αρνείται εκείνη να κάνει. Παίρνει αντισυλληπτικά. Τα λέει και στις φίλες της, στο τηλέφωνο το απόγευμα που γυρίζει απο το γραφείο ή τα Σάββατα που εκείνος κοιμάται ώς αργά. “Να τρώω εγώ τη κακκία του, τα παιδιά δεν φταίνε σε τίποτα”. Τα βράδυα της κάνει σέξ με το ζόρι, συνήθως εκείνη δεν μπορεί, δεν κάνει. Πώς να θέλει και έρωτα η γυναίκα που τη βρίζει νυχθημερόν; Γιατί δεν χωρίζει; Τι τον θέλει τον γάϊδαρο; Αβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.
Μας προβληματίζει η γειτνίαση, άθελά μας ακούμε τη σκαιά πραγματικότητα αυτών των γειτόνων, που αγόρασαν το διαμέρισμα δίπλα πέρυσι. Εξω που κυκλοφορούν είναι μία χαρά ζευγάρι, να τους χαίρεσαι, χαρούμενοι, ευχάριστοι..μέσα όμως, μόνο εμείς ακούμε τι γίνεται. Δύο κόσμοι σφιχταγκαλιασμένοι που εφάπτονται μόνο για τα μάτια του κόσμου. Ο Β τους καταλαβαίνει πιο πολύ απο μένα, θές η πείρα στο Στρατό, θές η οξυδέρκειά του. Λέει για το σύζυγο 1 ότι είναι τυπικό παράδεισμα μη αναγνωρισμένης μεγαλοφυίας. Θέλει να τον προσκυνούν, επαινούν, αναγνωρίζουν ως σωτήρα. Αυτό σπάνια γίνεται σε ένα γραφείο, ακόμη και οι πιο ικανοί μάνατζερς όλο και κάποιο κάλο θα έχουν απο πάνω τους να τους τρέχει. Ετσι έχοντας φουσκώσει απ’ οτι περνάει στη δουλειά του (που μπορεί να είναι μία εξαιρετική δουλειά για κάποιον άλλο ίσως που δεν έχει τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του) παίρνει τα νεύρα του και γυρίζει σπίτι. Εκεί είναι η γυναίκα του που μπορεί και εκείνη να θέλει να μιλήσει για τα θέματα του δικού της γραφείου. Και αντί να κάτσουν να ακούσουν με αγάπη ο ένας τον άλλο, αρχίζουν και μαλώνουν. Λένε
“Πώς είσαι έτσι; Τι μαλλιά πατσαβούρα είναι αυτά; Θα τους τρομάξεις στο γραφείο”! (Η γυναίκα αντιμιλά με κάτι χειρότερο και αρπάζονται).
“Αμάν πιά με τα ρούχα σου, όπου νάναι τα σπέρνεις..σαν να βρίσκεσαι στης μάνας σου..υπηρέτρια θέλεις να σε μαζεύει” (Ο άντρας αντιμιλά με κάτι χειρότερο και αρπάζονται).
“Κρυόπιαστη και κρυόκωλη έχεις γίνει, πότε το ένα, πότε το άλλο, αν το άφηνα σε σένα..θα πρεπε να πήγαινα στις πουτ.. για να ξεδίνω” Εδώ γίνεται μετά της κακομοίρας, ουρλιάζει οργισμένη η γυναίκα, το τι του σούρνει δεν λέγεται. Χτυπάνε πόρτες..ο καθένας τρυπώνει σε ένα δωμάτιο.

Σαν παιδιά κάνουν. Εχουν ξεχάσει ότι πέρα απο αντρόγυνο είναι σύντροφοι. Ο Β λέει ότι δεν το ξέχασαν, απλά ποτέ δεν το έμαθαν. Και ευτυχώς που δεν κάνουν παιδιά. Κάποια στιγμή θα σκάσουν και ο γάμος θα διαλυθεί. Με μεγάλο κόστος και πόνο. Για απλά πράγματα που όμως είναι και τόσο δύσκολα. Το να αισθάνεσαι σύντροφος και να είσαι.

Κυριακάτικες ανταύγειες

Σήμερα το πρωϊ με πήρε ο Β αγκαζέ και πήγαμε βόλτα με το κρύο. “Μα που πάτε μητέρα, καθίστε στη ζέστη μην αρπάξετε καμμιά πούντα”, λέει η Α. Υπάρχει κίνδυνος να κρυώσω, ξέρω..όμως το Γενάρη οι ουρανοί έχουν ένα όμορφο λευκό φώς που λαμπυρίζει πάνω στη ανταρεμένη θάλασσα. Μόνο το Γενάρη βλέπεις αυτή την λευκή ανταύγεια..και πόσο μάλλον αυτή τη Κυριακή που όλοι έχουν χωθεί μέσα μήπως και τους φάει..η παγωνιά! Ψυχή στους δρόμους σήμερα το πρωϊ στις 09.00, κάτι βιαστικά γεροντάκια μόνο τρέχανε πρός το περίπτερο, να πάρουν τις εφημερίδες της εβδομάδας.
Παλιά το κάναμε και εμείς αυτό, να παίρνουμε 3-4 εφημερίδες τις Κυριακές και να τις διαβάζουμε όλη την εβδομάδα..και να γελάμε με το τρόπο που παρουσίαζε η καθε μιά την ίδια είδηση, διαφορετικά ανάλογα με τη πολιτική της πνοή..για μία καραμπόλα στην Ε. Ο, οι ακροδεξιές εφημερίδες κατακεραύνωναν τους αμαθείς οδηγούς και οι αριστερές τους κεφαλαιοκράτες καπιταλιστές που αντί να φτιάχνουν δρόμους, τσεπώνουν τα λεφτά! Αγοράσαμε και εμείς απο ένα ταγάρι εφημερίδες και περιοδικά, τα αφήσαμε όμως εκεί να τα πάρουμε στο γυρισμό, φόρεσα το κασκώλ μου στο κεφάλι-λαιμό, τυλίχθηκα, έβαλα και γάντια, ο Β, σκούφο και τραβήξαμε για μία ωραία βολτούλα, να πιάσουμε το γεναριάτικο φώς.
Ψυχή στους δρόμους μόνο κάποιοι άφοβοι σαν και εμάς πορεύονταν..στην αμμουδιά.. Γιατί εκεί καταλήξαμε. Να περπατάμε δίπλα στο αφρισμένο κύμα και να καθρεφτιζόμαστε στο φώς. Και άστους να πιστεύουν ότι πήγαμε στην εκκλησία. Απλό σκασιαρχείο.
Το καλύτερο.

Γυρίσαμε πίσω. Η Βάσω, μας είχε ετοιμάσει καυτή φασολάδα. Την ευχή μου να έχεις κόρη μου. Ολα τα καλά του θεού να σου τύχουν.

Απώλειες

“Χειμώνιασε το κρύο μας περόνιασε” βελάζαμε σαν τα αρνάκια στο Δημοτικό. Δεν κρυώναμε τόσο, θυμάμαι. Και δεν είχαμε καλοριφέρ, μία μεγάλη σόμπα είχαν οι γονείς μου σε κεντρικό σημείο του σπιτιού και μετά άλλες μικρές στα δωμάτια. Οσο όμως αυξάνεται η τεχνολογία τόσο κρυώνουμε.. Η καλομάθαμε στη ζεστούλα και με το παραμικρό τουρτουρίζουμε.
Χειμώνιασε επιτέλους ήρθε ο καιρός να κάτσω λίγο μέσα, να συμμαζεφτώ, να κόψω τις βόλτες, να πιάσω λίγο το πλέξιμο, να κάνω αχλάδια κομπόστα και μαρμελάδα πορτοκάλι.
Τα Χριστούγεννα φέτος περασαν σαν όνειρο. Χωρίς καυγάδες και μεγάλες έχθρες, ούτε που τα θυμάμαι όλα. Κακό που δεν μαλώσαμε, θα είχαμε και κάτι να λέμε για να γελάμε τους υστερους μήνες. Ο καθένας φέτος κράτησε τη γλώσσα του, τη κόλλησε στον ουρανίσκο με ψαρόκολλα.
Γύρισε και η Βάσω απο το νησάκι της, άνοιξε πάλι το σπίτι μας. Καλό κορίτσι, μακάρι να βρεί μιά καλή τύχη γιατί προκοπή απο τον πρώτο της άνδρα δεν είδε ακόμη, αυτός χαμπάρι δεν παίρνει για τίποτα. Τόσο ξύλο έφαγε απο “κάποιους” δεν χαλαλίσθηκε..πέρα βρέχει. Γομάρι.
Απο τα Χριστούγεννα και ύστερα έχουμε πάει με τον Β σε 2 κηδείες φίλων μας. Ο ένας πέθανε, ο άλλος έχασε τη γυναίκα του. Είναι τρομερό να πεθαίνουν οι φίλοι σου οι άνθρωποι που μοιράστηκες είτε στιγμές της επαγγελματικής σου ζωής, είτε χαρούμενες ώρες όταν είχε σχόλη. Ο Β καταστενοχωρέθηκε που έχασε το φίλο του, ήταν μαζί απο τα πρώτα χρόνια στο Στρατό..δίπλα-δίπλα στο ίδιο όπλο. Και η γυναίκα του άλλου που πέθανε..ήταν μάλλον απο κούραση, στενοχώρια, ο άνδρας της είχε άνοια, δεν καταλάβαινε τίποτα πιά, τον είχε δεί λίγο-λίγο να χώνεται στους κρυμμενους κόσμους του Αλζχάιμερ, να γίνεται ραμολιμέντο που λέγαμε παλιά. Δεν είναι εύκολη αυτή η εξελιξη ενός γάμου, ειδικά στα γεράματα που θές να ξαποστάσεις και να περνάς γλυκά.
Και οι δύο φίλοι έφυγαν και οι σύντροφοί τους μείνανε πίσω, να μαζέψουν τα κομμάτια. Η μοναξιά της τρίτης ηλικίας είναι ένας βασανιστικός θάνατος. Σε τρώει λίγο-λίγο. Κανείς νέος δεν το καταλαβαίνει αυτό, έχει λένε τα παιδιά της, τα εγγόνια της, τα αδέλφια της..ποιά μοναξιά. Λές και οι συγγενείς έχουν την όρεξη του παπού που χήρεψε, της γιαγιάς που έχασε το στήριγμά της. Δεν αντικακαθίσταται ο χαμένος σύντροφος. Τουλάχιστον στην αρχή.
Υπάρχουν και οι εξαιρέσεις που μετά το πένθος..πάει ο μπάρμπας στο κοντινώτερο μπάρ να ξεδίνει και να παίρνει μάτι και τις στριπτιζούδες / τις τραγουδίστριες. Μερικοί τον έχουν μέσα τους τον ποδόγυρο. Αμεσα τα φτιάχνουν με μιά αλλοδαπή. Εκείνες πάνε για τα λεφτά, τη σιγουριά, τη πράσινη κάρτα (άμα τις παντρευτεί), εκείνοι πάνε για λίγη παρέα. Δύο κόσμοι σφιχταγκαλιασμένοι.
Αλλοι όμως δεν φτιάχνουν νέες σχέσεις, μένουν εκεί με τις χίμαιρες και τις φιγούρες των φαντασμάτων.

Απώλειες όπως και να το πάρεις

Sibyl

Πρίν απο πολλά χρόνια, είχε βγεί ένα βιβλίο για τη ζωή της Σίμπιλ, μιάς γυναίκας με πολλές προσωπικότητες. Αργότερα έγινε και ταινία. Το βιβλίο το είχα διαβάσει στα γαλλικά..εκδόσεις τύπου άρλεκιν, ήταν ωραίο και με προβλημάτισε. Πώς δηλαδή έχει κάποιος πολλούς εαυτούς, σήμερα θα είμαι ο Γιώργος, αύριο η Πηνελόπη; Στη πορεία της ζωής έμαθα ότι όλοι μας έχουμε και μία Sibyl μέσα μας, οι μάσκες της καθημερινότητας, ακόμη και της κάθε αναγκαιότητες σωστά τοποθετημένες επάνω μας, γίνονται δεύτερο-τρίτο-τέταρτο δέρμα. Τις καλύτερες μάσκες τις φοράμε με τους συντρόφους μας, την οικογένειά μας, τα παιδιά μας και τους κοντινούς μας ανθρώπους κυρίως. Βενετσιάνικες μάσκες, περίτεχνες, στολισμένες. Μετά έρχονται εκείνες της εργασίας, άλλες είναι μαδημένες όταν θεωρούμε ότι δίνουμε ότι δίνουμε πολλά και παίρνουμε λίγα, άλλες κακοπαθημένες, άλλες σκέτες, μία κόλλα χαρτί ίσα να σκεπάζει..εμάς. Οι μάσκες προσωρινά πέφτουν άμα αρρωστήσουμε, εκεί έχουμε ανάγκη να ανακάμπτουμε..να ξαναγίνουμε εμείς..δυνατοί ώστε να φορέσουμε πάλι τις υποκρισίες μας. Ερχεται η στιγμή που αναρωτιέσαι, απο όλα αυτά, ποιός είμαι εγώ; Ακόμη χειρότερα, τι είμαι εγώ;
Μύθος μεγάλος ότι με τους συντρόφους μας είμαστε εμείς, ξεμασκαρεμένοι τραγέλαφοι!. Εκεί παίζεται και το πιο καλό παιχνίδι..όπως στα fun parks εκείνα με τα κάτοπτρα, αλλού φαίνεσαι σαν ξυλάκι αδύνατος, αλλού τεράστιος. Εναν ωραιοποιημένο άλλο ερωτευόμαστε..και μετά απο μερικά χρόνια ανακαλύπτουμε τις σπασμένες γωνίες του καθρέφτη του. Μία αγγελική ύπαρξη θεωρεί ότι βλέπει σε εμάς..και μετά απο μερικά χρόνια..προσγειώνεται σε μία ανούσια πραγματικότητα. Μερικοί τυχεροί άνθρωποι βέβαια φοράνε τις μασκούλες τους εσαεί..και μιά χαρά περνάνε μέχρι τα γεράματα.

Δεν έχουμε δυαδικές προσωπικότητες. Εχουμε πολλές προσωπικότητες. Το τραγικό είναι όταν πρέπει να διαλέξουμε. Να γίνουμε “εμείς”. Εσείς τι θα πάρετε, τη γλυκιά καλή γατούλα στο σπίτι, ή τον Καλλιγούλα στο γραφείο; Το δύσκολο είναι να δεχθούμε ότι όλες αυτές οι μάσκες είμαστε εμείς. Ολα αυτά τα ελαττώματα, όλα αυτά τα κακά και τα καλά. Ο εαυτούλης μας. Η Sibyl της ψυχής μας.

Ευχές και άλλα

Δεν μπόρεσα να ευχηθώ Καλά Χριστούγεννα και χρόνια πολλά γιατί..κόλλησε η σελίδα μου εδώ με κάποια πράγματα που κιατέβασα και δεν μπορούσα να τη ξεκολλήσω..με αποτέλεσμα να αποτανθώ για βοήθεια..βοήθεια που ήρθε καθυστερημένη, λόγω του φόρτου των ημερών. Ας πρόσεχα. Που ήθελα και πειραματισμούς ηλεκτρονικούς στην ηλικία μου. Νάτα μας! Τέλος καλό, όλα διορθώθηκαν έχασα όμως το Χριστουγεννιάτικο στυλάκι..μου έβαλε καλοκαιρινές ομπρελλίτσες..

Ζουμερές οι φετεινές γιορτές κι ας μη τελείωσαν ακόμη. Εφυγε η Βασούλα για το νησάκι της, να δεί τους γονείς της και άδειασε το σπίτι. Τη συνηθίσαμε αυτούς τους 2 και κάτι μήνες που είναι μαζί μας..σαν φτεράκι να φεύγει το πρωϊ, αφού πάρει το πρωϊνό της (της αφήνω στρωμένο το σερβίτσιο της αποβραδύς) και το απόγευμα που γυρνάει, μας φέρνει πράγματα..φαγώσιμα..τούτο απο τη μία λαϊκή, κάτι απο έναν ψαρά..καμμιά φορά και τίποτα, μόνο ένα μπουκετάκι εποχιακά λουλουδάκια..”μη σκορπάς τα λεφτουδάκια σου για μάς” της λέω, “φύλαξέ τα για σένα”, δεν με ακούει..χαίρεται, προσφέροντας. Καλόκαρδη και γενναιόδωρη ψυχούλα. Τρώμε μαζί της και μιλάμε για 1001 θέματα, και για τη δουλειά της. Δέσαμε σαν να ήτανε και εκείνη ένα απο τα παιδιά μας..καμμία σχέση με τη ξιπασιά της αδελφής της..δεν μοιάζουν καθόλου. Εφυγε λοιπόν για τις γιορτές και άδειασε η κάμαρή της..άδειασε και το σπίτι μας. Να περάσει καλά και να γυρίσει..

Δεν μαλώσαμε πολύ στα 3 τραπεζώματα που έγιναν ως τώρα, περίεργο! Πολύ περίεργο! Ανήμερα τα Χριστούγεννα φάγαμε στου γιού μου του Πέτρου, εκεί ποτέ δεν μαλώνουμε..είναι η προσωπικότητα τέτοια της νύφης μου και του γιού μου που κανείς δεν κοτάει να πεί κάτι..μόνο η ανόητη η Ά άρχισε κάτι να λέει για καρκίνους και κολονοσκοπήσεις..αλλά της τόκοψε η Μ “απαγορεύονται θλιβερές κουβέντες με το φαγητό. Μόνο ευχάριστα θέματα” και το βούλωσε.. Με τίποτα δεν μαθαίνει.. Μετά το φαγί βέβαια τσακώθηκε με τον αδελφό μου για τον Εμφύλιο!! Τι βλακείες έλεγαν δεν λέγεται. Ολοι έχουν άποψη, ιδιαίτερα εκείνοι που δεν πολέμησαν. Εξω απο το χορό, πολλά τραγουδια λέμε. Ο Β που πολέμησε τότε δεν εξέφερε γνώμη..σιγά μη κάτσει να σκάζει..με τις ανοησίες που άκουγε..βοηθούσε τη νύφη μου στη κουζίνα και στο σερβίρισμα. Τη χοντράδα βέβαια η κα Π τη πέταξε..μου είπε σε μία στιγμή “καλύτερα να πεθάνει πρώτος ο άντρας σου Λένα μου, γιατί αν φύγεις εσύ..γρήγορα θα σε αντικαταστήσει με καμμιά Ρωσίδα/Ουκρανή/Μολδαβή όπως και ο αδελφός του..είναι το γονίδιο” την αγριοκύτταξα, ειπα να της φέρω τη τούρτα στα μούτρα..αλλά μετά άσε είπα μη λερωσω τον καναπέ των παιδιών, αυτά δεν φταίνε σε τίποτα.. Το σημειώνω στο καρνέ των καρφιών..θα επανέλθω επ’ αυτού!

Τώρα έχω μπροστά μου 3 ακόμη τραπέζια, το δικό μου τη παραμονή, της κας Π ανήμερα πρωτοχρονιά και της Φοφώς τα θεοφάνεια..Ακονίζουμε τις σπάθες μας.

Να ευχηθώ καλές γιορτές..καλή χρονιά με υγεία

Για γέλια ή..

Σήμερα σηκωθήκαμε νωρίς το πρωϊ για να πάμε για ψώνια. Λόγω των πολλών ονομαστικών εορτών όλο και κάτι μας χρειάζεται. Ετσι ζητήσαμε απο τη Μ να μας πάει με το αυτοκίνητο μέχρι τη Γλυφάδα, σε ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο με άνετο πάρκινγκ, να τα πάρουμε μεμιάς ολα να τελειώνουμε. Ως εδώ καλά; Καλά! Ηρθε όμως και η θεία της μαζί, η περίφημη κα Π.
“Αμάν”, ψιθύρισα στον Β, “ξυνό θα μας το βγάλει” “Ελα τώρα, είσαι προκαταλλειμένη” μου αντιγύρισε..και κάθισε μπροστά. Αφησε εμένα με τη κότα πίσω. Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν είμαι μάγισσα..
Ξεκινήσαμε στις 8.00 το πρωϊ (για να α) βρούμε θέση παρκαρίσματος και β) να κάτσουμε σε καφενείο με ωραίες τυρόπιτες..και καφέ..και ουζάκια ωσπου να ανοίξουν τα μαγαζιά) με σκοπό να φθάσουμε ως τις 8.30. Μόλις βγήκαμε στη λεωφόρο θυμήθηκε η κα Π., ότι είχε ξεχάσει το γάλα να βράζει στη κουζίνα της..και αρχίζει μιά κλαψούρα, μιά μουρμούρα, ένα νεύρο και “αχ! θα καεί το μπρίκι, αχ! θα καεί η κουζίνα (την έχω απο τη μαμά μου-πολύ παλιά αλλά αντέχει), αχ! θα πιάσουμε φωτιά, αχ! θα καεί το σπίτι, αχ! θα καεί ο γάτος.. Με το που ακούει το τελευταίο η Μ, στρίβει αριστερά και γυρίζουμε πίσω..κολλάμε στην Αμφιθέας τρία τέταρτα, ωσπου να φθάσουμε πάλι σπίτι η κα Π να λέει τα 1001, αχ! τι έκανα και σας ανακάτεψα, αχ! η ιδέα μου μάλλον ήταν, αχ! θα με πείτε ότι ξεμωράθηκα, αχ! πονάει η κοιλιά μου, ΑΧΧ! Γρήγορα Μ..χέζομαι! Εμεις μείναμε στο γκαράζ..κλαίγοντας..απο τα γέλια. Ανηψιά και θεία ανεβήκαν επάνω..και μετά απο 10 λεπτά ξανακατεβήκαν. Ολα καλά. Τίποτα δεν είχε ξεχασει ανοιχτό στη κουζίνα της..και ούτε βέβαια έκανε τα κακά της..
Ξεκινάμε εκ νέου στις 9.15! Μπροστά κάθισα εγώ, πίσω ο Β..να την καλοπιάνει. Μικρή η απόσταση, είχε λίγη κίνηση, όλα καλά… Κάτι μύρισε απο πίσω..πολύ. Γυρνάω απο εδώ για να δώ, γυρνάω απ’ εκεί..ήταν και οι δυό τους σκυμμένοι πρός τα κάτω..Λέω στη Μ, να σταματήσουμε, κάτι δεν πάει καλά.. Κάπου βρήκε δεξιά, στο Blu κοντά στην Αλίμου, σταμάτησε. Πετάγομαι πίσω, ανοίγω τις πόρτες..για να φύγει η μυρωδιά..του κεφτέ. Τηγανητός με σκόρδο. Ο Β ήταν λιωμένος στο γέλιο, κατακόκκινος. Προφανώς, η κα Π αφού ηρέμησε ότι όλα ήταν καλά, πείνασε! Μιά λιγούρα, ένα πράγμα..έβγαλε λοιπόν απο τη τσάντα της ένα σακουλάκι με κεφτεδάκια που είχε ετοιμάσει για τη βόλτα γενικώς.. Σε εμάς δεν πρόσφερε, που να τολμήσει..η Μ θα τα πέταγε απο το παράθυρο, σιχαίνεται το σκόρδο και όσους μυρίζουν σκόρδο..με εμένα δεν έχει καλές σχέσεις..οπότε μόνο στον Β προσέφερε.. Και την ώρα που του τόδινε, φρενάρησε η Μ απότομα εξαιτίας μιάς βλαμμένης μπροστά που είδε το κίτρινο και κοκκάλωσε αντί να το σανιδώσει και να περάσει.. και ΤΣΟΥΠ πηδάει το κεφτεδάκι! και που πήγε το άτιμο αλλά κάτω απο το κάθισμα της οδηγού!! και να μυρίζει σκόρδο..Τρέλλα την έπιασε τη Π, σκύβει να το πιάσει και το αυτοκίνητο εκείνη την ώρα ξεχύθηκε μπροστά με αποτέλεσμα το κεφτεδάκι να κυλησει κοντά στα πεντάλ του αυτοκινήτου.. και να γίνει κιμάς..από το γκάζι! Της έβαλε τις φωνές η Μ “αμάν πιά με τα σκόρδα, τον Εξαποδώ θα ξορκίσεις, ρεζίλι έγινες, θα σε κάνει βούκινο..”, άρπαξε τους κεφτέδες και το σακκουλάκι και τα πέταξε στα σκουπίδια, και εγώ να αγριοκυττάω τον Β που μπουκωμένος το άλλο κεφτεδάκι γελούσε.. Καθαρίσαμε τους κιμάδες και τις σόλες των παπουτσιών και κατά τις 9.40 ξεκινήσαμε..
Βεβαια παιδευτήκαμε να βρούμε παρκινγκ..στου διαόλου τη μάνα πήγαμε..πάλι καλά. Στο κατάστημα χωρίσαμε, εμείς απεδώ εκείνες απ’ εκεί. Τελειώσαμε πρώτοι και τις βρήκαμε γρήγορα..ακολουθήσαμε τα γελαστά πρόσωπα των άλλων πελατών..φυσικά γινόταν το γέλιο της αρκούδας..όταν η θεία σώνει και καλά προσπαθούσε να πείσει την ανηψιά ότι το μέγεθος “Μικρό για τσιλιβίθρες” ταιριάζει στη χοντρή, το τράβαγε απ’ εδώ, το έσπρωχνε απ’ εκεί, άντερο το έκανε.. αυτό ήθελε να πάρει. Και να της λέει η άλλη “δεν της μπαίνει- πάρ’της μεγαλύτερο νούμερο” και η άλλη να μη θέλει γιατί το μικρό ήταν στις προσφορές! Και να γίνεται..χαμός! Τελικά το πήρε.
Και στο αυτοκίνητο μου το έδειξε! “Δεν είναι ωραίο το φορεματάκι Λένα μου!! ” “Πολύ ωραίο θαύμα” της λέω μη ρωτώντας τη για ποιόν το προορίζει, γιατί φοβήθηκα μη μου πεί ότι είναι για μένα. Δυστυχώς όμως ερχόταν η απάντηση..”Για τη Φοφώ το πήρα, την αδελφή σου, που είναι το ίδιο χοντρή με εσένα..αλλά θέλει να αδυνατίσει” . Ανάσανα ήσυχη τώρα..
Φθάνοντας στο σπίτι, προχωρήσαμε μπροστά με τον Β, μετά τις ευχαριστίες βεβαίως για τη βόλτα..και στήσαμε αυτί. “Μα δεν ντρέπεσαι να λές στη Λένα ότι είναι χοντρή!” “Μα χοντρή τόφαλος είναι Μ μου, άμα πεθάνει δεν θα φθάνουν 4 να σηκώνουν το φέρετρο, θα φέρουν ένα λόχο” “Πάψε μωρέ την έφαγες τη γυναίκα πιά, τι σε πειράζει αν τρώει”, ” Ε! πώς! Αυτή περισυ με κατηγόρησε ότι έκλεβα στη πόκα” “Ενώ δεν έκλεβες, μωρέ τι μας λές” “Φυσικά και έκλεβα, αλλά έπρεπε να μη το πεί – σιγά η κυρία Σουλπικία που κάνει τη κυρία και δεν βλέπει το μπάρμπα δίπλα της..” και πάει λέγοντας..
Λιωμένοι στο γέλιο γυρίσαμε σπίτι.. Τηγάνισα μετά ..κεφτεδάκια, χωρίς σκόρδο. Δεν χρειαζόταν άλλο, βρωμάγαμε και οι δυό αρκετό!

Απόψεις

Αλλάζουν οι απόψεις μας ακόμη και εκείνες που πιστεύουμε ότι είναι βράχοι ηθικής/παιδείας επάνω μας. Ναί, όσο πιστεύουμε περί ακλόνητων βράχων, τόσο..τσαααακ! πέφτουν και μας πλακώνουν οι ίδιες μας οι πίστεις.

Βλέπουμε πράγματα στους άλλους λόγω εμπειρίας. Οι άλλοι δεν τα βλέπουν στον εαυτό τους, απορούν κιόλας πως τα είδε η γιαγιά, γιατί άπαξ και οι ηλικίες περάσουν το όριο της 20αετίας μεταξύ των παιδιών, χαρακτηριζόμαστε αυτόματα “εκτός” και μπαίνουμε στο ΔΙΚΟ ΤΟΥΣ περιθώριο. Λυπηρό. Αληθινό. Δύσκολο να το καταπιώ, ο καθρέφτης μου είναι εναντίον. Θα τον σπάσω. 7 χρόνια ατυχία βρε Λένα, έλα τώρα οι παλιοί τα λέγανε αυτά επειδή οι καθρέφτες ήταν ακριβό είδος. Οπως λέγαμε και για τους θερμοσίφωνες..ότι θα εκραγούν αν τους αφήνεις αναμένους ενώ πλένεσαι..και ξεβγαζόμασταν με παγωμένο γιατί η χωρητικότητα ήταν μικρή.

Αρλούμπες γράφεις. Πώς συνδέονται αυτά τα δυό; Γύρω μου μία μεγάλη οικογένεια ζεί μαλλώνοντας. Το τι ακούω κάθε μέρα είναι απίστευτο. Χθές στο ασανσέρ ο άντρας μιάς ανηψιάς μου αγόρευε πόσο τον ενοχλεί η ουρά του σκύλου τους που τη κουνάει χτυπώντας ντακ-ντούκ τους τοίχους, τις πόρτες και αυτό τον ταράζει απο την ηρεμία του..θέλει να κόψει την ουρά του σκύλου. Η γυναίκα του δεν δίνει σημασία, ο σκύλος είναι δικός της, κανείς δεν θα τον πειράξει. Τις βλακείες όμως τις ακούει. Το ίδιο και τα παιδιά τους.
Τα παιδιά μου τσακώνονται συνεχώς πότε με τον ένα λόγο πότε με τον άλλον. Μετά απορούν γιατί τα παιδιά τους είναι καυγατζήδες. Τσακώνεται η Α με τον Μάρκο μου για το εμβόλιο της γρίππης. Εκείνος θέλει να εμβολιάσει τα παιδιά και τον εαυτό του, εκείνη δεν θέλει να εμβολιασθούν τα παιδιά. Για τον Μάρκο, χεσ..με το συμπάθειο. Την ώρα των καυγάδων τα παιδιά παίζουν..playstation και απομονώνονται στο εικονικό νιρβάνα. Τι άλλο μπορούν να κάνουν όταν οι μεγάλοι δεν έχουν μυαλό; Σοφά παιδάκια.
Η Α μου έκανε δριμύτατη παρατήρηση που πήρα την αδελφή της συγκάτοικο. Δεν τη θέλει, όχι γιατί έχει ψυχολογικά προβλήματα, αλλά γιατί φοβάται μη της φορτώνεται..για δουλειές και εξυπηρετήσεις όπως γινόταν παλιά. Τι σε νοιαζει κοπέλλα μου τι κάνει η πεθερά στο σπίτι της; Κύττα εσύ το δικό σου και άσε με. Η αδελφή της είναι όμορφη, παρόλλες τις φαρμακευτικές αγωγές. Φοβάται μη της την πέσει ο Μάρκος. Καλά κρασιά. Ευτυχώς εμφανίσθηκε η Μ, την ώρα των επιπλήξεων και η άλλη μαζεύτηκε. Τη φοβάται τη Μ γιατί ξηγιέται σπαθί..ότι είναι να στο πεί στο λέει εκείνη την ώρα τσουβαλάτα. Σ’ αρέσει, τέλεια. Δεν σ’ αρέσει, έχασες. Σηκώθηκε και έφυγε μουρμουρίζοντας..θα κάνει κουτσομπολιά τώρα στη γειτονιά.. Ε! Καλά! Τα έχουμε σπουδάσει αυτά!

Ξεκινάς με το γάμο σου Τζένη και όλα είναι όμορφα, στα μάτια σε κυττάει. Και μετά με τα χρόνια όλα αλλάζουν..μεγαλώνεις, φορτώνεσαι ευθύνες παιδιών και εργασίας, κούραση, απαιτήσεις για καλύτερη ζωή παρά το κόστος των παιδιών. ο άλλοτε γλυκούλης σύζυγος δουλεύει πολύ, κουράζεται και γυρίζοντας σπίτι βλέπει τη πεσμένη σου μούρη. Πατσίζει με τη δική του, όλα σας φαίνονται δύσκολα. Αλλαζεται συνεχώς παιδιά μου, μόνο που δεν το καταλαβαίνετε έχετε μείνει στην νεραϊδόσκονη των πρώτων ανέμελων χρόνων. Ξεκολείστε λίγο γιατί ο γάμος σας κινδυνεύει να σωριαστεί. Βάλτε μπόλικο νερό στο κρασί σας και θάφτε το παρελθόν. Κτίστε ένα νέο μέλλον βασισμένο στην εκτίμηση και στο σεβασμό του ενός για τους μόχθους του άλλου. Σου τα είπα χθές την ώρα που γυρίζαμε απο το φούρνο..με κυττούσες δακρυσμένη. “Μόνο εσύ με καταλαβαίνεις, Λενάκι μου” και έλεγα ότι πάλι έχασα τα λόγια μου..γιατί απο κλάψες άλλο τίποτα κορίτσι μου, θέλει δουλειά ο γάμος.

Ο καιρός σήμερα μουχρωμένος, θα βρέξει. Ομως θέλω να πάω στη λαϊκή. Μόνο εγώ θέλω, οι άλλοι το απαγορεύουν..μη το ένα, μη η καρδίά σου μη η γρίππη..μη θα πέσεις. Με προσέχουν αλλά νευριάζω. Γκρινιάζω σαν τα μωρά. Το πουλάκι της ψυχής μου θελει να αλλάξω παραστάσεις, να δώ νέα πράγματα, να χαιρετίσω το φούρναρη, τη ψιλικατζού, που ξεκίνησε τη καριέρα της μαντάροντας καλσόν με την ηλεκτρική βελόνα, πρίν 40 χρόνια, τον μπακαλόγατο που τώρα έχει κατάστημα ξηρών καρπών, τον νέο Αλβανό μανάβη της γειτονιάς που έχει καταπληκτικά πράγματα, μέχρι και φασόλια απο τις Πρέσπες βρήκα στο μαγαζί του!! και το χαμόγελο στο στόμα. Επιτέλους, μία γλυκιά καλημέρα

Τα νέα μου

Καλημέρα σας. Εχω τόσες πολλές δουλειές που ξέχασα να γράφω. Είτε στο μηχάνημα, είτε στο χαρτί. Κατ’ αρχήν πονάω λίγο και έχω ιλίγγους απο το συρίγγιο που αφαίρεσαν οι γιατροί πρίν 20 μέρες απο τη μύτη μου. Πήγα στο νοσοκομείο τρα λα λα, θεωρώντας ότι δεν είναι τίποτα, κατά τα λεγόμενά τους. Ομως μου κάνανε νάρκωση, η ρίζα του σπιριού απεδείχθη πολύ βαθιά, μου μπάλωσαν μετά τη τρύπα που άνοιξαν με ένα κομμάτι δέρμα που πήραν απ’ αλλού και κατέληξα να είμαι πρησμένη και πονεμένη. Το βράδυ με κράτησαν μέσα στο νοσοκομείο και την επομένη πήγα σπίτι μου. Τώρα δεν πονάω πιά και έχει θρέψει σχετικά, έχουν κάνει αρκετές αλλαγές, δεν χρειάζεται πιά να κάνω άλλες. Και όλα αυτά έγιναν γιατί υπήρχε απο χρόνια ένα σπυράκι εκεί και με την ηλικία και τη χρήση των γυαλιών, πιεζόταν και δεν έκλεινε..είπαν..οι γιατροί. Δεν τα πιστεύω αυτά, πώς στα καλά καθούμενα αποκτάς τα 100 προβλήματα, η ηλικία όμως εξηγεί πολλά.

Εχω αρκετά νέα, το καθένα θα μπορούσε να αναλυθεί σε δικό του άρθρο. Ισως να το κάνω. Κατ’ αρχήν βάφτισε η Α το νέο μωρό της Βίκης, το οποίο γεννήθηκε πέρυσι. Υποτίθεται ότι είναι του πρώην άνδρα της που όλο και μπαινοβγαίνει στο σπίτι της. Εν τούτοις η δικιά μας το βάφτισε, “ό μη γένοιτο μητέρα και είναι του Μάρκου, ας έχουμε επαφή” μου είπε. Είπα να της πώ τίποτα, τίποτα χονδρό αλλά τελικά δεν μίλησα. Στη δεκαετία των 70 τα κοινοβια ήταν μόδα, ένα τσούρμο παιδιά συνόδευαν τις μητέρες τους και τους παραλίγο πατεράδες τους..τα βλέπαμε και στο σινεμά. Αλλο όμως το σινεμά και άλλη η πραγματικότητα μέσα στο σπίτι σου. Με ενοχλεί που αβίαστα σπέρνει μωρά ο γιός μου..χωρίς καμμία αίσθηση ευθύνης..και συνεχίζει..και η νύφη μου αντί να του βάλει το δύο πόδια σε ένα παπούτσι..απο κοντά με τα κερατώματα..”τι έγινε βρε μητέρα, αν ξενοκυττάει; Και εγώ ξενοκυττάω!” Μόνο που αυτο το τελευταίο ΔΕΝ ΤΟ ΛΕΣ στη πεθερά σου, κόρη μου! Δεν καταλαβαίνει..τι να εξηγώ!! Σηκώνομαι και φέυγω.

Η κόρη της συμπεθέρας, η Βάσω, που παρουσίασε πέρυσι προβλήματα με τον σύζυγό της και τα ψυχολογικά της έγινε καλά. Οχι μόνο τα έφτιαξε με κάποιον άλλο, έκανε αίτηση για διαζύγιο, και βρήκε και δουλειά, πάλι σε κάποιο νοσοκομείο κοντά στο σπίτι μας. Για να μη τρέχει να νοικιάζει σπίτι στη φάση αυτή, της προσφέραμε μία συγκατοίκηση με εμάς. Ετσι κι αλλιώς το σπίτι μας είναι πολύ μεγάλο, οι κρεββατοκάμαρες των παιδιών μου άδειες κάθονται εδώ και χρόνια. Της δώσαμε λοιπόν αυτα τα δύο συνεχόμενα δωμάτια που έχουν και δικό τους μπάνιο να μείνει όσο θέλει. Ηδη μετέφερε τα πράγματά της ευγνομωνόντας μας. Η ψυχολόγος είναι σύμφωνη μαζί μας. Το κορίτσι θα έχει κάπου να βολευτεί προσωρινά ώσπου να αποφασίσει αργότερα για τη ζωή της, να μην είναι μόνη και τη πιάνει μελαγχολία, να έχει κοντά της ανθρώπους που είναι με το μέρος της αλλά διακριτικά, να είναι κοντά στη δουλειά της και στο γιό της αλλά και ανεξάρτητη, έχοντας μία βάση για εξόρμηση. Δεχθήκαμε δριμύτατα πυρά απο τον Πέτρο πυ διαφωνεί με αυτή τη συγκατοίκηση. Θεωρεί ότι μπλέξαμε βάζοντας ξένο ποδάρι μέσα, όσο και συγγενής να είναι..δεν είναι και κόρη μου. Τον καταλαβαίνω το γιό μου, δεν θέλει η Βάσω να ακούει τους πιθανούς μας καυγάδες σαν αντρόγυνο και όλες τις κασκαρίκες της αδελφής της με τον Μάρκο μου, για να μη κάνει κουτσομπολιά.. Εχει ένα δίκιο, όμως η Βάσω ήδη μετέφερε τα πράγματά της και μία εβδομάδα είναι εδώ!. Ο Β είναι ενθουσιασμένος – βρήκε κάτι να ασχοληθεί. Και εγώ έχω ένα έναυσμα να μαγειρεύω περισσότερο, να μιλάω περισσότερο..και να ζώ.

Θα δείξει.

Ενα άλλο θέμα είναι εκείνο της συγκατοίκησης

Αδικίες, απορίες

Χάθηκα αυτές τις μέρες γιατί είχα κάποιες υποχρεώσεις με τον εαυτό μου κυρίως..αλλά και με τους γιατρούς που σώνει και καλά θέλανε να μου βγάλουν ένα συρίγγιο στη μύτη μου που αρνιόταν να κλείσει.. Δεν ήταν ευχάριστο αλλά δεν με σκότωσε κιόλας..Το δίκιο με το μέρος τους.

Ομως αυτές τις λίγες μέρες της μικροεπέμβασης και μετά της ανάρρωσης..είπα πολύ τηλεόραση και διάβασα πολλές εφημερίδες.. και μου γεννήκανε απορίες
..για τον Γρηγορόπουλο, το αδικοχαμένο παιδί. Ορίσθηκε δικάσιμη του δολοφόνου του λέει η 15/12 ΔΙΚΑΙΟ
..η δίκη όμως θα διεξαχθεί στην Αμφισσα!! Ελα Χριστέ και Παναγιά! Πιο μακριά δεν μπορούσατε να μεταφέρετε το όλο πράγμα? ΑΔΙΚΟ
..φωνάζουν οι συγγενείς του παιδιού που χάθηκε..για την απόσταση..το κόστος…μπαααα! Στου κουφού τη πόρτα..βρόντα φίλε, βρόντα ΑΔΙΚΟ
..και ΚΑΝΕΙΣ σούπερ ιδεολόγος δεν είπε τίποτα γι’ αυτό.. ΑΔΙΚΟ του κερατά

Εντάξει η πολιτεία μεταφέρει το πρόβλημα για να αποτρέψει ταραχές. .ΔΙΚΑΙΟ
οι φασαρίες όμως θα γίνουν..ευκαιρία θέλει ο κοσμάκης να εκτονωθεί..ίσως όμως να είναι μικρής δύναμης!! ΔΙΚΑΙΟ. Φύλαγε τα ρούχα σου και στείλτους στην Αμφισσα! Μιά χαρά θα περάσουν στο χάνι της Γραβιάς..

ΚΑΝΕΝΑΣ ιδεολόγος που φώναζε πέρυσι για τα του Γρηγορόπουλου , ιδεολόγος του κώλου, δεν είπε τίποτα φέτος για όλα αυτά! ΑΔΙΚΟ
Καλά κάνω και δεν πιστεύω κανέναν…ιδιαίτερα τους καλοβαλμένους που φωνάζουν στις πορείες!! Ντροπή σας ρέ!

« Παλιότερες καταχωρίσεις