Ενας έρωτας μεγάλος..

που στα χρονικά δεν έχει γραφτεί άλλος. Μιά φορά και έναν καιρό σε μία νεόκτιστη πολυκατοικία της δεκαετίας του ’70, μία χήρα αγόρασε 1 διαμέρισμα για να μείνει με το γιό της που τότε ήταν παλληκαράκι. Η χήρα που ήταν σχετικά κοτσονάτη, έπιασε σχέσεις με όλους τους γείτονες, ψάχνοντας σίγουρα για γαμπρό, αλλά ωσπου να τον βρεί πήγαινε και με κανέναν παντρεμένο. Εννοείται οτι τις δουλειές αυτές τις έκανε όταν ο γιός έλειπε, είτε γιατί ήταν στο σχολείο του, είτε για εκδρομές, εξοχή, στο χωριό. Αργότερα πήγε για σπουδές στη Θεσσαλονίκη και το πράγμα ξέφυγε. Αρραβωνιάστηκε η μητέρα του αλλά αντίγ για κουφέτα, εγινε ένας τρικούβερτος καυγάς στη πολυκατοικία με φωνές, ξυλιές και ουρλιαχτά γιατί κάποιος «τα πρόλαβε» του μελλοντικού συζύγου που ήταν ξενομερίτης και τη ρώτησε, εκείνη τα μάσησε και ο νέος σήκωσε τη χείρα. Βεβαίως γάμος δεν έγινε. Εμεινε όμως η ρετσινιά στο διαμέρισμα. Γύρισε και το παιδί της απο τη Θεσσαλονίκη και δήλωσε ότι θέλει να γίνει παπάς και πήγε σε Ιερατική Σχολή. Η μητέρα του χάρηκε απο τη μία γιατί θα γινόταν παπάς ο γιός της, απο την άλλη δυσαρεστήθηκε γιατί θα ήταν στην Αθήνα, στούμπος και εκείνη δεν θα είχε το ελεύθερο να μπαζοβγάζει τους αγαπητικούς της. Γιατί παρόλλα τα χρονάκια της, θα ήταν τότε γύρω στα 65, τη θέλανε πολλοί, σιτεμένοι μεν αλλα καλοστεκούμενοι δε. Ετσι η κοινή ζωή συνεχίστηκε, αλλά με καυγάδες γιατί ο γιός σήκωνε το χέρι και την έκανε τόπι τη χήρα…και εκείνη τον νύχιαζε στο πρόσωπο και κυκλοφορούσαν και οι δυό στο δρόμο σε κακό χάλι. Οι κακές γλώσσες λέγανε ότι 2-3 φορές την είχε πιάσει στα πράσα με κάποιον αγαπητικό και την είχε δείρει τη μία φορά μετά τον έδειρε ο αγαπητικός και τέλος η σχέση μεταξύ μάνας και γιού καταστράφηκε μιά μέρα ανήμερα Κυριακής του Πάσχα όταν επέστρεψε η μανα απο το ταξίδι της αναπάντεχα και τον βρήκε παρέα με 2 άντρες να τον καβαλάνε. Εκεί σκοτωθήκανε, γιατί βγήκε απο το διαμέρισμα τσιρίζοντας και χτύπαγε τις πόρτες ουρλιάζοντας ότι ζώ με έναν ανώμαλο, έναν φλώρο, έναν κύναιδο..πανζουριλισμός, γέλια μέχρι δακρύων γιατί τη κυνήγησε ο «ανώμαλος» γιός τσιτσίδι στην αρχή και με ένα σόρτς μετά στις σκάλες «που θα με πείς εμένα ανώμαλο, παλιοπουτάνα που δεν έχεις αφήσει π***για π*** που δεν ρούφηξες»…και πάει λέγοντας, μέχρι που τους μάζεψε το 100. Και μετά η χήρα μετακόμισε. Και μας έμεινε ο γιός.

Ερχόμαστε λοιπόν στις μέρες μας…μέρες της δεκαετίας του 90. Με το ασανσέρ να ανεβοκατεβαίνει ένας κοτσωνάτος παπάς. Ανύπαντρος, σοβαρός, μένει μόνος, δεν ενοχλεί, πληρώνει κανονικά τις υποχρεώσεις του. Κατά καιρούς ακούγεται να ψέλνει, αλλά παπάς είναι τι άλλο να κάνει. Την ιστορία του βέβαια τη μάθαμε απο τους παλαιότερους. Ομως τελικά τα μήλα πάνε κάτω απο τις μηλιές.  Πρώτα τα έφτιαξε με μία γυναίκα που του εξομολογείτο τις αμαρτίες της. Είχε πολλές αμαρτίες κάνει, η περιπεσούσα γυνή, και ο παπάς τη τιμωρούσε για να την εξαγνίσει και μετά να τη βυθίσει σε ακόμη περισσότερες αμαρτίες. Την έδερνε στο διαμέρισμά του, αφού της έκλεινε το στόμα για να μην ακούγεται και μετά βυθιζόντουσαν μαζί σε πολλές ακόμη αμαρτίες. Αυτή όμως άφηνε το κινητό της να αναμένο και έγραφε τις συνομιλίες..έτσι όταν ο σύζυγος ξύπνησε απο τη νάρκη του και κατάλαβε ότι τα κέρατά του είχαν φθάσει μέχρι τα Μέγαρα, έβαλε κάποιους και τη παρακολούθησαν και βρήκε ότι μόνο στο σπίτι του παπά πήγαινε..και ώρες που έλειπε ο κόσμος ο πολύς είτε στις δουλειές, είτε στο σχολείο. Και μία Τετάρτη πρωϊ τους πιάσανε στα πράσα, σαματάς μεγάλος γιατί ο σύζυγος και οι φίλοι του τον βάλανε κάτω τον παπά και δεν ξέρω και εγώ τι του κάνανε..γιατί μετά δεν μπορούσε να περπατήσει, η περιπεσούσα τη γλύτωσε με 2-3 σφαλιάρες.

Και η ιστορία τελειώνει εδώ; Που είναι ο έρωτας ο μεγάλος που μας έταξες;

Η ιστορία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ο Β πέθανε απο γηρατειά, τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου μεγάλωσαν, τα δικά μου μαλλιά άσπρισαν και αυτοί οι 3 είναι μαζί. Ναί η περιπεσούσα και ο παπάς βλέπονται ακόμη, χώρια βλέπει ο παπάς και το σύζυγο. Καμμιά φορά πάει το ζευγάρι μαζί, για να εξομολογηθούν στο σπίτι του παπά φαντάζομαι together in electric dreams.

Eρωτας.

Advertisements

Η πόλη

Τελευταία κάθομαι και σκέφτομαι τη πόλη που ζώ, τις πόλεις που είχα ζήσει παλιά και περπατήσει και γνωρίσει και αγαπήσει και αποχωρίσει απο αυτές. Επιασα ένα τετράδιο και άρχισα να γράφω για τις πόλεις αυτές. Ολες είχαν κοινά χαρακτηριστικά αλλά και τη δική τους προσωπικότητα. Κατέγραψα φερ’ειπείν και μερικά ξεχωριστά γνωρίσματα όπως τότε που είχα μείνει στη Καλαμπάκα, δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει τα Μετέωρα που δεσπόζουν απο πάνω της ή στη Θεσσαλονίκη όλα αυτά τα Οθωμανικά κάστρα και τα τζαμιά. Ομως η αρχαιολογική κληρονομιά του κάθε τόπου δεν ταυτίζεται με τη ψυχοσύνθεση του ντόπιου, η ιστορία κάθεται απο τη μιά μεριά και ο κάτοικος είναι απο την άλλη, στη μέση η άβυσσος των ετών που τους χωρίζουν.

Ο ντόπιος πληθυσμός επηρεάζεται μόνο απο τα σύγχρονα ερεθίσματα που παίρνει και που προσπαθεί να τα συγχωνεύσει στη καθημερινότητά του και την ιδιοσυγκρασία του. Ενώ σαν Ελληνες είμαστε όλοι της ίδιας ράτσας και νοοτροπίας, διαφέρουμε μεταξύ μας ανάλογα με τη πόλη που ζούμε. Οι Κερκυραίοι είναι πολύ διαφορετικοί απο τους Καλαμπακιώτες και οι Κοζανίτες απο τους Κυθηριώτες. Γενικά οι νησιώτες είναι πιο χαρωποί, ίσως η θάλασσα τους μαγεύει, τους ηρεμεί ή τους προσφέρει αλλαγή – και ο τουρισμός που έρχεται σε κοπάδια με καράβια και αεροπλάνα τους μεταμορφώνει σε ευχάριστους κατοίκους ίσως και πλουσιώτερους. Στη Κοζάνη δεν πάνε πολλοί τουρίστες, δεν θέλουν να αναπνέουν τον αέρα της Πτολεμαϊδας και κανείς δεν λέει το αντίθετο. Στη Κοζάνη, οι ντόπιοι λέγανε τα παιδιά μου Αούτους, απο το «άουτ», που σημαίνει μάλλον ξένος, και εμένα έτσι με λέγανε. Δεν θέλανε πολλά πολλά με εμάς, κάθονται στις δικές τους τρύπες και μαγειρεύανε λαχανοντολμάδες όλοι μαζί. Μία πόλη να μυρίζει λαχανοντολμά κάποιες εποχές του χρόνου. Στη Κομοτηνή ήταν η καλύτερή μου : ανακατευόμουνα μέσα στα παζάρια με τις τουρκάλες και τις ακολουθούσα στις επιλογές τους για μαγαζιά, καθόμουνα στην ουρά πίσω τους για φρεσκοκομμένο καφέ ή για λουκούμια. Οι ελληνικές οικογένειες που γνώρισα απο το σχολείο των παιδιών μου στη Κομοτηνή ήταν εξαιρετικές, φιλόξενες, ευχάριστες, είχαμε να πούμε τόσα πολλά, για ραψίματα, για συνταγές, τα παιδιά μιάς οικογένειεας είχαν προθυμοποιηθεί να μας πάνε βόλτα στην ύπαιθρο, δεν πρόλαβα μόνο να μάθω τη τοπική διάλεκτο..κατι λέξεις μόνο. Στη Κρήτη, στα Χανιά, είχα μείνει 2 χρονια περίπου έκανε ζέστη και είχα βάλει τη ραπτομηχανή σε ένα σκιερό μέρος στο μπαλκόνι – είχε τέντα απο πάνω. Νωρίς το πρωϊ σηκωνόμουνα και έραβα και θυμαμαι τις γειτόνισες να βγαίνουν έξω και να με κυττούν. Μετά όταν έπιανε η ζέστη και έμπαινα μέσα μαζί με το τροχήλατο τραπεζάκι της ραπτομηχανής, ερχόντουσαν μία-μία «άκουσα τη ραπτομηχανή σας, σας είδα να ραβετε, έλεγα λές να είναι μοδίστρα, ξέρετε και εγώ δούλευα ράφτρα σε..» και πιάσαμε φιλίες. Τι μεγάλα κέφια κάναμε τότε, ο Β ήταν μονίμως τύφλα με τις τοπικές ρακές και κρασιά, ευτυχώς, έτσι τσιλιμπούρδιζε λιγώτερο – το πολύ ποτό δεν βοηθάει, δεν σηκώνονται οι προκόπηδες και γίνεσαι ρεζίλι.

Οι πόλεις μας αλλάζουν, όταν ερχόμαστε απο διαφορετικές νοοτροπίες ή αλλάζουμε εμείς τις πόλεις φέρνοντας διαφορετικό τρόπο ζωής. Μερικές πόλεις θέλουν να αναβαθμιστούν, να προσφέρουν καλύτερη ποιότητα ζωής στους πολίτες τους όπως τα Τρίκαλα και η Λάρισα που έβαλαν ποδηλατόδρομους σε κάθε σημείο, έμαθαν το κόσμο να τους σέβεται και τους τουρίστες τους εκπαίδευαν, αν δεν θέλεις να συμμορφωθείς μην έρθεις.  απο πολύ παλιά. Αλλες πάλι πόλεις δεν κάνουν καμμία κίνηση για αναβάθμιση, αντίθετα χαλάνε και την υπάρχουσα ποιότητα π.χ. στο φαγητό της ταβέρνας αυξάνοντας τη τιμή και μειώνοντας τη ποιότητα (χωριάτικη σαλάτα όπου οι ελιές, το ελαιόλαδο και η φέτα μπαίνουν έξτρα ΑΜΑ τις ζητήσει ο πελάτης.  Φαντάσου να είσαι Ελληνας και να σου φέρει ο πονηρός μία χωριάτικη χωρίς λάδι, φέτα και ελιές και να τα χρεώσει και έξτρα, σκαρφαλώνεις στο πάγκο και του βαράς δυο σφαλιάρες να συνέλθει) γιατί σου λέει, έρχονται για τα αρχαία, τα μοναστήρια, τη παλιά πόλη, το κάστρο δεν πειράζει αν η μπριζόλα είναι ακριβή σόλα.  Η εκμετάλλευση της ιστορίας μας με το χειρότερο τρόπο.

Και μετά έχουμε τις πόλεις του εξωτερικού, εκεί που τα σύνορα δείχνουν και τις νοοτροπίες των λαών. Πως ανάκατοι λαοί ζούν και πορεύονται κάτω απο ένα κράτος που δίνει τη γραμμή. Αντίθετα με την Ελλάδα που οι άνθρωποι δίνουν τη γραμμή της πόλης, που χαράζουν τη ρότα αν θέλεις να το πείς, στο εξωτερικό ο θεσμός του Κράτους χαράζει τη ρότα των πόλεων – οι παλαιοί πολίτες εκπαιδεύουν τους νεώτερους ωστε να κρατηθεί ο επιλεγμένος τρόπος ζωής. Αν δεν σ’ αρέσει δρόμο. Δεν μπορείς να βάλεις πιστολάκι για να στεγνώσεις τα μαλλιά σου στις 23.00 στην Ελβετία γιατί μπορεί να ενοχλήσεις το γείτονα που κοιμάται. Ενώ στην Ελλάδα ακούγεται αστείο να μη μπορείς να κάνεις οτιδήποτε χωρίς να δίνεις λογαριασμό, στη Γερμανία έτσι και κλείσεις το δρόμο για να μετακομίσεις (για 1 ώρα δλδ) και δεν έχεις πάρει άδεια σε καρφώνουν οι γύρω κάτοικοι και σε μαζεύει η Αστυνομία. Και μετά πάμε και λέμε «πω, πω τι καθαρή που είναι η Σιγκαπούρη, ούτε μία γόπα δεν είδα κάτω», χα! ενώ στην Ελλάδα ρεύονται και φτύνουν ακόμη και στο αυτοκίνητό σου.

Αρα, δεν σ’ αρέσει η Ελλάδα. Μ’ αρέσει η Ελλάδα, μ’ αρέσει να κάνω του κεφαλιού μου χωρίς να φοβάμαι μη με καρφώσει ο γείτονας (που θα έχει και εκείνος κάνει τις πομπές του). Μ’ αρέσει η δική μου πόλη, που είναι κοντα στη θάλασσα αλλά δεν τη βλέπω τη θάλασσα, πρέπει να περπατήσω για να πάω κοντά της. Κάτι πρέπει να κάνω για να προσεγγίσω αυτό που αγαπώ. Και ας είμαι πεισματάρα και λίγο ανυπότακτη. Οπως όλοι στη ράτσα μου. Οπως όλοι εσείς, εμείς.

Η πολυκατοικία

Ζώ σε πολυκατοικία τα τελευταία 40 χρόνια. Πιο πρίν έμενα στη Καλλιθέα στο σπίτι της πεθεράς μου, κάτω εκείνη, πάνω εμείς με τον άνδρα μου και τα παιδιά. Ηταν καλή η πεθερά μου, καλή με όλους εκτός απο τον άνδρα μου, που του τράβαγε τ’ αυτιά για τις αποκοτιές του, κοτζάμ άνδρας παντρεμένος και να κάθεται σούζα μπρός στη μάνα του, μισή πιθαμή γυναίκα, για να τον μαλώνει. Ηταν κι αυτός όμως ζόρικος. Μαζί του τα έβαζε και ο πατέρας του (ανάπηρος πολέμου), εκεί όμως απλά βριζόντουσαν. Η πεθερά ήταν καλή και νοικοκυρά, μου πρόσεχε τα παιδιά όταν δούλευα και όταν ο Β. ήταν σε ταξίδια λόγω στρατού. Είχε βγάλει (με τις κλωτσιές) τη Σχολή Ευελπίδων παλιά και έκανε καριέρα στρατιωτική, μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε. Τα πεθερικά ήταν απο τη Νάξο, όμως όταν τραυματίστηκε ο πατέρας του σπιτιού και δεν μπορούσε να ζεί στο νησί μόνιμα, μετακόμισαν στη Καλλιθέα σε ένα μικρό σπιτάκι που είχανε προικώο, το φτιάξανε και μείνανε εκεί ώσπου πέθαναν. Οταν πέθαναν τα πεθερικά ο Β έκλαιγε συνεχώς και δεν ήθελε να δεί τη Καλλιθέα στα μάτια του. Φύγαμε λοιπόν και πήγαμε σε άλλη περιοχή, παραθαλάσσια. Μείναμε σε πολυκατοικία που τότε θεωρείτο μεγάλη υπόθεση, δηλαδή να έχεις θέρμανση και τρεχούμενο ζεστό νερό, ωραίο σπίτι καινούργιο αλλά μικρότερο απο το παλιό – που αυτό σήμαινε ότι δεν μπορούσες να πάρεις μαζί σου τα επιπλά σου γιατί δεν χώραγαν, ωστε να πάρεις άλλα μικρότερα που χώραγαν. Πολυκατοικία σήμαινε, νέα ζωή. Το σπίτι των πεθερικών έγινε και αυτό πολυκατοικία, υπέγραψε ο Β και οι αδελφές του τα συμβόλαια. Οταν τελείωσε η εκεί πολυκατοικία εκείνες έμειναν εκεί, ο Β όχι, ήθελε ν’ αγναντεύει θάλασσα και όχι τα σώβρακα της μπουγάδας του απέναντι. Μιλάμε για το 1969. Η πολυκατοικία είχε 6 πατώματα, ασανσέρ, θέσεις για παρκάρισμα στο υπόγειο – παράξενο για την εποχή γιατί τότε κανείς δεν σκεφτόταν να κάνει παρκιν, δεν ήταν και υποχρεωτικό, ο μηχανικός όμως είχε 2 αυτοκίνητα και ήθελε να τα στεγάζει με ασφάλεια, ετσι έδωσε ανα διαμέρισμα θέσεις για παρκάρισμα. Αυτό μας βγήκε σε μεγάλο καλό, γιατί άμα γυρίζεις ψόφιος απο τη δουλειά, που να κάθεσαι να ψάχνεις για θέση πάρκιν, το γύρω-γύρω όλοι έκαναν οι άλλοι. Μέχρι το 1980 είχαν 4πλασιαστεί τα αυτοκίνητα και οι θέσεις είχαν μείνει οι ίδιες.

Η πολυκατοικία είχε και άλλους κατοίκους, άλλους ιδιοκτήτες, άλλους ενοικιαστές. Οι πρώτοι έβγαζαν με κλήρο και έναν διαχειριστή – ξεκίναγε περήφανος τη καριέρα του και κατέληγε καρπαζοεισπράκτορας, όπως όλοι τελικά οι διαχειριστές. Οταν φροντίζουν καλά τα συμφέροντα όλων, κανείς δεν έλεγε ούτε ένα ευχαριστώ, μόλις κάτι πάει στραβά, άρχιζε η μουρμούρα. Οι ιδιοκτήτες έλεγχαν τα πάντα, οι ενοικιαστές συμφωνούσαν υποχρεωτικά γιατί αν δεν τους άρεσε μπορούσαν άνετα να φύγουν. Ο πρώτος διαχειριστής ήταν γυναίκα, μία κυράτσα της αυλής, σαν τη παλιά ταινία με τη Κατερίνα Γιουλάκη σπιτονοικοκυρά.. έξοχη στο ρόλο της και στους επόμενους βέβαια ρόλους της. Διαόλου κάλτσα, έβαζε τους νοικάρηδες να τσακώνονται συνεχώς με τους ιδιοκτήτες τους αλλά να τα βρίσκουν τελικά και έτσι να μη μετακομίζουν, και εκείνη σαν το περιστέρι της ειρήνης κάπου ανάμεσα. Τις πράξεις της αριθμητικής τις έκανε σαν το μπακαλόγατο, τσάκα-τσάκα ήξερε τα ποσοστά των διαμερισμάτων, έβγαζε τους λογαριασμούς εύκολα χωρίς χαρτί και μολύβι και για επαλήθευση έκανε και τις προσθέσεις. Με ένα σφουγγαρόπανο κυκλοφορούσε και αλλοίμονο αμα πάταγες εκεί όπου είχε πλύνει.. χαμός. Τα πιτσιρίκια τα δικά μου που φεύγανε για σχολείο το πρωϊ, συνήθως πάταγαν στα νερά και επίτηδες ρίχναν και σάλτα για να κάνουν γραμμές… Janitorrτους παραφύλαξε και μετά τους έδωσε μιά σφαλιάρα του καθενός και υποσχέθηκε να το πεί στο μπαμπά τους άμα τον δεί. Και μετά κάνανε τις Παναγίες, γιατί ο Β. νευρίαζε άσχημα όταν τα παιδιά του συμπεριφερόντουσαν σαν αγροίκοι. Οι άλλοι ας είναι ότι θέλουν νάναι, οι γιοί του θα είναι Κύριοι.

Οι καιροί περνάνε και ο κοσμος φεύγει, μετακομίζει ή πάει στην Παράδεισο, που έλεγε κάποιος συγγραφέας που δεν θυμάμαι. Τώρα μένουν τα παιδιά των πρώτων κατοίκων και τα εγγόνια. Λίγα είναι νοικιασμένα, οι ιδιοκτήτες που είδαν τα λεφτά τους να μειώνονται, ξενοίκιασαν τα διαμερίσματα και μπήκαν μέσα εκείνοι. Ο Β. και εγώ εναλλάξ, γίναμε πολλές φορές διαχειριστές απο τότε που συνταξιοδοτηθήκαμε. Σαν διαχειριστές τα είδαμε όλα. Γιατί η ποιότητα του ανθρώπου φαίνεται στη καθημερινότητά του, όχι όταν περφουμάρετε και φοράει τα καλά του και κάνει τον Ευρωπαίο, ενώ είναι πανάθλιος νταής απο το χωριό. Ετσι θα γράψω για το μεγάλο ειδύλλιο της πολυκατοικίας μας για έναν μεγάλο έρωτα που πολύ δύσκολα έσβησε.. αλλά η ανάμνησή του διαρκεί ακόμη….

Καλημέρα

Καλημέρα φίλες και φίλοι μου, είμαι ακόμη εδώ, εν ζωή ας πούμε, Αύγουστος στην Αθήνα και υπάρχω. Με υγεία και πολλά πράγματα να κάνω, μένει όμως και λίγος χρόνος για γραφτά. Με δύο λόγια, τα νέα μου. Περπατάω με μπαστούνι γιατί γλίστρισα σε κάτι νερά και χτύπησα το γόνατό μου, βασικά έσπασα το μηνίσκο και έκανα εγχείρηση τέλη Ιουνίου. Λίγο πρίν με ναρκώσουν, τα λέγανε οι ορθοπεδικοί και λέει ο ένας «κύττα αυτό το γυμνασμένο πόδι της κυρίας, αθλήτρια πρέπει να είναι», ΤΣΑΑΑΑ! του κάνω και μένει ξερός. Περίμενε να δεί κοπελιά και είδε μεγαλοκοπέλλα αρκετά μελωμένη θα έλεγα. Γελάγαμε όλοι μαζί μετά.  Τώρα έχω αναρρώσει, είμαι σπίτι και κυκλοφορώ με το μπαστούνι για σταθερότητα και κουτσοκάνω τις ασκήσεις γυμναστικής που μου δώσανε, τα ποδαράκια πάνω τα ποδαράκια κάτω. Ο νεαρός φοιτητής που μένει μαζί μου, έχει πάει διακοπές και είμαι με τη κοπέλλα μόνο. Εφυγε και η συμπεθέρα και πήγε στο νησί της, τι να κάνει με τη ζέστη εδώ..θα έρθει πάλι όταν πιάσουν τα κρύα. Ετσι πιάνω το γράψιμο. Αφού έχω διαβάσει τι λένε οι εφημερίδες στο κομπιούτερ βέβαια. Είναι και μία απασχόληση. Ράβω πάλι, κάτι παραγγελίες έχω για το χειμώνα. Μου στείλαν τα πατρόν, θα έρθουν και για πρόβα το Σεπτέμβριο..δεν βιάζομαι. Εχω να κάνω 2 μάλλινα ταγέρ και 3 φορέματα για τη κουμπάρα κάποιου γάμου. Μου έστειλε πολύ καλά υφάσματα, αγοραστά απο τη Γαλλία και σχέδια. Πιο όμορφη απο τη νύφη θα είναι. Την κάναμε προχθες τη πρώτη πρόβα, την άλλη εβδομάδα μάλλον η δεύτερη για το κυρίως φόρεμα..του γάμου.

Σταματάω εδώ τα νέα μου γιατί αποφάσισα να γράψω τα νεώτερα που έγιναν στη πολυκατοικία μας το 2017 σε άλλη σελίδα για να γελάσουμε παρέα.

 

 

 

 

Μία ιστορία

Πήρα φόρα, απο χθές και θα γράψω μία ιστορία που μου είπαν. Να τη βγάλω απο πάνω μου γιατί τσούζει το δέρμα μου. Με ενοχλεί να γίνονται τέτοια πράγματα όμως ποτέ δεν ξέρεις πως πραγματικά ζεί κανείς γιατί οι πόρτες στο σπίτι του είναι κλειστές. Τότε που ζούσαμε στα χωριά, ότι και να συνέβαινε όλοι το μάθαιναν, σκατοκουτσομπολιό λές, ναί αλλά υπήρχε υποστήριξη. Οι αντρες πιάνανε το γαμπρό και ανάλογα το παράπτωμα τον μάλωναν ή τον κάνανε τόπι, οι γυναίκες τη νύφη. Τώρα με την αποξένωση της συγχρονης ζωής, όσοι τολμούν μιλούν στους ψυχολόγους, στις «κολλητές», ή τα καταπίνουν.

Μιά φορά και έναν καιρό, μετά τον Β’ΠΠ όμως, ήταν ένα ζευγάρι με 3 παιδιά – 2 κορίτσια και 1 γιός. Εκείνος στρατιωτικός, πρώην πεζοναύτης, ή κάπου στις Ειδικές Δυνάμεις δούλευε, η γυναίκα στο σπίτι με τα παιδιά. Γνώρισα τη γυναίκα κάποια παλιά εποχή, μία ευχάριστη νοικοκυρά αν και κάπως μαζεμένη. Τον άνδρα της τον είχα δεί μιά με δύο φορές, είχε παράξενη συμπεριφορά: ενώ ήταν περιποιητικός με τις γυναίκες μιλούσε άσχημα στη δική του γυναίκα «έλα εδώ, πάρτο αυτό, κουνήσου ξημερώσαμε» και αυτή έκανε άμεσα ότι τη πρόσταζε χωρίς αντίρρηση, ίσως και με χαμόγελο. Με ενοχλούσε αυτό, αλλά αφού άρεσε σ’ εκείνη, όλα θα ήταν καλά.

Χρόνια αργότερα μία απο τις κόρες τους έμενε δίπλα απο το σπίτι μου τότε που ζούσα στη Καλλιθέα – στο διπλανό διαμέρισμα. Είχε παντρευτεί έναν έμπορο και είχε κανει μαζί του ένα μικρό αγοράκι, στο νήπιο πήγαινε. Κάθε σαββατοκύριακο το ζευγάρι μάλωνε.. αυτή του έβαζε τις φωνές και αυτός – που ακουγόταν περισσότερο – την έλεγε τρελλή, ίδια η μάνα της, τούτο κείνο., στο τέλος άνοιγε τη πόρτα και έφευγε και εκείνη έκλαιγε. Ολα αυτά μπροστά στο παιδί που κρυβόταν κάτω απο το τραπέζι. Αν δεν κρυβόταν και πήγαινε κοντά τους ξεσπούσαν και οι δυό στο παιδί και το δέρνανε. Ηταν πολύ δύσκολη η συμβίωση μαζί τους γιατί δεν νοιώθαμε άνετα να καλούμε κόσμο στο σπίτι όταν απο τον τοίχο δίπλα να ακούμε μωρή, μαλάκα και του κόσμου τις βρισιές. Του είχαμε κάνει σύσταση, να μαζέψει τη γλώσσα του και τη γυναίκα του, να σταματήσουν το θόρυβο, να ενοχλούν. Τίποτα δεν έγινε γιατί δεν μαλώνανε τις ώρες κοινής ησυχίας, τις άλλες ώρες μαλώνανε. Μιά μέρα μόνο η γειτόνισσα μου είπε την ιστορία της μάνας της (την έγραψα πιο πάνω περιληπτικά) και μου έδειξε τη πικρία της, ότι απο τον ένα βάναυσο και υβριστή πατέρα, έπεσε στην ίδια πάστα συζύγου. Εκλαιγε που την πάτησε έτσι. Κάποια στιγμή μετακόμισαν.

Πρίν 5 χρόνια πουλήθηκε στον 5 όροφο ένα διαμέρισμα σε ένα ζευγάρι. Μεσόκοποι και οι δυό. Τότε που μπορούσα ακόμη να κάνω πράγματα, ήμουνα και διαχειρίστρια, πήγα επάνω να τους γνωρίσω. Ο συζυγος με θυμόταν, ήταν ο γιόκας της κυρίας γειτόνισας στη Καλλιθέα..τι μικρός που είναι ο κόσμος. Το ζευγάρι είχε και τη μάνα τους μαζί, τη δική του μάνα που είχε άνοια. Τη περιποιόντουσαν και οι δυό εναλλάξ, την φρόντιζαν και την αγαπούσαν. Αυτό ήταν καλό. Το κακό είναι που τσακώνονται κάθε τόσο μεταξύ τους για το τίποτα, ποιός θα κατεβάσει τα σκουπίδια, γιατί δεν κατέβασες τη λεκάνη στη τουαλέτα, ηλίθια είσαι που δεν ξέρεις να χρησιμοποιείς έναν απλό υπολογιστή, όλο βόλτες-ψώνια και τις φίλες σου, άλλες ηλίθιες σαν και σένα, κότες απο το γραφείο σου,αει σιχτίρ ζώο. Εμένα θα πείς ζώο, που σε στηρίζω με το μισθό μου, ανεπρόκοπε όλο στο καφενείο και στο γκόλφ! Ακου γκόλφ! Αυτό σε μάρανε, η ξενομανία.. και μετά δέρνονται. Αυτός πρέπει να είναι τρελλός που τη μπατσίζει γιατί τη γνώρισε, όπως μου είπε, πρίν χρόνια σε μία σχολή καράτε, ήταν η δασκάλα τους, αυτός μικρότερος. Κάθε που τη χτυπάει, μετά κυκλοφορεί με μπαστούνι. Και λέμε όλοι στη πολυκατοικία ότι δεν αντέχουμε άλλο, τους φέραμε και το 100 να τους κάνει σύσταση, το χαβά τους αυτοί.

Αναρωτιέμαι και λέω πόσο επηρεάζουν τα παιδιά οι γονείς τραμπούκοι. Απο ένα πεζοναύτη περιμένεις να είναι επιθετικός με τους άλλους, όχι μέσα στο σπίτι του – αυτό μάλλον δεν ισχύει. Τι κρίμα που και οι επόμενες γενιές κάνανε τα ίδια λάθη, δεν ξεπέρασαν ποτέ τον πόνο που ένοιωθαν και βίωναν. Και μετά έκαναν πάλι τις λάθος επιλογές, ίσως για να ξορκίσουν το παρελθόν, που έγινε παρόν και ίσως να γίνει και μέλλον.

Σκοτωθήκανε πάλι χθές το βράδυ.

 

 

 

Είμαι εδω και συγχρόνως λείπω

Υπάρχω ακόμη, παρόλλα τα προβλήματα υγείας. Αρθριτικά, καταρράκτης και στα δύο μάτια, δεν περπατάω πολύ και βγαίνω μόνο με το αυτοκίνητο.

Δεν γράφω πιά σχεδόν καθόλου. Ξέχασα τη παλιά ζωή γιατί έχω νέα ζωή μπροστά μου. Ασχολούμαι με τα παιδιά και τον νεαρό μου νοικάρη που σπουδάζει γιατρός. Είναι στο δεύτερο έτος τώρα, ήδη έχει μπεί στο πνεύμα της σχολής. Είναι καλή παρέα, ιδιαίτερα άμα συμπέσουμε στο τραπέζι. Μαγειρεύω για εκείνον και για μένα. Εχω κάτι να κάνω.

Δεν τον ενοχλώ καθόλου ούτε επεμβαίνω στη ζωή του. Δυό φορές έφερε και τη κοπέλα του εδώ και μείνανε μαζί το βράδυ. Κάποιο σαββατοκύριακο ήταν. Το πρωϊ, δεν ήξερε πως να το χειριστεί, άλλαζε πόδι συνέχεια, μέχρι που βρήκε το τραπέζι στρωμένο με 3 πιάτα. .και κατάλαβε ότι οι τυπικότητες είναι για τους γέρους στη καρδιά.

Ζώ καλά στην Αθήνα, έχω συντροφιά και γάτα. Δεν το βλέπω να πηγαίνω φέτος στο νησί της συμπεθέρας, αυτό που βλέπω είναι οτι η συμπεθέρα μάλλον θα έρθει να ξεκαλοκαιριάσει εδώ γιατί θα κάνει μιά εγχείριση και μετά θα χρειάζεται παρέα. Εχασε τον άνδρα της πέρυσι απο ανακοπή. Και το νησί δεν τη χωράει. Δύσκολη η μοναξιά όταν γερνάει το σώμα. Θα έρθει άμα τελειώσει η Σχολή του μικρού και φύγει εκείνος για διακοπές. Τότε θα έρθει η συμπεθέρα να μείνουμε ξανά μαζί.

Οπότε όσο κι αν λείπω απο το ιντερνέτ, είμαι ακόμη εδώ.

Μικρόκοσμος

Τι γίνεται όταν σε ένα γραφείο, κάποιοι υπάλληλοι έχουν πολλές απαιτήσεις απο τους εργοδότες τους, όταν πέρα απο τον καλό μισθό περιμένουν και συχαρίκια?. Τα οποία ποτέ δεν έρχονται εννοείται. Δεν ξέρω κανέναν εργοδότη που να χαϊδολογάει τους υπαλλήλους του (όχι σεξουαλικά), να τους έχει κορώνα στο κεφάλι του και Κεχαγιά στη πλάτη του. Να τους λέει μπράβο κάθε τόσο, να τους κτίζει την αυτοπεποίθηση, να τους δίνει περισσότερη εξουσία (δλδ το ελεύθερο να καταπιέζουν τους υπόλοιπους) και τελικά να τους αφήνει να τον καβαλήσουν! Αυτά ούτε στα παραμύθια, χρυσό μου!. Σε πληρώνουν καλά και με το μήνα (πράγμα πολύ σημαντικό σήμερα που οι δουλειές και οι αμοιβές παίζουν κρυφτούλι), ντάν! πέφτουν οι παράδες στο λογαριασμό σου, όμως σε τρέχουν κιόλας. Τι νόμιζες ότι θα πέφτουν τα μισθά και εσύ θα κάααααθεσαι? Δεν είμαστε καλά! Γκρινιάζεις συνεχώς για το πόσο σε καταπιέζουν, κάνε αυτό, κάνε και εκείνο, σου πατάνε το ωράριο, σε βάζουν να εκπαιδεύεις το νέο προσωπικό (ενώ εσύ δεν τόχεις το διδασκαλίκι) και να κυνηγάς τις λαθούρες των νεώτερων συναδέλφων μιά που είσαι παλιά καραβάνα, σου φορτώνουν τα άπειρα και τελικά ΔΕΝ εκθειάζουν τα ταλέντα σου. ΕΚΘΕΙΑΖΟΥΝ εκείνες τις συναδέλφους που δουλεύουν εθελοντικά, που δεν παίρνουν μισθά, αλλά επειδή βαριούνται στο σπίτι, πάνε στο γραφείο και τους βοηθάνε!!! Αυτές τις νερόκοτες εκθειάζουν και τους λένε 1000 γλυκόλογα, ενώ εκείνες μπαίνουν και βγαίνουν όποτε τους καπνίσει, ενώ εσύ τραβάς κουπί όλο το 8ωρο. Σου έρχεται να τις πιάσεις απο το μαλλί και να τους τα πείς χύμα.. αλλά δεν μπορείς να το κάνεις, προσπαθείς να τους τις σπάσεις ώστε να μην έρχονται! Τους λές για το ένα λάθος τους, για το δείνα λάθος τους μήπως στενοχωρηθούν και φύγουν..Μετά θα είσαι ηρωϊδα, μέ τόσα που θα έχεις μέσα στο κεφάλι σου!

Ολα αυτά τα λέει η Α (η νύφη μου) σχεδόν κάθε μέρα όταν γυρίζει απο τη δουλειά της. Οι επιθυμίες της υπερφίαλες, χωρίς επαφή με τη πραγματικότητα. Δέρνεται γιατί δεν την αγαπούν οι εργοδότες της, γιατί δεν της κάνουν όλα τα παραπάνω, αλλά νοιάζονται υπερβολικά για τις «νερόκοτες» τις γνωστές τους, πιθανώς και συγγενείς τους, κυρίες που δίνουν τον χρόνο τους, που βοηθάνε αμισθή..που τη βοηθάνε πολύ με το χαμόγελο. Και εκείνη η βλαμμένη ζηλεύει και τους σκάβει το λάκκο..

Την έπιασα μιά μέρα και της τά’πα ένα χεράκι! Εχει δουλειά καλή, μιά εποχή που η ανεργία είναι καθημερινότητα για πολύ κόσμο. Αντί να χαίρεται που τα αφεντικά της την πληρώνουν καλά και στην ώρα τους (αντί να της χρωστάνε ή να της δίνουν ένα μικροποσό έναντι κάθε μήνα), αντί να ευχαριστεί το θεό που η εταιρεία που δουλεύει πάει καλά και δεν προβλέπεται πτώχευση, βάζει φυτίλια στις άλλες συναδέλφους για να τσακώνονται όλοι με όλους. Και οι 2-3 συνταξιούχες φίλες της μαμάς του αφεντικού που έρχονται και βοηθάνε τρώνε τη χολή, αντί να χαίρεται που παίρνουν ένα βάρος απο τη πλάτη της. Της μίλησα για τις εργασιακές σχέσεις, ότι άπαξ και σε θεωρούν υπάλληλό τους θέλουν να σε τρέχουν, να κάνεις και πήδους μέσα απο πύρινα στεφάνια ώστε να σε πληρώνουν «δίκαια» σύμφωνα με τα κριτήριά τους. Επαγγελματική σχέση έχετε, ούτε οι γονείς σου είναι, ούτε ο μπαμπούλης σου, δύσκολο είναι να το καταλάβεις?

Δεν παίρνει απο λόγια.. Συνεχίζει να δέρνεται που δεν την αγαπούν..δεν την εκτιμούν, δεν της λένε μπράβο!

Σταμάτησα να της μιλώ. Δεν ακούει.. χαμένη μέσα στην υπερφίαλη εικονική πραγματικότητά της..

Οι μεγάλες προσδοκίες. Θυμήθηκα το αντίστοιχο βιβλίο του Ντίκενς, το έβγαλα απο τη βιβλιοθήκη και το ξανα-διαβάζω τώρα που κάνει κρύο και δεν βγαίνω έξω..

Ράβω πολύ γιατί έχω παραγγελίες απο το νησί της συμπεθέρας. Τα μεγάλα κομμάτια φύγανε, έχω τώρα ένα παλτό να τελειώσω και ένα ακόμη ένα, νυφικό για τον Μάϊο.. Το νυφικό σκεφτήκαμε να είναι κοντό, με δαντέλα επάνω, έξω λαιμό και μπράτσα και φουσκωτή φούστα κάτω…το κοριτσάκι που θα το βάλει είναι νέο, το θέλει και απαλό ρόζ..σαν κουφετάκι θα είναι..

Διαβάζω, στοχάζομαι και ράβω..

Καλή χρονιά σε όλους!