Ενας έρωτας μεγάλος..

που στα χρονικά δεν έχει γραφτεί άλλος. Μιά φορά και έναν καιρό σε μία νεόκτιστη πολυκατοικία της δεκαετίας του ’70, μία χήρα αγόρασε 1 διαμέρισμα για να μείνει με το γιό της που τότε ήταν παλληκαράκι. Η χήρα που ήταν σχετικά κοτσονάτη, έπιασε σχέσεις με όλους τους γείτονες, ψάχνοντας σίγουρα για γαμπρό, αλλά ωσπου να τον βρεί πήγαινε και με κανέναν παντρεμένο. Εννοείται οτι τις δουλειές αυτές τις έκανε όταν ο γιός έλειπε, είτε γιατί ήταν στο σχολείο του, είτε για εκδρομές, εξοχή, στο χωριό. Αργότερα πήγε για σπουδές στη Θεσσαλονίκη και το πράγμα ξέφυγε. Αρραβωνιάστηκε η μητέρα του αλλά αντίγ για κουφέτα, εγινε ένας τρικούβερτος καυγάς στη πολυκατοικία με φωνές, ξυλιές και ουρλιαχτά γιατί κάποιος «τα πρόλαβε» του μελλοντικού συζύγου που ήταν ξενομερίτης και τη ρώτησε, εκείνη τα μάσησε και ο νέος σήκωσε τη χείρα. Βεβαίως γάμος δεν έγινε. Εμεινε όμως η ρετσινιά στο διαμέρισμα. Γύρισε και το παιδί της απο τη Θεσσαλονίκη και δήλωσε ότι θέλει να γίνει παπάς και πήγε σε Ιερατική Σχολή. Η μητέρα του χάρηκε απο τη μία γιατί θα γινόταν παπάς ο γιός της, απο την άλλη δυσαρεστήθηκε γιατί θα ήταν στην Αθήνα, στούμπος και εκείνη δεν θα είχε το ελεύθερο να μπαζοβγάζει τους αγαπητικούς της. Γιατί παρόλλα τα χρονάκια της, θα ήταν τότε γύρω στα 65, τη θέλανε πολλοί, σιτεμένοι μεν αλλα καλοστεκούμενοι δε. Ετσι η κοινή ζωή συνεχίστηκε, αλλά με καυγάδες γιατί ο γιός σήκωνε το χέρι και την έκανε τόπι τη χήρα…και εκείνη τον νύχιαζε στο πρόσωπο και κυκλοφορούσαν και οι δυό στο δρόμο σε κακό χάλι. Οι κακές γλώσσες λέγανε ότι 2-3 φορές την είχε πιάσει στα πράσα με κάποιον αγαπητικό και την είχε δείρει τη μία φορά μετά τον έδειρε ο αγαπητικός και τέλος η σχέση μεταξύ μάνας και γιού καταστράφηκε μιά μέρα ανήμερα Κυριακής του Πάσχα όταν επέστρεψε η μανα απο το ταξίδι της αναπάντεχα και τον βρήκε παρέα με 2 άντρες να τον καβαλάνε. Εκεί σκοτωθήκανε, γιατί βγήκε απο το διαμέρισμα τσιρίζοντας και χτύπαγε τις πόρτες ουρλιάζοντας ότι ζώ με έναν ανώμαλο, έναν φλώρο, έναν κύναιδο..πανζουριλισμός, γέλια μέχρι δακρύων γιατί τη κυνήγησε ο «ανώμαλος» γιός τσιτσίδι στην αρχή και με ένα σόρτς μετά στις σκάλες «που θα με πείς εμένα ανώμαλο, παλιοπουτάνα που δεν έχεις αφήσει π***για π*** που δεν ρούφηξες»…και πάει λέγοντας, μέχρι που τους μάζεψε το 100. Και μετά η χήρα μετακόμισε. Και μας έμεινε ο γιός.

Ερχόμαστε λοιπόν στις μέρες μας…μέρες της δεκαετίας του 90. Με το ασανσέρ να ανεβοκατεβαίνει ένας κοτσωνάτος παπάς. Ανύπαντρος, σοβαρός, μένει μόνος, δεν ενοχλεί, πληρώνει κανονικά τις υποχρεώσεις του. Κατά καιρούς ακούγεται να ψέλνει, αλλά παπάς είναι τι άλλο να κάνει. Την ιστορία του βέβαια τη μάθαμε απο τους παλαιότερους. Ομως τελικά τα μήλα πάνε κάτω απο τις μηλιές.  Πρώτα τα έφτιαξε με μία γυναίκα που του εξομολογείτο τις αμαρτίες της. Είχε πολλές αμαρτίες κάνει, η περιπεσούσα γυνή, και ο παπάς τη τιμωρούσε για να την εξαγνίσει και μετά να τη βυθίσει σε ακόμη περισσότερες αμαρτίες. Την έδερνε στο διαμέρισμά του, αφού της έκλεινε το στόμα για να μην ακούγεται και μετά βυθιζόντουσαν μαζί σε πολλές ακόμη αμαρτίες. Αυτή όμως άφηνε το κινητό της να αναμένο και έγραφε τις συνομιλίες..έτσι όταν ο σύζυγος ξύπνησε απο τη νάρκη του και κατάλαβε ότι τα κέρατά του είχαν φθάσει μέχρι τα Μέγαρα, έβαλε κάποιους και τη παρακολούθησαν και βρήκε ότι μόνο στο σπίτι του παπά πήγαινε..και ώρες που έλειπε ο κόσμος ο πολύς είτε στις δουλειές, είτε στο σχολείο. Και μία Τετάρτη πρωϊ τους πιάσανε στα πράσα, σαματάς μεγάλος γιατί ο σύζυγος και οι φίλοι του τον βάλανε κάτω τον παπά και δεν ξέρω και εγώ τι του κάνανε..γιατί μετά δεν μπορούσε να περπατήσει, η περιπεσούσα τη γλύτωσε με 2-3 σφαλιάρες.

Και η ιστορία τελειώνει εδώ; Που είναι ο έρωτας ο μεγάλος που μας έταξες;

Η ιστορία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ο Β πέθανε απο γηρατειά, τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου μεγάλωσαν, τα δικά μου μαλλιά άσπρισαν και αυτοί οι 3 είναι μαζί. Ναί η περιπεσούσα και ο παπάς βλέπονται ακόμη, χώρια βλέπει ο παπάς και το σύζυγο. Καμμιά φορά πάει το ζευγάρι μαζί, για να εξομολογηθούν στο σπίτι του παπά φαντάζομαι together in electric dreams.

Eρωτας.

Advertisement

Η πόλη

Τελευταία κάθομαι και σκέφτομαι τη πόλη που ζώ, τις πόλεις που είχα ζήσει παλιά και περπατήσει και γνωρίσει και αγαπήσει και αποχωρίσει απο αυτές. Επιασα ένα τετράδιο και άρχισα να γράφω για τις πόλεις αυτές. Ολες είχαν κοινά χαρακτηριστικά αλλά και τη δική τους προσωπικότητα. Κατέγραψα φερ’ειπείν και μερικά ξεχωριστά γνωρίσματα όπως τότε που είχα μείνει στη Καλαμπάκα, δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει τα Μετέωρα που δεσπόζουν απο πάνω της ή στη Θεσσαλονίκη όλα αυτά τα Οθωμανικά κάστρα και τα τζαμιά. Ομως η αρχαιολογική κληρονομιά του κάθε τόπου δεν ταυτίζεται με τη ψυχοσύνθεση του ντόπιου, η ιστορία κάθεται απο τη μιά μεριά και ο κάτοικος είναι απο την άλλη, στη μέση η άβυσσος των ετών που τους χωρίζουν.

Ο ντόπιος πληθυσμός επηρεάζεται μόνο απο τα σύγχρονα ερεθίσματα που παίρνει και που προσπαθεί να τα συγχωνεύσει στη καθημερινότητά του και την ιδιοσυγκρασία του. Ενώ σαν Ελληνες είμαστε όλοι της ίδιας ράτσας και νοοτροπίας, διαφέρουμε μεταξύ μας ανάλογα με τη πόλη που ζούμε. Οι Κερκυραίοι είναι πολύ διαφορετικοί απο τους Καλαμπακιώτες και οι Κοζανίτες απο τους Κυθηριώτες. Γενικά οι νησιώτες είναι πιο χαρωποί, ίσως η θάλασσα τους μαγεύει, τους ηρεμεί ή τους προσφέρει αλλαγή – και ο τουρισμός που έρχεται σε κοπάδια με καράβια και αεροπλάνα τους μεταμορφώνει σε ευχάριστους κατοίκους ίσως και πλουσιώτερους. Στη Κοζάνη δεν πάνε πολλοί τουρίστες, δεν θέλουν να αναπνέουν τον αέρα της Πτολεμαϊδας και κανείς δεν λέει το αντίθετο. Στη Κοζάνη, οι ντόπιοι λέγανε τα παιδιά μου Αούτους, απο το «άουτ», που σημαίνει μάλλον ξένος, και εμένα έτσι με λέγανε. Δεν θέλανε πολλά πολλά με εμάς, κάθονται στις δικές τους τρύπες και μαγειρεύανε λαχανοντολμάδες όλοι μαζί. Μία πόλη να μυρίζει λαχανοντολμά κάποιες εποχές του χρόνου. Στη Κομοτηνή ήταν η καλύτερή μου : ανακατευόμουνα μέσα στα παζάρια με τις τουρκάλες και τις ακολουθούσα στις επιλογές τους για μαγαζιά, καθόμουνα στην ουρά πίσω τους για φρεσκοκομμένο καφέ ή για λουκούμια. Οι ελληνικές οικογένειες που γνώρισα απο το σχολείο των παιδιών μου στη Κομοτηνή ήταν εξαιρετικές, φιλόξενες, ευχάριστες, είχαμε να πούμε τόσα πολλά, για ραψίματα, για συνταγές, τα παιδιά μιάς οικογένειεας είχαν προθυμοποιηθεί να μας πάνε βόλτα στην ύπαιθρο, δεν πρόλαβα μόνο να μάθω τη τοπική διάλεκτο..κατι λέξεις μόνο. Στη Κρήτη, στα Χανιά, είχα μείνει 2 χρονια περίπου έκανε ζέστη και είχα βάλει τη ραπτομηχανή σε ένα σκιερό μέρος στο μπαλκόνι – είχε τέντα απο πάνω. Νωρίς το πρωϊ σηκωνόμουνα και έραβα και θυμαμαι τις γειτόνισες να βγαίνουν έξω και να με κυττούν. Μετά όταν έπιανε η ζέστη και έμπαινα μέσα μαζί με το τροχήλατο τραπεζάκι της ραπτομηχανής, ερχόντουσαν μία-μία «άκουσα τη ραπτομηχανή σας, σας είδα να ραβετε, έλεγα λές να είναι μοδίστρα, ξέρετε και εγώ δούλευα ράφτρα σε..» και πιάσαμε φιλίες. Τι μεγάλα κέφια κάναμε τότε, ο Β ήταν μονίμως τύφλα με τις τοπικές ρακές και κρασιά, ευτυχώς, έτσι τσιλιμπούρδιζε λιγώτερο – το πολύ ποτό δεν βοηθάει, δεν σηκώνονται οι προκόπηδες και γίνεσαι ρεζίλι.

Οι πόλεις μας αλλάζουν, όταν ερχόμαστε απο διαφορετικές νοοτροπίες ή αλλάζουμε εμείς τις πόλεις φέρνοντας διαφορετικό τρόπο ζωής. Μερικές πόλεις θέλουν να αναβαθμιστούν, να προσφέρουν καλύτερη ποιότητα ζωής στους πολίτες τους όπως τα Τρίκαλα και η Λάρισα που έβαλαν ποδηλατόδρομους σε κάθε σημείο, έμαθαν το κόσμο να τους σέβεται και τους τουρίστες τους εκπαίδευαν, αν δεν θέλεις να συμμορφωθείς μην έρθεις.  απο πολύ παλιά. Αλλες πάλι πόλεις δεν κάνουν καμμία κίνηση για αναβάθμιση, αντίθετα χαλάνε και την υπάρχουσα ποιότητα π.χ. στο φαγητό της ταβέρνας αυξάνοντας τη τιμή και μειώνοντας τη ποιότητα (χωριάτικη σαλάτα όπου οι ελιές, το ελαιόλαδο και η φέτα μπαίνουν έξτρα ΑΜΑ τις ζητήσει ο πελάτης.  Φαντάσου να είσαι Ελληνας και να σου φέρει ο πονηρός μία χωριάτικη χωρίς λάδι, φέτα και ελιές και να τα χρεώσει και έξτρα, σκαρφαλώνεις στο πάγκο και του βαράς δυο σφαλιάρες να συνέλθει) γιατί σου λέει, έρχονται για τα αρχαία, τα μοναστήρια, τη παλιά πόλη, το κάστρο δεν πειράζει αν η μπριζόλα είναι ακριβή σόλα.  Η εκμετάλλευση της ιστορίας μας με το χειρότερο τρόπο.

Και μετά έχουμε τις πόλεις του εξωτερικού, εκεί που τα σύνορα δείχνουν και τις νοοτροπίες των λαών. Πως ανάκατοι λαοί ζούν και πορεύονται κάτω απο ένα κράτος που δίνει τη γραμμή. Αντίθετα με την Ελλάδα που οι άνθρωποι δίνουν τη γραμμή της πόλης, που χαράζουν τη ρότα αν θέλεις να το πείς, στο εξωτερικό ο θεσμός του Κράτους χαράζει τη ρότα των πόλεων – οι παλαιοί πολίτες εκπαιδεύουν τους νεώτερους ωστε να κρατηθεί ο επιλεγμένος τρόπος ζωής. Αν δεν σ’ αρέσει δρόμο. Δεν μπορείς να βάλεις πιστολάκι για να στεγνώσεις τα μαλλιά σου στις 23.00 στην Ελβετία γιατί μπορεί να ενοχλήσεις το γείτονα που κοιμάται. Ενώ στην Ελλάδα ακούγεται αστείο να μη μπορείς να κάνεις οτιδήποτε χωρίς να δίνεις λογαριασμό, στη Γερμανία έτσι και κλείσεις το δρόμο για να μετακομίσεις (για 1 ώρα δλδ) και δεν έχεις πάρει άδεια σε καρφώνουν οι γύρω κάτοικοι και σε μαζεύει η Αστυνομία. Και μετά πάμε και λέμε «πω, πω τι καθαρή που είναι η Σιγκαπούρη, ούτε μία γόπα δεν είδα κάτω», χα! ενώ στην Ελλάδα ρεύονται και φτύνουν ακόμη και στο αυτοκίνητό σου.

Αρα, δεν σ’ αρέσει η Ελλάδα. Μ’ αρέσει η Ελλάδα, μ’ αρέσει να κάνω του κεφαλιού μου χωρίς να φοβάμαι μη με καρφώσει ο γείτονας (που θα έχει και εκείνος κάνει τις πομπές του). Μ’ αρέσει η δική μου πόλη, που είναι κοντα στη θάλασσα αλλά δεν τη βλέπω τη θάλασσα, πρέπει να περπατήσω για να πάω κοντά της. Κάτι πρέπει να κάνω για να προσεγγίσω αυτό που αγαπώ. Και ας είμαι πεισματάρα και λίγο ανυπότακτη. Οπως όλοι στη ράτσα μου. Οπως όλοι εσείς, εμείς.

Η πολυκατοικία

Ζώ σε πολυκατοικία τα τελευταία 40 χρόνια. Πιο πρίν έμενα στη Καλλιθέα στο σπίτι της πεθεράς μου, κάτω εκείνη, πάνω εμείς με τον άνδρα μου και τα παιδιά. Ηταν καλή η πεθερά μου, καλή με όλους εκτός απο τον άνδρα μου, που του τράβαγε τ’ αυτιά για τις αποκοτιές του, κοτζάμ άνδρας παντρεμένος και να κάθεται σούζα μπρός στη μάνα του, μισή πιθαμή γυναίκα, για να τον μαλώνει. Ηταν κι αυτός όμως ζόρικος. Μαζί του τα έβαζε και ο πατέρας του (ανάπηρος πολέμου), εκεί όμως απλά βριζόντουσαν. Η πεθερά ήταν καλή και νοικοκυρά, μου πρόσεχε τα παιδιά όταν δούλευα και όταν ο Β. ήταν σε ταξίδια λόγω στρατού. Είχε βγάλει (με τις κλωτσιές) τη Σχολή Ευελπίδων παλιά και έκανε καριέρα στρατιωτική, μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε. Τα πεθερικά ήταν απο τη Νάξο, όμως όταν τραυματίστηκε ο πατέρας του σπιτιού και δεν μπορούσε να ζεί στο νησί μόνιμα, μετακόμισαν στη Καλλιθέα σε ένα μικρό σπιτάκι που είχανε προικώο, το φτιάξανε και μείνανε εκεί ώσπου πέθαναν. Οταν πέθαναν τα πεθερικά ο Β έκλαιγε συνεχώς και δεν ήθελε να δεί τη Καλλιθέα στα μάτια του. Φύγαμε λοιπόν και πήγαμε σε άλλη περιοχή, παραθαλάσσια. Μείναμε σε πολυκατοικία που τότε θεωρείτο μεγάλη υπόθεση, δηλαδή να έχεις θέρμανση και τρεχούμενο ζεστό νερό, ωραίο σπίτι καινούργιο αλλά μικρότερο απο το παλιό – που αυτό σήμαινε ότι δεν μπορούσες να πάρεις μαζί σου τα επιπλά σου γιατί δεν χώραγαν, ωστε να πάρεις άλλα μικρότερα που χώραγαν. Πολυκατοικία σήμαινε, νέα ζωή. Το σπίτι των πεθερικών έγινε και αυτό πολυκατοικία, υπέγραψε ο Β και οι αδελφές του τα συμβόλαια. Οταν τελείωσε η εκεί πολυκατοικία εκείνες έμειναν εκεί, ο Β όχι, ήθελε ν’ αγναντεύει θάλασσα και όχι τα σώβρακα της μπουγάδας του απέναντι. Μιλάμε για το 1969. Η πολυκατοικία είχε 6 πατώματα, ασανσέρ, θέσεις για παρκάρισμα στο υπόγειο – παράξενο για την εποχή γιατί τότε κανείς δεν σκεφτόταν να κάνει παρκιν, δεν ήταν και υποχρεωτικό, ο μηχανικός όμως είχε 2 αυτοκίνητα και ήθελε να τα στεγάζει με ασφάλεια, ετσι έδωσε ανα διαμέρισμα θέσεις για παρκάρισμα. Αυτό μας βγήκε σε μεγάλο καλό, γιατί άμα γυρίζεις ψόφιος απο τη δουλειά, που να κάθεσαι να ψάχνεις για θέση πάρκιν, το γύρω-γύρω όλοι έκαναν οι άλλοι. Μέχρι το 1980 είχαν 4πλασιαστεί τα αυτοκίνητα και οι θέσεις είχαν μείνει οι ίδιες.

Η πολυκατοικία είχε και άλλους κατοίκους, άλλους ιδιοκτήτες, άλλους ενοικιαστές. Οι πρώτοι έβγαζαν με κλήρο και έναν διαχειριστή – ξεκίναγε περήφανος τη καριέρα του και κατέληγε καρπαζοεισπράκτορας, όπως όλοι τελικά οι διαχειριστές. Οταν φροντίζουν καλά τα συμφέροντα όλων, κανείς δεν έλεγε ούτε ένα ευχαριστώ, μόλις κάτι πάει στραβά, άρχιζε η μουρμούρα. Οι ιδιοκτήτες έλεγχαν τα πάντα, οι ενοικιαστές συμφωνούσαν υποχρεωτικά γιατί αν δεν τους άρεσε μπορούσαν άνετα να φύγουν. Ο πρώτος διαχειριστής ήταν γυναίκα, μία κυράτσα της αυλής, σαν τη παλιά ταινία με τη Κατερίνα Γιουλάκη σπιτονοικοκυρά.. έξοχη στο ρόλο της και στους επόμενους βέβαια ρόλους της. Διαόλου κάλτσα, έβαζε τους νοικάρηδες να τσακώνονται συνεχώς με τους ιδιοκτήτες τους αλλά να τα βρίσκουν τελικά και έτσι να μη μετακομίζουν, και εκείνη σαν το περιστέρι της ειρήνης κάπου ανάμεσα. Τις πράξεις της αριθμητικής τις έκανε σαν το μπακαλόγατο, τσάκα-τσάκα ήξερε τα ποσοστά των διαμερισμάτων, έβγαζε τους λογαριασμούς εύκολα χωρίς χαρτί και μολύβι και για επαλήθευση έκανε και τις προσθέσεις. Με ένα σφουγγαρόπανο κυκλοφορούσε και αλλοίμονο αμα πάταγες εκεί όπου είχε πλύνει.. χαμός. Τα πιτσιρίκια τα δικά μου που φεύγανε για σχολείο το πρωϊ, συνήθως πάταγαν στα νερά και επίτηδες ρίχναν και σάλτα για να κάνουν γραμμές… Janitorrτους παραφύλαξε και μετά τους έδωσε μιά σφαλιάρα του καθενός και υποσχέθηκε να το πεί στο μπαμπά τους άμα τον δεί. Και μετά κάνανε τις Παναγίες, γιατί ο Β. νευρίαζε άσχημα όταν τα παιδιά του συμπεριφερόντουσαν σαν αγροίκοι. Οι άλλοι ας είναι ότι θέλουν νάναι, οι γιοί του θα είναι Κύριοι.

Οι καιροί περνάνε και ο κοσμος φεύγει, μετακομίζει ή πάει στην Παράδεισο, που έλεγε κάποιος συγγραφέας που δεν θυμάμαι. Τώρα μένουν τα παιδιά των πρώτων κατοίκων και τα εγγόνια. Λίγα είναι νοικιασμένα, οι ιδιοκτήτες που είδαν τα λεφτά τους να μειώνονται, ξενοίκιασαν τα διαμερίσματα και μπήκαν μέσα εκείνοι. Ο Β. και εγώ εναλλάξ, γίναμε πολλές φορές διαχειριστές απο τότε που συνταξιοδοτηθήκαμε. Σαν διαχειριστές τα είδαμε όλα. Γιατί η ποιότητα του ανθρώπου φαίνεται στη καθημερινότητά του, όχι όταν περφουμάρετε και φοράει τα καλά του και κάνει τον Ευρωπαίο, ενώ είναι πανάθλιος νταής απο το χωριό. Ετσι θα γράψω για το μεγάλο ειδύλλιο της πολυκατοικίας μας για έναν μεγάλο έρωτα που πολύ δύσκολα έσβησε.. αλλά η ανάμνησή του διαρκεί ακόμη….

Καλημέρα

Καλημέρα φίλες και φίλοι μου, είμαι ακόμη εδώ, εν ζωή ας πούμε, Αύγουστος στην Αθήνα και υπάρχω. Με υγεία και πολλά πράγματα να κάνω, μένει όμως και λίγος χρόνος για γραφτά. Με δύο λόγια, τα νέα μου. Περπατάω με μπαστούνι γιατί γλίστρισα σε κάτι νερά και χτύπησα το γόνατό μου, βασικά έσπασα το μηνίσκο και έκανα εγχείρηση τέλη Ιουνίου. Λίγο πρίν με ναρκώσουν, τα λέγανε οι ορθοπεδικοί και λέει ο ένας «κύττα αυτό το γυμνασμένο πόδι της κυρίας, αθλήτρια πρέπει να είναι», ΤΣΑΑΑΑ! του κάνω και μένει ξερός. Περίμενε να δεί κοπελιά και είδε μεγαλοκοπέλλα αρκετά μελωμένη θα έλεγα. Γελάγαμε όλοι μαζί μετά.  Τώρα έχω αναρρώσει, είμαι σπίτι και κυκλοφορώ με το μπαστούνι για σταθερότητα και κουτσοκάνω τις ασκήσεις γυμναστικής που μου δώσανε, τα ποδαράκια πάνω τα ποδαράκια κάτω. Ο νεαρός φοιτητής που μένει μαζί μου, έχει πάει διακοπές και είμαι με τη κοπέλλα μόνο. Εφυγε και η συμπεθέρα και πήγε στο νησί της, τι να κάνει με τη ζέστη εδώ..θα έρθει πάλι όταν πιάσουν τα κρύα. Ετσι πιάνω το γράψιμο. Αφού έχω διαβάσει τι λένε οι εφημερίδες στο κομπιούτερ βέβαια. Είναι και μία απασχόληση. Ράβω πάλι, κάτι παραγγελίες έχω για το χειμώνα. Μου στείλαν τα πατρόν, θα έρθουν και για πρόβα το Σεπτέμβριο..δεν βιάζομαι. Εχω να κάνω 2 μάλλινα ταγέρ και 3 φορέματα για τη κουμπάρα κάποιου γάμου. Μου έστειλε πολύ καλά υφάσματα, αγοραστά απο τη Γαλλία και σχέδια. Πιο όμορφη απο τη νύφη θα είναι. Την κάναμε προχθες τη πρώτη πρόβα, την άλλη εβδομάδα μάλλον η δεύτερη για το κυρίως φόρεμα..του γάμου.

Σταματάω εδώ τα νέα μου γιατί αποφάσισα να γράψω τα νεώτερα που έγιναν στη πολυκατοικία μας το 2017 σε άλλη σελίδα για να γελάσουμε παρέα.

 

 

 

 

Μία ιστορία

Πήρα φόρα, απο χθές και θα γράψω μία ιστορία που μου είπαν. Να τη βγάλω απο πάνω μου γιατί τσούζει το δέρμα μου. Με ενοχλεί να γίνονται τέτοια πράγματα όμως ποτέ δεν ξέρεις πως πραγματικά ζεί κανείς γιατί οι πόρτες στο σπίτι του είναι κλειστές. Τότε που ζούσαμε στα χωριά, ότι και να συνέβαινε όλοι το μάθαιναν, σκατοκουτσομπολιό λές, ναί αλλά υπήρχε υποστήριξη. Οι αντρες πιάνανε το γαμπρό και ανάλογα το παράπτωμα τον μάλωναν ή τον κάνανε τόπι, οι γυναίκες τη νύφη. Τώρα με την αποξένωση της συγχρονης ζωής, όσοι τολμούν μιλούν στους ψυχολόγους, στις «κολλητές», ή τα καταπίνουν.

Μιά φορά και έναν καιρό, μετά τον Β’ΠΠ όμως, ήταν ένα ζευγάρι με 3 παιδιά – 2 κορίτσια και 1 γιός. Εκείνος στρατιωτικός, πρώην πεζοναύτης, ή κάπου στις Ειδικές Δυνάμεις δούλευε, η γυναίκα στο σπίτι με τα παιδιά. Γνώρισα τη γυναίκα κάποια παλιά εποχή, μία ευχάριστη νοικοκυρά αν και κάπως μαζεμένη. Τον άνδρα της τον είχα δεί μιά με δύο φορές, είχε παράξενη συμπεριφορά: ενώ ήταν περιποιητικός με τις γυναίκες μιλούσε άσχημα στη δική του γυναίκα «έλα εδώ, πάρτο αυτό, κουνήσου ξημερώσαμε» και αυτή έκανε άμεσα ότι τη πρόσταζε χωρίς αντίρρηση, ίσως και με χαμόγελο. Με ενοχλούσε αυτό, αλλά αφού άρεσε σ’ εκείνη, όλα θα ήταν καλά.

Χρόνια αργότερα μία απο τις κόρες τους έμενε δίπλα απο το σπίτι μου τότε που ζούσα στη Καλλιθέα – στο διπλανό διαμέρισμα. Είχε παντρευτεί έναν έμπορο και είχε κανει μαζί του ένα μικρό αγοράκι, στο νήπιο πήγαινε. Κάθε σαββατοκύριακο το ζευγάρι μάλωνε.. αυτή του έβαζε τις φωνές και αυτός – που ακουγόταν περισσότερο – την έλεγε τρελλή, ίδια η μάνα της, τούτο κείνο., στο τέλος άνοιγε τη πόρτα και έφευγε και εκείνη έκλαιγε. Ολα αυτά μπροστά στο παιδί που κρυβόταν κάτω απο το τραπέζι. Αν δεν κρυβόταν και πήγαινε κοντά τους ξεσπούσαν και οι δυό στο παιδί και το δέρνανε. Ηταν πολύ δύσκολη η συμβίωση μαζί τους γιατί δεν νοιώθαμε άνετα να καλούμε κόσμο στο σπίτι όταν απο τον τοίχο δίπλα να ακούμε μωρή, μαλάκα και του κόσμου τις βρισιές. Του είχαμε κάνει σύσταση, να μαζέψει τη γλώσσα του και τη γυναίκα του, να σταματήσουν το θόρυβο, να ενοχλούν. Τίποτα δεν έγινε γιατί δεν μαλώνανε τις ώρες κοινής ησυχίας, τις άλλες ώρες μαλώνανε. Μιά μέρα μόνο η γειτόνισσα μου είπε την ιστορία της μάνας της (την έγραψα πιο πάνω περιληπτικά) και μου έδειξε τη πικρία της, ότι απο τον ένα βάναυσο και υβριστή πατέρα, έπεσε στην ίδια πάστα συζύγου. Εκλαιγε που την πάτησε έτσι. Κάποια στιγμή μετακόμισαν.

Πρίν 5 χρόνια πουλήθηκε στον 5 όροφο ένα διαμέρισμα σε ένα ζευγάρι. Μεσόκοποι και οι δυό. Τότε που μπορούσα ακόμη να κάνω πράγματα, ήμουνα και διαχειρίστρια, πήγα επάνω να τους γνωρίσω. Ο συζυγος με θυμόταν, ήταν ο γιόκας της κυρίας γειτόνισας στη Καλλιθέα..τι μικρός που είναι ο κόσμος. Το ζευγάρι είχε και τη μάνα τους μαζί, τη δική του μάνα που είχε άνοια. Τη περιποιόντουσαν και οι δυό εναλλάξ, την φρόντιζαν και την αγαπούσαν. Αυτό ήταν καλό. Το κακό είναι που τσακώνονται κάθε τόσο μεταξύ τους για το τίποτα, ποιός θα κατεβάσει τα σκουπίδια, γιατί δεν κατέβασες τη λεκάνη στη τουαλέτα, ηλίθια είσαι που δεν ξέρεις να χρησιμοποιείς έναν απλό υπολογιστή, όλο βόλτες-ψώνια και τις φίλες σου, άλλες ηλίθιες σαν και σένα, κότες απο το γραφείο σου,αει σιχτίρ ζώο. Εμένα θα πείς ζώο, που σε στηρίζω με το μισθό μου, ανεπρόκοπε όλο στο καφενείο και στο γκόλφ! Ακου γκόλφ! Αυτό σε μάρανε, η ξενομανία.. και μετά δέρνονται. Αυτός πρέπει να είναι τρελλός που τη μπατσίζει γιατί τη γνώρισε, όπως μου είπε, πρίν χρόνια σε μία σχολή καράτε, ήταν η δασκάλα τους, αυτός μικρότερος. Κάθε που τη χτυπάει, μετά κυκλοφορεί με μπαστούνι. Και λέμε όλοι στη πολυκατοικία ότι δεν αντέχουμε άλλο, τους φέραμε και το 100 να τους κάνει σύσταση, το χαβά τους αυτοί.

Αναρωτιέμαι και λέω πόσο επηρεάζουν τα παιδιά οι γονείς τραμπούκοι. Απο ένα πεζοναύτη περιμένεις να είναι επιθετικός με τους άλλους, όχι μέσα στο σπίτι του – αυτό μάλλον δεν ισχύει. Τι κρίμα που και οι επόμενες γενιές κάνανε τα ίδια λάθη, δεν ξεπέρασαν ποτέ τον πόνο που ένοιωθαν και βίωναν. Και μετά έκαναν πάλι τις λάθος επιλογές, ίσως για να ξορκίσουν το παρελθόν, που έγινε παρόν και ίσως να γίνει και μέλλον.

Σκοτωθήκανε πάλι χθές το βράδυ.

 

 

 

Είμαι εδω και συγχρόνως λείπω

Υπάρχω ακόμη, παρόλλα τα προβλήματα υγείας. Αρθριτικά, καταρράκτης και στα δύο μάτια, δεν περπατάω πολύ και βγαίνω μόνο με το αυτοκίνητο.

Δεν γράφω πιά σχεδόν καθόλου. Ξέχασα τη παλιά ζωή γιατί έχω νέα ζωή μπροστά μου. Ασχολούμαι με τα παιδιά και τον νεαρό μου νοικάρη που σπουδάζει γιατρός. Είναι στο δεύτερο έτος τώρα, ήδη έχει μπεί στο πνεύμα της σχολής. Είναι καλή παρέα, ιδιαίτερα άμα συμπέσουμε στο τραπέζι. Μαγειρεύω για εκείνον και για μένα. Εχω κάτι να κάνω.

Δεν τον ενοχλώ καθόλου ούτε επεμβαίνω στη ζωή του. Δυό φορές έφερε και τη κοπέλα του εδώ και μείνανε μαζί το βράδυ. Κάποιο σαββατοκύριακο ήταν. Το πρωϊ, δεν ήξερε πως να το χειριστεί, άλλαζε πόδι συνέχεια, μέχρι που βρήκε το τραπέζι στρωμένο με 3 πιάτα. .και κατάλαβε ότι οι τυπικότητες είναι για τους γέρους στη καρδιά.

Ζώ καλά στην Αθήνα, έχω συντροφιά και γάτα. Δεν το βλέπω να πηγαίνω φέτος στο νησί της συμπεθέρας, αυτό που βλέπω είναι οτι η συμπεθέρα μάλλον θα έρθει να ξεκαλοκαιριάσει εδώ γιατί θα κάνει μιά εγχείριση και μετά θα χρειάζεται παρέα. Εχασε τον άνδρα της πέρυσι απο ανακοπή. Και το νησί δεν τη χωράει. Δύσκολη η μοναξιά όταν γερνάει το σώμα. Θα έρθει άμα τελειώσει η Σχολή του μικρού και φύγει εκείνος για διακοπές. Τότε θα έρθει η συμπεθέρα να μείνουμε ξανά μαζί.

Οπότε όσο κι αν λείπω απο το ιντερνέτ, είμαι ακόμη εδώ.

Μικρόκοσμος

Τι γίνεται όταν σε ένα γραφείο, κάποιοι υπάλληλοι έχουν πολλές απαιτήσεις απο τους εργοδότες τους, όταν πέρα απο τον καλό μισθό περιμένουν και συχαρίκια?. Τα οποία ποτέ δεν έρχονται εννοείται. Δεν ξέρω κανέναν εργοδότη που να χαϊδολογάει τους υπαλλήλους του (όχι σεξουαλικά), να τους έχει κορώνα στο κεφάλι του και Κεχαγιά στη πλάτη του. Να τους λέει μπράβο κάθε τόσο, να τους κτίζει την αυτοπεποίθηση, να τους δίνει περισσότερη εξουσία (δλδ το ελεύθερο να καταπιέζουν τους υπόλοιπους) και τελικά να τους αφήνει να τον καβαλήσουν! Αυτά ούτε στα παραμύθια, χρυσό μου!. Σε πληρώνουν καλά και με το μήνα (πράγμα πολύ σημαντικό σήμερα που οι δουλειές και οι αμοιβές παίζουν κρυφτούλι), ντάν! πέφτουν οι παράδες στο λογαριασμό σου, όμως σε τρέχουν κιόλας. Τι νόμιζες ότι θα πέφτουν τα μισθά και εσύ θα κάααααθεσαι? Δεν είμαστε καλά! Γκρινιάζεις συνεχώς για το πόσο σε καταπιέζουν, κάνε αυτό, κάνε και εκείνο, σου πατάνε το ωράριο, σε βάζουν να εκπαιδεύεις το νέο προσωπικό (ενώ εσύ δεν τόχεις το διδασκαλίκι) και να κυνηγάς τις λαθούρες των νεώτερων συναδέλφων μιά που είσαι παλιά καραβάνα, σου φορτώνουν τα άπειρα και τελικά ΔΕΝ εκθειάζουν τα ταλέντα σου. ΕΚΘΕΙΑΖΟΥΝ εκείνες τις συναδέλφους που δουλεύουν εθελοντικά, που δεν παίρνουν μισθά, αλλά επειδή βαριούνται στο σπίτι, πάνε στο γραφείο και τους βοηθάνε!!! Αυτές τις νερόκοτες εκθειάζουν και τους λένε 1000 γλυκόλογα, ενώ εκείνες μπαίνουν και βγαίνουν όποτε τους καπνίσει, ενώ εσύ τραβάς κουπί όλο το 8ωρο. Σου έρχεται να τις πιάσεις απο το μαλλί και να τους τα πείς χύμα.. αλλά δεν μπορείς να το κάνεις, προσπαθείς να τους τις σπάσεις ώστε να μην έρχονται! Τους λές για το ένα λάθος τους, για το δείνα λάθος τους μήπως στενοχωρηθούν και φύγουν..Μετά θα είσαι ηρωϊδα, μέ τόσα που θα έχεις μέσα στο κεφάλι σου!

Ολα αυτά τα λέει η Α (η νύφη μου) σχεδόν κάθε μέρα όταν γυρίζει απο τη δουλειά της. Οι επιθυμίες της υπερφίαλες, χωρίς επαφή με τη πραγματικότητα. Δέρνεται γιατί δεν την αγαπούν οι εργοδότες της, γιατί δεν της κάνουν όλα τα παραπάνω, αλλά νοιάζονται υπερβολικά για τις «νερόκοτες» τις γνωστές τους, πιθανώς και συγγενείς τους, κυρίες που δίνουν τον χρόνο τους, που βοηθάνε αμισθή..που τη βοηθάνε πολύ με το χαμόγελο. Και εκείνη η βλαμμένη ζηλεύει και τους σκάβει το λάκκο..

Την έπιασα μιά μέρα και της τά’πα ένα χεράκι! Εχει δουλειά καλή, μιά εποχή που η ανεργία είναι καθημερινότητα για πολύ κόσμο. Αντί να χαίρεται που τα αφεντικά της την πληρώνουν καλά και στην ώρα τους (αντί να της χρωστάνε ή να της δίνουν ένα μικροποσό έναντι κάθε μήνα), αντί να ευχαριστεί το θεό που η εταιρεία που δουλεύει πάει καλά και δεν προβλέπεται πτώχευση, βάζει φυτίλια στις άλλες συναδέλφους για να τσακώνονται όλοι με όλους. Και οι 2-3 συνταξιούχες φίλες της μαμάς του αφεντικού που έρχονται και βοηθάνε τρώνε τη χολή, αντί να χαίρεται που παίρνουν ένα βάρος απο τη πλάτη της. Της μίλησα για τις εργασιακές σχέσεις, ότι άπαξ και σε θεωρούν υπάλληλό τους θέλουν να σε τρέχουν, να κάνεις και πήδους μέσα απο πύρινα στεφάνια ώστε να σε πληρώνουν «δίκαια» σύμφωνα με τα κριτήριά τους. Επαγγελματική σχέση έχετε, ούτε οι γονείς σου είναι, ούτε ο μπαμπούλης σου, δύσκολο είναι να το καταλάβεις?

Δεν παίρνει απο λόγια.. Συνεχίζει να δέρνεται που δεν την αγαπούν..δεν την εκτιμούν, δεν της λένε μπράβο!

Σταμάτησα να της μιλώ. Δεν ακούει.. χαμένη μέσα στην υπερφίαλη εικονική πραγματικότητά της..

Οι μεγάλες προσδοκίες. Θυμήθηκα το αντίστοιχο βιβλίο του Ντίκενς, το έβγαλα απο τη βιβλιοθήκη και το ξανα-διαβάζω τώρα που κάνει κρύο και δεν βγαίνω έξω..

Ράβω πολύ γιατί έχω παραγγελίες απο το νησί της συμπεθέρας. Τα μεγάλα κομμάτια φύγανε, έχω τώρα ένα παλτό να τελειώσω και ένα ακόμη ένα, νυφικό για τον Μάϊο.. Το νυφικό σκεφτήκαμε να είναι κοντό, με δαντέλα επάνω, έξω λαιμό και μπράτσα και φουσκωτή φούστα κάτω…το κοριτσάκι που θα το βάλει είναι νέο, το θέλει και απαλό ρόζ..σαν κουφετάκι θα είναι..

Διαβάζω, στοχάζομαι και ράβω..

Καλή χρονιά σε όλους!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μιά πολύτιμη συντρόφισσα

Γερνάω και αλλάζω συνήθειες. Αυτό είναι κακό και καλό. Είναι κακό γιατί κατα βάθος θέλω να κρατήσω τη ζωή μου σε γνωστά καλούπια, χωρίς αλλαγές για να νοιώθω προστατευμένη απο τη μοίρα. Να έχω δίπλα μου τον Β και ας μαλώνουμε όλη μέρα. Να έχω δίπλα μου τον Β για ν’ αγκαλιαζόμαστε τη νύχτα, να έχω τη παρέα του, τη μυρωδιά του. Γερνάς και θέλεις ησυχία..κακομαθαίνει η γριά στα σύκα και δεν χρησιμοποιεί τα δόντια της.. Χωρίς αλλαγή στη ζωή, υπάρχει ζωή ; Ξέρω ‘ γω ; Αυτό που ξέρω είναι οτι θέλοντας και μη αλλάζω συνήθειες. Ερχονται γεγονότα, άνθρωποι και καταστάσεις που με κάνουν να αναθεωρώ. Εκεί που έλεγα ότι θα μείνω στο σπίτι μου στην Αθήνα όλη μου την υπόλοιπη ζωή μου, που στα μάτια μου φαινόταν σύντομη λόγω εμφράγματος, έφυγα για όλο το καλοκαίρι και πήγα σ’ ενα νησί. Στρογγυλοκάθισα, βολεύτηκα, έκανα παρέες και έπιασα και τη παλιά μου τέχνη, κοπτοραπτού..πήρα και προαγωγή έγινα και ντιζαϊνάτη, σχεδίασα και νυφικά. Εκανα και μερικά μπάνια στη θάλασσα, παρόλλο που οι γιατροί λένε ότι δεν κάνει. Αλλαξε η ζωή μου στο νησί, η μοναξιά μέσα μου δεν ήταν τόσο αισθητή. Οι άνθρωποι γύρω μου με πρόσεξαν και τους οφείλω πολλά για την αμέριστη αγάπη τους.

Τα πρωϊνά στις παραλίες που καθόμουνα κάτω απο την ομπρέλα μου κόλλησε μιά γάτα. Δεν είχα κάτι να της δώσω, απλά ερχόταν για παρέα και χάϊδεμα, και όταν μάζευα τις πετσέτες να φύγω περπατούσε δίπλα μου. Εμαθε και το σπίτι. Της έδινα απο το φαγητό μου, μετά ης πήρα και κονσέρβες. Μιά καλή τρυφερή γατούλα. Ενα παιδί απο το νησί προσφέρθηκε να της κάνει εμβόλια και να την αποπαρασιτώσει, μη μου κολλήσει τίποτα. Πλήρωσα εγώ τον κτηνίατρο..για τη Μελισάνθη μου. Ετσι την είπα..στην αρχή, μετά τη φώναζα «Μελί, μελένια, λισάκι μου». Κοιμόταν σε μιά καρέκλα με μαξιλάρι δίπλα μου. Ακουγα το χουρχούρισμά της τις νύχτες και ένοιωθα ότι οι μέρες της ορφάνιας και της νυχτερινής μοναξιά τέλος. Κάποια ψυχή με επέλεξε να μοιρασθεί μαζί μου τις νύχτες μου, να βοήθησει να σηκωθεί το πέπλο της οδύνης. Ετσι, όταν μάζεψα τα μπογαλάκια μου να έρθω Αθήνα, η Μελισάνθη ήρθε μαζί μου. Δεν ήξερα αν ήθελε να αφήσει το νησάκι της και την ελευθερία της, ζάρια έρριξα και τη πήρα σε ένα κλουβάκι. Αν στενοχωριόταν θα την έστελνα πίσω με τη πρώτη ευκαιρία.

Η Μελισάνθη, λάτρεψε το σπίτι και τα μπαλκόνια, λάτρεψε και τον Αλέκο (τον φοιτητή της ιατρικής που ζεί κοντά μου στο δωμάτιο του Β) γιατί τη χάίδευε με τις ώρες, γνώρισε και την ευρύτερη οικογένεια και αισθάνθηκε ότι μπήκε σε ένα μεγάλο κοπάδι, κάτι που μάλλον της έλειπε. Είπα απο μέσα μου ότι θα με αφήσει με τόσους νέους «αρραβωνιαστικούς» που χαιρόντουσαν που την έβλεπαν. ..Εκανα λάθος. Αντίθετα, μετακόμισε ακόμη πιο κοντά μου..τις νύχτες κοιμάται πάνω στα πόδια μου..δείχνοντάς μου έτσι τη χαρά της.

Αχ! και ναξερε πόσο πολύτιμη είναι η παρουσία της.. ΜελισάνθηΤη φωτογραφία τη τράβηξε η νύφη μου. Η Μελισάνθη κάθεται στο κήπο μέσα στ’ αγριόχορτα.. και κάνει την αδιάφορη.

Χασές

Σας γράφω απο το νησάκι της συμπεθέρας. Είμαι ακόμη εκεί και περνάω καλά. Ομως όταν πιάσουν οι ψύχρες και οι βροχές θα γυρίσω στο Αθηναϊκό μου σπίτι γιατί είναι πιο ζεστό, λιγότερο υγρό και έχει πιο πολλές επιλογές. Κυρίως το σινεμά. Στο νησί υπάρχουν μόνο 2 υπαίθρια..τι να κάνεις το χειμώνα..μουντάδα, κρύο. Το χειμώνα θέλεις να έχεις οικογένεια, να υπάρχουν παιδιά για να ασχολείσαι, χωράφια-δουλειές. Το χειμώνα πονάνε τα κόκκαλα στα νησιά και καθηλώνεσαι μέσα. Τέλος του μήνα με βλέπω Αθήνα.

Εγινε ο γάμος τη περασμένη Κυριακή, του κοριτσιού που διόρθωσα το νυφικό της. Ενα ζευγάρι μέσα στη τρελλή χαρά, ωραιότατη η νύφη και πρωτότυπο φόρεμα. Φτιάξαμε την ουρά του νυφικού με δαντέλα πάνω σε σατέν, ήταν όμως αποσπώμενη και μετά το μυστήριο, βγήκε. Το κάτω μέρος του νυφικού επίσης το κάναμε αποσπώμενο, έτσι ώστε στη δεξίωση που ακολούθηκε εμφανίσθηκε η νύφη με κοντό κλος φορεματάκι άσπρο με δαντέλα στους ώμους-χέρια-κορσάζ και ήταν τρέλλα. Χόρεψε μέχρι το πρωϊ πραγματική Σταχτομπούτα.. Είχα μεγάλη χαρά για τη συμβολή μου στο γάμο της.

Αυτός ο γάμος έφερε μεγάλη αλλαγή στη ζωή μου. Απο κάθε μεριά του νησιού άρχισαν να έρχονται ντόπιοι φέρνοντας ρούχα και υφάσματα για ράψιμο. Εχουν μοδίστρες και χρυσά ψαλίδια για μεταποιήσεις, δεν έχουν όμως σχεδιαστή και μόδιστρο να αναλάβει το ύφασμα και να το μετατρέψει σε φόρεμα-κοστούμι. Ετσι έπιασα δουλειά και θα έχω και δουλειά στην Αθήνα μπόλικη. Ηδη έχω σχεδιάσει 3 ταγέρ για πελάτισες, τους έχω πάρει τα μέτρα, έχω κόψει τα υφάσματα, η πρώτη πρόβα έχει γίνει, το τελικό όμως θα παραδοθεί τέλη Νοεμβρίου, θα είμαι Αθήνα τότε, αλλά θα έρθουν πρίν το παραλάβουν. Το καλύτερο όμως είναι ο χασές που μου έδωσε μία μητέρα για το γάμο της κόρης της που θα γίνει σε ένα χρόνο. Τι είναι ο χασές; Είδος μαλακού βαμβακερού υφάσματος, πολύ λεπτό και δροσερό απο το οποίο παλιά φτιάχνανε το «πουκάμισο» που φοριώταν κατάσαρκα ή μεσοφόρια. Μερικοί έφτιαχναν και σεντόνια απο χασέ, πάρα πολύ δροσερά το καλοκαίρι και ζεστά το χειμώνα με μία αίσθηση χουχουλιάσματος. Το σώμα ανέπνεε και δεν ίδρωνε ποτέ. Μου έδωσε μία πελάτισσα πολλά μέτρα χασέ να φτιάξω 2 σετς σεντονιών για τη κόρη της, με ωραίο αζούρ φεστόνι, σαν τη φωτογραφία αζουρ

Αυτό θα το κάνω μετά τα Χριστούγεννα, αν είμαι καλά.. Δουλειά να υπάρχει και θα είμαι καλά.

Υπάρχουν και άλλα καλά νέα. Το κορίτσι που πήρα μαζί μου στο νησί για να με βοηθάει, βρήκε αρραβωνιαστικό και δουλειά και θα μείνει εκεί. Που σημαίνει ότι θα βρώ άλλη κοπέλα στην Αθήνα όταν γυρίσω. Επ’ αυτού θα ασχοληθούν τα παιδιά μου και οι νύφες μου, ήδη ψάχνουν. Ανεργία μπόλικη σίγουρα θα βρούν τη κατάλληλη κοπέλα. Θα έχω και συγκατοίκους! Καλό αυτό! Ο γιός μιάς ξαδέλφης της συμπεθέρας σπουδάζει γιατρός στην Αθήνα. Εκανε το πρώτο έτος πάει για το δεύτερο, είπαμε λοιπόν να του δώσω ένα δωμάτιο που έχω ελεύθερο στο σπίτι μου (με δικό του μπάνιο – ήταν του Β), να μείνει κοντά μου με πολύ χαμηλό ενοίκιο, να μένει σε οικογένεια να τον προσέχουν. Ηδη έχει μετακομίσει και τον προσέχουν τα παιδιά μου, είναι και αυτό ακόμη ένα σύν για να επιστρέψω και ν’ ασχοληθώ με το «παιδί».

Ετοιμάζομαι λοιπόν, σιγά-σιγά για επιστροφή.

Θα έχετε νέα μου, απο την Αθήνα πιά.

..αλλά ξανασηκώθηκα.

Επεσα το ΜάΪο, αλλά ξανασηκώθηκα τον Ιούλιο. Κάπου μεταξύ πεσίματος και θλίψης, έλαμψε ένα ουράνιο τόξο. Εφυγα απο το σπίτι μου, μετακόμισα κατά κάποιο τρόπο, στο νησάκι της συμπεθέρας. Τι νησάκι δηλαδή, κοτζάμ νησί με το νοσοκομείο του και τους γιατρούς του, τη δημοτική βιβλιοθήκη, τα καφενεία και τις σχολές πανεπιστημίου. Και κοντά στη Τουρκία πράγμα πολύ καλό γιατί ένα ταξιδάκι ήδη έχει μπεί στα σκαριά, το Σεπτέμβριο μάλλον.

Εφυγα στα γεράματα απο το σπίτι μου, Β μου, απο τις γωνιές μου, το κρεββάτι μας, τα οικεία πράγματα και πήγα σε νέα μερη. Η συμπεθέρα δεν ήθελε να με αποχωριστεί καλοκαιριάτικα, ιδιαίτερα που τον Ιούνιο με τις βροχές και τις υγρασίες, έμενα αναγκαστικά και μέσα..ήθελε η καψερή να με έχει κοντά της. Ηταν όμως και τα μωρά.., που να αφήσουμε τα μωρά; Ολα γίνονται εκτός απο του σπανού τα γένια. Κατ’ αρχήν ο Μάρκος μου γύρισε στην Ελλάδα, όχι με άδεια αλλά με αλλαγή δουλειάς. Δεν θα είναι στη Κορέα τώρα, θα δουλεύει εδώ και αν χαλάσει κανένα καράβι απο αυτά που έφτιαξε, θα ξαναφύγει, θα πάει με κλιμάκιο να το φτιάξουν σε όποιο λιμάνι χαλάσει, καινούργιο πλοίο να χαλάσει, δύσκολο το βλέπω, εκτός κι αν έχει ατύχημα. Ετσι απο τον Ιούλιο είναι εδώ, αυτός, η Α και τα παιδιά τους φροντίζουν τα νέα μωρά. Κανείς δεν θέλει να κάνει διακοπές, όλοι ασχολούνται με τα μωρουδέλια που μεγαλώνουν γρήγορα.

Το πόδι μου είναι καλά, περπατάω άνετα και δεν ζαλίζομαι. Η πρόταση ήρθε απο τη συμπεθέρα, να πάω για λίγες βδομάδες στο νησί της, να αλλάξω παραστάσεις. Με βάλανε στο αεροπλάνο τέλος Ιουνίου και τα πράγματά μου ήρθαν με το καράβι. Είμαι εδώ ένα μήνα τώρα και έχω ξανανοιώσει. Μπάνια στη θάλασσα μου είχαν πεί να μη κάνω, όμως έκανα 2-3 πλατσουλίζοντας στα ρηχά, να μη κουράζεται η καρδιά..και αισθάνθηκα ανανεωμένη, πάντα η θάλασσα ήταν η απαλή σύντροφος που δρόσιζε, ανανέωνε, χαλάρωνε..Και εσύ την αγαπούσες Β μου, τα παιδιά μας πάντως όχι, εκείνα ήθελαν βουνά, σκί, ορειβασίες, περιπέτειες. Θυμάσει που ξάπλωνες στο στρώμα και σε πήγαινε το κυματάκι..και μιά φορά κοιμήθηκες και βρέθηκες  μεσοπέλαγα..και σε βρήκε η Ακτοφυλακή!  Ησουν τυχερός..πάντα ήσουν τυχερός.

Ετσι λοιπόν κατέληξα εδώ. Απο τη πρώτη στιγμή αισθάνθηκα καλά, ανανεωμένη, νέα πράγματα, νέοι άνθρωποι. Με πήγαν στο νοσοκομείο να πιάσω γνωριμία με τους εκεί γιατρούς, μιά χαρά τα πήγα, βρέθηκε καρδιολόγος να με προσέχει, μου άλλαξε  τη ζωή μου, νέο διαιτολόγιο, να τρώω κυρίως ψάρια όχι ψωμιά και γλυκά, έχω χάσει βάρος αλλά αισθάνομαι καλύτερα. Επιασα γνωριμία με το τοπικο καφενείο γιατί ξέρω πρέφα, έρχονται και με παίρνουν οι ενδιαφερόμενοι νέοι μου φίλοι (συνομίληκοι με εμένα) για να παίξουμε. Ισως να είμαι η μοναδική γυναίκα στο καφενέ, σίγουρα όμως περνάμε πολύ ωραία. Μου φτιάξανε το τάμπλετ, πήρα καινούργιο με πληκτρολόγιο καλό και ένα σμάρτ τηλέφωνο με 1000 νέα καλούδια, ώρες πέρασα να το μάθω. Τι σου είναι η τεχνολογία!.

Η συμπεθέρα με έχει στο σπίτι της, με έβαλε στο ισόγειο για να μην κουράζομαι με τα σκαλιά, έχει και μεγάλη κουζίνα, μαγειρεύω ωραία φαγητά και τρώμε όλοι μαζί. Είμαστε 5, οι συμπέθεροι 2, οι δυό της αδελφές χήρες 2 και εγώ. Μετά συζητάμε, πιάνουμε και λίγο ράψιμο, έχουν ραπτομηχανή, τους έδειξα κάτι πράγματα που έφτιαχνα παλιά, ήρθαν κάποιες άλλες φίλες τους, η μία παντρεύει τη κόρη της το Σεπτέμβριο, μάλλον θα της προσαρμόσουμε το νυφικό πάνω της, της χαλάσαμε το κορσάζ και βάλαμε χειροποίητη δαντέλα, σε μορφή χαμόγελου, θεϊκό θα γίνει το νυφικό, ξεσηκώσαμε το σχέδιο απο ένα περιοδικό, δεν είναι τίποτα για μένα να της το φτιάξω πάνω στο φόρεμα, θα μπεί και λίγη δαντέλα στο μανίκι , και στο ποδόγυρο, θα δούμε πώς θα είναι σύνολο.Lace-Wedding-Dresses-460x345

Τώρα κάνουμε πρόβες συνεχώς, ιδρώνει και ξεϊδρώνει το κορίτσι, αλλά θα γίνει υπέροχο το νυφικό της. Που σημαίνει ότι μάλλον θα μείνω και για το γάμο της μικρής, που ξετρελλάθηκε με τη πρωτότυπη ιδέα του νυφικού και θέλει να της ράψουμε και τα υπόλοιπα..η μάνα της την αγριοκυττάει, να μη με κουράζει φοβάται, όμως δεν με κουράζει αντίθετα η δουλειά με ξεκουράζει νοιώθω χρήσιμη.

Τρώμε λοιπόν μαζί, δουλεύουμε, λαγοκοιμόμαστε, παίζουμε πρέφα και μπιρίμπα, πάμε και λίγο στη θάλασσα όταν δεν έχει αέρα και στη λαΪκή αγορά και περνάει ο καιρός ανάλαφρα. Πήρα και τη κοπέλα μαζί μου, εκείνη που με φροντίζει έτσι δεν νοιαζόμαστε για τις δουλειές του σπιτιού και όταν εμείς κοιμόμαστε εκείνη σεργιανίζει στο νησί, ψάχνοντας κάποιον να την αγαπά. Μάλλον τον βρήκε. Πολύ καλό αυτό, χαίρομαι. Δεν σεργιανίζω τόσο στο Ιντερνέτ όσο παλιά, η ανθρώπινη συντροφιά είναι πιο επιθυμητή απο τις μηχανές, ακούγομαι σαν πραγματική γιαγιά, όμως μ’ αρέσει έσυ.

θα έχετε νέα μου. Καλό καλοκαίρι.